Η φασαρία γύρω από τον Μπράιον Νόεμ δεν φούσκωσε μόνο επειδή είχε μέσα της το γνώριμο μείγμα σκανδάλου, σεξουαλικής ντροπής και διαδικτυακής ηδονοβλεψίας. Φούσκωσε επειδή ακούμπησε πάνω σε μια παλιά, βρόμικη αλήθεια που η αμερικανική Δεξιά προσπαθεί επί δεκαετίες να κρύψει κάτω από το χαλί της οικογένειας, της πίστης και της «τάξης».
Δεν τη σοκάρει κάθε queer επιθυμία. Τη σοκάρει εκείνη που δεν μπορεί να ελέγξει, να πειθαρχήσει, να στριμώξει μέσα σε μια αρρενωπή βιτρίνα.
Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό θέμα. Οχι στο εύκολο «πολλοί συντηρητικοί άντρες είναι βαθιά στην ντουλάπα». Αυτό ακούγεται πικρό, ακούγεται έξυπνο, αλλά τελικά είναι ρηχό. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος κρύβεται. Το πρόβλημα είναι τι είδους queer σώμα μπορεί να περάσει και τι είδους queer σώμα πρέπει να τιμωρηθεί. Η Δεξιά ανέχεται πολύ περισσότερα απ’ όσα παραδέχεται, αρκεί αυτά να μένουν διακριτικά, πειθαρχημένα, επαρκώς ανδρικά και κυρίως πολιτικά ακίνδυνα.
Γι’ αυτό και ο «κανονικός γκέι» δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ολόκληρος μηχανισμός. Ο γκέι που δεν είναι πολύ θηλυπρεπής, που δεν φέρνει αμηχανία στο δωμάτιο, που δεν χαλάει τη γραμμή του ανδρισμού, που δεν συνδέει την ύπαρξή του με drag, trans ορατότητα, ρευστότητα ή δημόσια ανυπακοή, μπορεί να περάσει. Οχι πάντα με άνεση, αλλά μπορεί. Το drag δεν περνά. Η trans παρουσία δεν περνά. Η θηλυπρέπεια δεν περνά. Το queer σώμα που δεν ζητά άδεια δεν περνά. Εκεί αρχίζει ο πανικός. Γιατί εκεί δεν απειλείται απλώς μια ηθική. Απειλείται το σκηνικό της ίδιας της τοξικής αρρενωπότητας.
Αυτό είναι που η Δεξιά δεν συγχωρεί ποτέ πραγματικά: όχι την επιθυμία, αλλά την αποκάλυψη ότι η αρρενωπότητα που υπερασπίζεται με τόση λύσσα δεν είναι κάποια αιώνια αλήθεια. Είναι ρόλος. Είναι χορογραφία. Είναι σύστημα αστυνόμευσης της επιθυμίας. Είναι ένα εξουσιαστικό κουστούμι που τσαλακώνεται αμέσως μόλις εμφανιστεί μπροστά του ένα σώμα που δεν δέχεται να παίξει το ίδιο έργο. Γι’ αυτό και μπορεί να συνυπάρχει μια χαρά με το μυστικό, αλλά όχι με το ορατό. Με το κρυφό, αλλά όχι με το εκτεθειμένο. Με τον πειθαρχημένο πόθο, αλλά όχι με την επιθυμία που δεν ντρέπεται αρκετά.
Εδώ χρειάζεται και μια βασική διάκριση, γιατί αλλιώς όλα γίνονται ένας εύκολος κουβάς. Αλλο ο αυτοπροσδιορισμός. Αλλο η επιθυμία. Αλλο η πρακτική. Αλλο η μυστικότητα. Κι άλλο η πολιτική ένταξη. Οι δημοσκοπήσεις μετρούν αυτό που αντέχει να δηλωθεί. Δεν μετρούν τους φόβους που κρατάνε "γάμους" όρθιους. Δεν μετρούν τις κρυφές ζωές. Δεν μετρούν τις νυχτερινές οικονομίες του πόθου. Δεν μετρούν τους άντρες που ξέρουν ακριβώς τι ζητούν, αρκεί να μη χρειαστεί ποτέ να το ονομάσουν στο φως. Και σίγουρα δεν μετρούν τη ντροπή που κάνει κάποιον να κρύβεται ιδιωτικά και να συντάσσεται δημόσια με όσους θα συντρίψουν πρώτοι αυτό που ο ίδιος δεν τολμά να δείξει.
Κάπου εδώ τελειώνει η άνεση της πολιτισμικής ανάλυσης και αρχίζει η αηδία. Γιατί αυτό δεν είναι μόνο αμερικανική υποκρισία για να την κοιτάμε από απόσταση. Είναι κάτι που τα queer άτομα το ζούμε στο πετσί μας και εδώ. Το ζούμε όταν ο ίδιος κόσμος που φλερτάρει ιδιωτικά με τη ρευστότητα, με το «παράξενο», με το απαγορευμένο, απαιτεί δημόσια τιμωρία για όποιον δεν ντρέπεται αρκετά. Το ζούμε όταν η θηλυπρέπεια γίνεται ανέκδοτο, όταν το drag βαφτίζεται απειλή, όταν τα trans σώματα γίνονται νομοθετικός στόχος, όταν η queer ορατότητα παρουσιάζεται σαν πρόκληση που «πάει πολύ». Το ζούμε όταν η μυστική εκδοχή του ίδιου πράγματος καταναλώνεται χωρίς πρόβλημα, αρκεί να μη χαλάει τη βιτρίνα.
Γι’ αυτό τέτοιες υποθέσεις δεν έχουν νόημα μονάχα ως «ξεσκέπασμα». Το ξεσκέπασμα από μόνο του είναι συχνά η ίδια παλιά παγίδα. Σαν να είναι το πρόβλημα ποιος επιθυμεί τι. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ποιος πληρώνει το κόστος αυτής της επιθυμίας.
Και σχεδόν ποτέ δεν το πληρώνουν οι υποκριτικά ομοφοβικοί άντρες που διαχειρίζονται αθόρυβα τις αντιφάσεις τους. Το πληρώνουν τα queer σώματα που γίνονται σάκος του μποξ για να σωθεί η ηθική καθαρότητα όλων των άλλων.
Αν κάτι αποκαλύπτει λοιπόν η υπόθεση Νόεμ, δεν είναι ότι «η Δεξιά είναι κρυφά queer». Αυτό είναι πολύ εύκολο, πολύ φτωχό, και τελικά πολύ βολικό και για την ίδια. Αποκαλύπτει δυστυχώς κάτι χειρότερο: ότι η Δεξιά ξέρει μια χαρά να ζει με τις αντιφάσεις της επιθυμίας της, αρκεί να μπορεί να τις μετατρέπει σε ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου για όλους τους άλλους. Να ανέχεται το μυστικό, αρκεί να τιμωρεί το ορατό. Να χωρά τον «κανονικό» γκέι, αρκεί να συνεχίζει κάπου αλλού να διαλύει ό,τι της θυμίζει πως ο ανδρισμός που υπερασπίζεται δεν είναι αλήθεια. Είναι σκηνοθεσία.
Ισως τελικά εκεί να κρύβεται όλη η τρομακτικά υποκριτική βρωμιά του «κανονικού γκέι». Οχι στο ότι τη γλιτώνει. Αλλά στο αντάλλαγμα με το οποίο τη γλιτώνει: να συναινεί στην τιμωρία όσων δεν κρύβονται όσο αυτός.
Με στοιχεία από TIME, GQ, University of Chicago Press, Gallup, Them