Ποιος: Μουσταφά Ακιντζί, πρόεδρος της αυτοανακυρηγμένης Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) από τον Απρίλιο του 2015. Διαλλακτικός, ειρηνιστής, με κοινωνικές και δικαιωματικές ευαισθησίες, έχει φανεί πρόθυμος για μια «ορθολογική επίλυση» του Κυπριακού, παραμένοντας ταυτόχρονα σκληρός διαπραγματευτής. Αποστάσεις κρατά και από την Άγκυρα, αντιδρώντας στην ασφυκτική κηδεμονία της στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.


Πού: Στην κατεχόμενη Λευκωσία της οποίας είχε επίσης διατελέσει δήμαρχος, έχοντας συνεργαστεί αρμονικά με τον Ελληνοκύπριο ομόλογό του Λέλλο Δημητριάδη σε δημοτικά θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Από τότε άρχισε να κερδίζει συμπάθειες και στον Νότο.


Γιατί: Για την συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε χτες βράδυ στα τουρκοκυπριακά κανάλια σχετικά με την τριμερή διάσκεψη του Βερολίνου που έγινε τον Οκτώβριο αναφορικά με τα μέχρι τούδε πεπραγμένα και τις προοπτικές του Κυπριακού όπως τις εκτιμά προσωπικά. Χθεσινή δημοσκόπηση που έγινε πριν από τη διακαναλική στην Τ/Κ πλευρά τον έφερνε εξάλλου πρώτο με διαφορά εάν προκηρύσσονταν άμεσα προεδρικές εκλογές στα Κατεχόμενα (θα γίνουν το 2020).


Διά ταύτα: Συμφώνησε με την παρουσία παρατηρητή της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις, επέμεινε να συνεχιστούν υπό την ομπρέλα του ΟΗΕ, δήλωσε ότι είναι αδύνατο να υπάρξει επιστροφή στην προ του 1974 κατάσταση, βρήκε θετικά αλλά και αρνητικά σημεία στο πλαίσιο Γκουτιέρες, τάχθηκε ξανά υπέρ του διαλόγου, ζήτησε σαφείς εγγυήσεις για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, προειδοποίησε ότι αν δεν βρεθεί τρόπος να λειτουργήσει το ομοσπονδιακό μοντέλο η διαίρεση του νησιού θα παγιωθεί. Επιζητεί ισότιμη πολιτική εκπροσώπηση και συνεκμετάλλευση των θαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, παρά δε τις ψυχρές σχέσεις του με την τουρκική ηγεσία διευκρίνισε ότι οποιαδήποτε λύση δεν μπορεί να αφήνει την Τουρκία απέξω. Ο Ακιντζί εκπροσωπεί εκείνη τη γενιά Τουρκοκυπρίων που θέλει να υπερβεί τα μίση και τις στείρες αντιπαραθέσεις του παρελθόντος, μια γενιά που έδωσε εντυπωσιακό «παρών» το 2002 όταν 30.000 άνθρωποι διαδήλωσαν κατά του τότε ηγέτη τους (και γνωστού για την αδιαλλαξία του) Ραούφ Ντενκτάς, κατά του τουρκικού «πατερναλισμού» και υπέρ της επανένωσης του νησιού, ορισμένοι μάλιστα ανέμιζαν την απαγορευμένη στον βορρά κυπριακή σημαία. Έκανε πρόσφατα μεγάλη αίσθηση προκαλώντας και την οργή του Ερντογάν όταν αντιτάχθηκε δημοσίως στην εισβολή του τουρκικού στρατού στη Συρία λέγοντας ότι από την «Πηγή Ειρήνης» όπως ονομαζόταν η επιχείρηση «αναβλύζει αίμα και όχι νερό, αίμα σαν αυτό που χύθηκε στην επονομαζόμενη επίσης ειρηνευτική επιχείρηση της Τουρκίας στην Κύπρο το '74» παρότι είχε και ο ίδιος τότε πολεμήσει. Δεν ξέρω πολλούς πολιτικούς που θα επεδείκνυαν στη θέση του παρόμοια τόλμη, δεδομένου κιόλας ότι η ΤΔΒΚ εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από την Τουρκία, τη μόνη χώρα που την αναγνωρίζει επίσημα - σε κάποιους θυμίζει τη στάση του Μακαρίου απέναντι στη χούντα της Αθήνας. Παρά εντούτοις την επίδειξη καλής θέλησης και τα αρκετά θετικά βήματα που έχουν γίνει – μολονότι η συνάντηση του Βερολίνου δεν υπήρξε ιδιαίτερα καρποφόρα, ήταν η πρώτη χρονιά που η Ειδική Αντιπρόσωπος του ΟΗΕ στην Κύπρο Ελίζαμπεθ Σπέχαρ όχι μόνο εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία αλλά δεν άφησε και καμια αιχμή προς τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων -, παρά τις προόδους που επιτεύχθηκαν σε διακοινοτικό επίπεδο αλλά και τη δική του προσπάθεια αποστασιοποίησης από την Άγκυρα, η δεύτερη παραμένει ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» και ξέρει καλά ότι δεν μπορεί να αγνοήσει παντελώς ούτε αυτή, ούτε τους δεκάδες χιλιάδες Τούρκους έποικους. Είναι, εντούτοις, ο ιδανικότερος συνομιλητής που είχε ποτέ η ελληνοκυπριακή πλευρά αλλά και η καλύτερη επιλογή που έκαναν ως τώρα οι Τουρκοκύπριοι ψηφοφόροι.