Σε μια από τις μεγαλύτερες «μάστιγες» του σύγχρονου κόσμου εξακολουθεί να αναδεικνύεται, στις μέρες μας, ο σακχαρώδης διαβήτης, καθώς αποτελεί τη βασική αιτία θανάτου για περίπου 7.000.000 άτομα ετησίως, σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης βρίσκεται σε έξαρση – από το 5% του πληθυσμού παγκοσμίως το 1980 τα ποσοστά των διαβητικών έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σήμερα. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση, ο αριθμός των διαβητικών ξεπερνά τους σε 1.180.000, το οποίο αντιστοιχεί σε περισσότερο από 11% του πληθυσμού.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Διαβήτη, προβλέπεται ότι το έτος 2030 ο αριθμός των ατόμων με διαβήτη θα φτάσει τα 552 εκατομμύρια παγκόσμια.

 

Οι τελευταίες μελέτες δίνουν ελπίδες για την αποτελεσματική θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη με τη χορήγηση βλαστοκυττάρων, σύμφωνα με τους επιστήμονες. Παρότι όμως τα αποτελέσματα των ερευνών είναι ελπιδοφόρα, δεν έχουν κατορθώσει ακόμα να προσφέρουν τη θεραπεία της νόσου. 

 

Ωστόσο, πρόσφατα υπήρξε σημαντική πρόοδος στον τομέα της αντιμετώπισης και θεραπείας του νευροπαθητικού πόνου του διαβήτη, η οποία μπορεί να προσφέρει σημαντική βελτίωση στην ποιότητα ζωής των ατόμων που πάσχουν από τη νόσο και σε ευρύτερο πλαίσιο στην αντιμετώπιση των χρόνιων πόνων.

 

Στο επίκεντρο αυτής της εξέλιξης βρίσκεται ο Έλληνας επιστήμονας, βιολόγος και ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, Δρ. Χριστόφορος Τσαντούλας, ο οποίος πριν από μερικούς μήνες, με την έρευνά του κατάφερε να δώσει απαντήσεις και σημαντικές κατευθύνσεις στην αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου του διαβήτη.

 

Η έρευνα της επιστημονικής ομάδας του Δρα Τσαντούλα, η οποία ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge το 2012 και εν συνεχεία μεταφέρθηκε στο King's College του Λονδίνου (τμήμα Wolfson Centre for Age-Related Diseases) το 2014, όπου διήρκεσε σε σύνολο 5 χρόνια, αποκάλυψε πως ο διαβητικός πόνος οφείλεται σε μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη ονόματι HCN2. H πρωτεΐνη αυτή, είναι όπως μας περιγράφει, «το φανάρι σε μια διασταύρωση που οδηγεί στον χρόνιο πόνο, δηλαδή το σημείο από το οποίο περνάνε διαφορετικά βιοχημικά μονοπάτια, που καταλήγουν στον χρόνιο πόνο».

 

Προς το παρόν μιλάμε για αναστολή του διαβητικού πόνου παρά μόνιμη θεραπεία, διότι η HCN2 είναι ο 'μεσάζοντας' παρά ο κύριος υπεύθυνος της πάθησης.

  

Ο ίδιος μίλησε στο LIFO.gr για την έρευνά του και τη σημασία της στην αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου σε άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.

 

— Ποιες είναι οι χρόνιες επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη για τους πάσχοντες και ποια τα συμπτώματά τους στους ασθενείς;

«Οι χρόνιες επιπλοκές του διαβήτη εμφανίζονται συνήθως ως αποτέλεσμα κακής ρύθμισης της γλυκόζης και περιλαμβάνουν την διαβητική νευροπάθεια, καρδιαγγειακές παθήσεις, νεφροπάθεια και προβλήματα οράσεως. Η διαβητική νευροπάθεια ειδικότερα συναντάται στο 50% των πασχόντων και προκαλείται από βλάβη των νεύρων λόγω της παρατεταμένης έκθεσης στην αυξημένη γλυκόζη. Τα συμπτώματα της περιφερικής διαβητικής νευροπάθειας εκδηλώνονται πρωτίστως στα κάτω άκρα και περιλαμβάνουν μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, απώλεια αίσθησης, και χρόνιο πόνο. Η φύση αυτού του χρόνιου πόνου είναι διαφορετική από τον γνώριμο σε όλους μας 'απλό' πόνο: ο χρόνιος πόνος πυροδοτείται είτε από πολύ μικρά ερεθίσματα (π.χ. κατά το ντύσιμο λόγω τριβής των ρούχων στο δέρμα) ή ακόμα και αιφνιδίως χωρίς κανένα ερέθισμα (αυτόματος πόνος). Δυστυχώς τα υπάρχοντα αναλγητικά φάρμακα δεν επαρκούν για την καταπολέμηση αυτού του τύπου πόνου, με σημαντική επιβάρυνση στην ποιότητα ζωής των πασχόντων και στο εθνικό σύστημα υγείας».

 

Η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε πως η λειτουργία της πρωτεΐνης HCN2 ελέγχει τον διαβητικό πόνο. Η HCN2 βρίσκεται στα νευρικά κύτταρα που «αισθάνονται» τον πόνο, οι απολήξεις των οποίων εκτείνονται στην επιδερμίδα των χεριών και των ποδιών. Στην εικόνα διακρίνονται οι λεπτές νευρικές απολήξεις της επιδερμίδας, βαμμένες πράσινες με μεθόδους ανοσοφθορισμού.
Η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε πως η λειτουργία της πρωτεΐνης HCN2 ελέγχει τον διαβητικό πόνο. Η HCN2 βρίσκεται στα νευρικά κύτταρα που «αισθάνονται» τον πόνο, οι απολήξεις των οποίων εκτείνονται στην επιδερμίδα των χεριών και των ποδιών. Στην εικόνα διακρίνονται οι λεπτές νευρικές απολήξεις της επιδερμίδας, βαμμένες πράσινες με μεθόδους ανοσοφθορισμού.

 

— Τι αποκαλύπτει η έρευνά σας για τον διαβητικό πόνο;

 «Τα αποτελέσματα μας φανερώνουν πως ο διαβητικός πόνος οφείλεται στην HCN2, μια πρωτεΐνη που λειτουργεί ως "βηματοδότης" των αισθητήριων νεύρων του πόνου. Η HCN2 ελέγχει πόσο ηλεκτρικώς ενεργά είναι αυτά τα νεύρα, ο παλμός των οποίων σηματοδοτεί τον πόνο στον εγκέφαλο. Σε καταστάσεις χρόνιου πόνου όπως στην διαβητική νευροπάθεια, αυτός ο νευρικός παλμός είναι αυξημένος διότι η υπεργλυκαιμία ευαισθητοποιεί τα αισθητήρια νεύρα. Φάρμακα που αναστέλλουν την λειτουργία της HCN2 επαναφέρουν αυτόν τον παλμό στο φυσιολογικό και ως αποτέλεσμα εξαλείφουν τον χρόνιο διαβητικό πόνο».

 

— Ποια η μεθοδολογία και τα ευρήματά σας;

 «Ως το πρώτο στάδιο μιας καινούριας ιδέας, κάναμε προκλινική έρευνα χρησιμοποιώντας διαβητικά ποντίκια. Αυτά τα ποντίκια αναπτύσσουν διαβητικό πόνο όπως ακριβώς και οι διαβητικοί ασθενείς, και μπορούμε να μετρήσουμε πειραματικά αυτόν τον πόνο αξιολογώντας τις αντιδράσεις τους σε μικρά ερεθίσματα πίεσης ή θερμότητας στα πέλματα. Στη συνέχεια αναστείλαμε την λειτουργία της HCN2 με δύο διαφορετικούς τρόπους:

 

1) με την ουσία ιβαβραδίνη (φάρμακο για την καταπολέμηση της στηθάγχης) και

 

2) χρησιμοποιώντας διαγονιδιακά ποντίκια από τα οποία αφαιρέθηκε το γονίδιο HCN2 με μεθόδους γενετικής μηχανικής.

 

Και στις δύο περιπτώσεις ο χρόνιος πόνος των διαβητικών ποντικιών εξαφανίστηκε, παρά την υψηλή γλυκόζη. Όταν δύο ανεξάρτητες προσεγγίσεις δίνουν πανομοιότυπο αποτέλεσμα, τότε αυξάνεται σημαντικά η σιγουριά για την εγκυρότητα του ευρήματος».

 

Τι σημαίνουν αυτά τα αποτελέσματα για τους ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη και ποια είναι τα επόμενα βήματα για το μέλλον;

«Τα ευρήματα, εφόσον επιβεβαιωθούν στους ανθρώπους, μπορούν να μεταφραστούν κλινικά σε μια εξελιγμένη θεραπεία για τον διαβητικό πόνο, ο οποίος μέχρι στιγμής δεν αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά. Από την πλευρά μας εξετάσαμε τους βασικούς υπόπτους και ανακαλύψαμε τον "εγκληματία" - τώρα την σκυτάλη παίρνει η χημεία φαρμάκων όπου στοχεύει στο να κατασκευαστεί μια ουσία που να απενεργοποιεί την HCN2 επαρκώς. Επιπλέον, αυτή η ουσία θα πρέπει να είναι επιλεκτική, δηλαδή να μην επιδρά στην λειτουργία άλλων κυτταρικών συστατικών πέρα της HCN2. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία συνήθως διαρκεί 6-10 χρόνια, λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων ασφάλειας που απαιτούνται.

 

Βεβαίως υπάρχει ήδη μια ουσία που μπλοκάρει την HCN2, η ιβαβραδίνη, η οποία χρησιμοποιείται στους ασθενείς με στηθάγχη διότι προκαλεί βραδυκαρδία. Δυστυχώς η βραδυκαρδία αποτελεί ιδιαίτερα ανεπιθύμητη παρενέργεια για τους διαβητικούς, συνεπώς θα πρέπει να διαπιστωθεί αν υπάρχει "θεραπευτικό παράθυρο" της ιβαβραδίνης, δηλαδή δοσολογία του υπάρχοντος φαρμάκου που να επιδρά στον πόνο αλλά όχι στην καρδιακή λειτουργία διαβητικών.

 

Πιθανώς η χρήση της ιβαβραδίνης να καταστεί δυνατή μόνο σε κάποιες κατηγορίες διαβητικών με καλή καρδιαγγειακή λειτουργία (αντίστοιχα, στην στηθάγχη η ιβαβραδίνη χρησιμοποιείται μόνο σε άτομα με τουλάχιστον 70 καρδιακούς παλμούς σε ηρεμία, χωρίς υπόταση ή καρδιοπάθειες).

 

Επιπλέον συνεργαζόμαστε ήδη με χημικούς με σκοπό να δημιουργήσουμε βελτιωμένες ουσίες βασισμένες στην χημική δομή της ιβαβραδίνης, οι οποίες θα στοχεύουν την HCN2 με μεγαλύτερη επιλεκτικότητα, χωρίς άλλες επιδράσεις σε άλλες πρωτεΐνες. Αυτές οι ουσίες προβλέπεται να είναι ισχυρά αναλγητικές στον διαβητικό πόνο χωρίς καμία άλλη παρενέργεια».

 

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν γενετικά τροποποιημένα ποντίκια για την μελέτη του διαβήτη. Το ποντίκι στα δεξιά είναι υπέρβαρο λόγω μιας μετάλλαξης στο γονίδιο της ορμόνης λεπτίνη, η οποία ελέγχει τον μεταβολισμό του λίπους. Αυτά τα διαγονιδιακά ποντίκια αναπτύσσουν διαβήτη τύπου 2 και υπερευαισθησία στον πόνο, όπως ακριβώς οι διαβητικοί ασθενείς, ενώ τα φυσιολογικά ποντίκια (αριστερά) όχι.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν γενετικά τροποποιημένα ποντίκια για την μελέτη του διαβήτη. Το ποντίκι στα δεξιά είναι υπέρβαρο λόγω μιας μετάλλαξης στο γονίδιο της ορμόνης λεπτίνη, η οποία ελέγχει τον μεταβολισμό του λίπους. Αυτά τα διαγονιδιακά ποντίκια αναπτύσσουν διαβήτη τύπου 2 και υπερευαισθησία στον πόνο, όπως ακριβώς οι διαβητικοί ασθενείς, ενώ τα φυσιολογικά ποντίκια (αριστερά) όχι.

 

— Η ανακάλυψή σας μπορεί να οδηγήσει σε θεραπεία ή σε ανασταλτική αντιμετώπιση του πόνου;

«Προς το παρόν μιλάμε για αναστολή του διαβητικού πόνου παρά μόνιμη θεραπεία, διότι η HCN2 είναι ο 'μεσάζοντας' παρά ο κύριος υπεύθυνος της πάθησης. Η διαβητική νευροπάθεια και ο χρόνιος πόνος προκαλούνται πρωτογενώς από την βλάβη και ευαισθητοποίηση των αισθητήριων νεύρων λόγω έκθεσης στην αυξημένη γλυκόζη. Όταν στο μέλλον θα είμαστε σε θέση να παρέμβουμε πιο ολοκληρωτικά μέσω γονιδιακής θεραπείας, τότε θα μπορέσουμε να στοχεύσουμε και σε μακρόπνοη θεραπεία».

 

- Η αρθρίτιδα ή οι ημικρανίες αποτελούν παθήσεις που αφορούν χρόνιους πόνους και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει θεραπεία. Σύμφωνα με την έρευνά σας θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για κάποια θεραπεία και για αυτές;

«Τα αποτελέσματα της τρέχουσας και άλλων μελετών στο εργαστήριο μας, δείχνουν πως η HCN2 εμπλέκεται στην παθογένεση και άλλων τύπων χρόνιου πόνου, όπως για παράδειγμα λόγω απευθείας τραυματισμού των νεύρων (π.χ. ατυχήματα, ακρωτηριασμοί), χημειοθεραπείας για καρκίνο, καθώς και σε πόνους που προκαλούνται λόγω φλεγμονής όπως στην αρθρίτιδα. Φαίνεται λοιπόν πως καθώς η HCN2 ελέγχει μια θεμελιώδη ιδιότητα των αισθητήριων νευρώνων του πόνου, αυτήν της ρύθμισης της συχνότητας με την οποία στέλνουν ηλεκτρικά σήματα προς τον εγκέφαλο, θεραπείες με βάση την HCN2 μπορούν να είναι χρήσιμες σε κάθε είδος χρόνιου πόνου ανεξάρτητα από την μοριακή αιτιολογία.

 

Ουσιαστικά η HCN2 είναι το φανάρι σε μια διασταύρωση που οδηγεί στον χρόνιο πόνο, δηλαδή το σημείο από το οποίο περνάνε διαφορετικά βιοχημικά μονοπάτια που καταλήγουν στον χρόνιο πόνο. Εμείς ήδη εξετάζουμε τον ρόλο της HCN2 στην αρθρίτιδα και στις ημικρανίες (οι οποίες δεν ξέρουμε ακόμα πώς ακριβώς προκαλούνται), και παρότι είναι ακόμα αρκετά νωρίς, έχουμε πολύ ελπιδοφόρα αποτελέσματα. Επιπλέον υπό εξέταση είναι και οι περιπτώσεις της χρόνιας φαγούρας καθώς και οι εμβοές (βουητό των αυτιών), οι οποίες μηχανιστικά έχουν πολλά κοινά με τον χρόνιο πόνο.

 

 

 

Who is Who

Ο Χριστόφορος Τσαντούλας γεννήθηκε το 1979. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Μετά την αποφοίτησή του το 2003, ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο University College London στη Μοριακή Βιολογία.

 

Εν συνεχεία έκανε διδακτορικό πάνω σε νευροεπιστήμες και επικεντρώθηκε στην έρευνα για το χρόνιο πόνο στο King's College London του Λονδίνου. Εργάστηκε στη φαρμακευτική εταιρεία Pfizer και στο Πανεπιστήμιο του Cambridge (2012-2014), με επίκεντρο την έρευνα στον χρόνιο πόνο.

  

Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, όπου πλέον έχει και βρετανική υπηκοότητα.