Πριν από έναν χρόνο περίπου, η αμερικάνικη εταιρεία Colossal Biosciences ανακοίνωσε την «ανάσταση» ενός εξαφανισμένου είδους, του ανταρόλυκου, εγείροντας ηθικά ερωτήματα ως προς την πρακτική.
Η δήλωση έκανε τον γύρο του κόσμου, και μέσα σε μόλις δύο ημέρες, ο υπουργός Εσωτερικών των ΗΠΑ, Νταγκ Μπέργκαμ, επικαλέστηκε την ιδέα της «ανάστασης ειδών» για να δικαιολογήσει την αποδυνάμωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας: «διάλεξε το αγαπημένο σου είδος και πάρε τηλέφωνο την Colossal».
Για τους επικριτές της τεχνολογίας της «ανάστασης εξαφανισμένων ειδών», γνωστή στη διεθνή ορολογία ως de-extinction, αυτή ακριβώς η αντίδραση επιβεβαίωσε τους φόβους τους. Ότι εάν πιστέψουμε ότι μπορούμε να φέρουμε πίσω όποιο είδος θέλουμε, γιατί να παλεύουμε να το προστατεύσουμε όσο ζει;
Τι έδειξε νέα μελέτη για τα εξαφανισμένα είδη και την εξοικείωση του ανθρώπου
Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Biological Conservation, επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα. Και το συμπέρασμα είναι πιο σύνθετο -και λιγότερο καταστροφικό- απ’ όσο φοβούνταν πολλοί.
Από τότε που εμφανίστηκε η ιδέα της τεχνολογικής «ανάστασης» εξαφανισμένων ειδών, οι επικριτές προειδοποιούν για έναν ηθικό κίνδυνο: την πιθανότητα οι άνθρωποι να γίνουν πιο ανεκτικοί στην εξαφάνιση ειδών, πιστεύοντας ότι η επιστήμη μπορεί αργότερα να διορθώσει τη ζημιά.
Η λογική είναι γνώριμη από άλλους τομείς. Αν έχεις ασφάλεια, μπορεί να πάρεις μεγαλύτερα ρίσκα. Αν πιστεύεις ότι η κλιματική κρίση μπορεί να «διορθωθεί» αργότερα με τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα, ίσως να μη νιώσεις την ίδια πίεση να μειώσεις τις εκπομπές σήμερα.
Αλλά μέχρι σήμερα, οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι τέτοιες τεχνολογίες δεν μειώνουν την υποστήριξη των πολιτών για περιβαλλοντική δράση. Η νέα έρευνα είναι η πρώτη που εξετάζει αν κάτι αντίστοιχο ισχύει και για την εξαφάνιση ειδών.
Τι εξέτασαν οι ερευνητές της μελέτης για τα εξαφανισμένα είδη
Οι ερευνητές παρουσίασαν σε 363 άτομα διαφορετικά σενάρια. Σε όλα, μια εταιρεία προχωρούσε σε ένα έργο με οικονομικό ή δημόσιο όφελος, το οποίο όμως οδηγούσε στην εξαφάνιση ενός ήδη απειλούμενου είδους.
Σε ένα από τα παραδείγματα, μια εταιρεία σχεδίαζε την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου για νέο λιμάνι, μέσα από τον τελευταίο βιότοπο του dusky gopher frog, ενός βατράχου που βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης. Το έργο θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην εξαφάνισή του.
Κάθε σενάριο είχε δύο εκδοχές: στην πρώτη, η εταιρεία «αντιστάθμιζε» τη ζημιά με επενδύσεις για την προστασία άλλων ειδών, στη δεύτερη, υποσχόταν ότι στο μέλλον θα χρησιμοποιούσε τεχνολογία de-extinction, εισάγοντας το DNA του εξαφανισμένου είδους σε ένα συγγενικό ζωντανό είδος.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν αν το έργο ήταν ωφέλιμο για το κοινό, η εξαφάνιση του είδους ήταν δικαιολογημένη, η «αντιστάθμιση» έκανε την εταιρεία λιγότερο υπαίτια, θα έπρεπε να επιτρέπονται παρόμοια έργα στο μέλλον. Ως προς τα συμπεράσματα, προέκυψε το εξής: η υπόσχεση της «τεχνολογικής ανάστασης εξαφανισμένων ειδών» δεν έκανε τους ανθρώπους πιο ανεκτικούς στην εξαφάνιση, σε σχέση με τις κλασικές μορφές περιβαλλοντικής αντιστάθμισης.
Με άλλα λόγια, η ύπαρξη της τεχνολογίας δεν φαίνεται από μόνη της να κάνει τους πολίτες να λένε «δεν πειράζει αν εξαφανιστεί, θα το φέρουμε πίσω».
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι ισχυρισμοί περί «αντιστροφής της εξαφάνισης» είναι παραπλανητικοί. Η γενετική μηχανική μπορεί να επαναφέρει χαμένα χαρακτηριστικά ενός εξαφανισμένου είδους σε συγγενικά είδη και να αποκαταστήσει οικολογικές λειτουργίες, δεν μπορεί όμως να ξαναδημιουργήσει το ίδιο το είδος.
Με πληροφορίες από The Conversation