Η αύξηση των μη μεταδοτικών νοσημάτων (NCDs) και τα ολοένα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας παγκοσμίως στρέφουν την προσοχή σε βασικούς παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η διατροφή και η σωματική δραστηριότητα.
Ένα από τα βασικά στοιχεία μιας υγιεινής διατροφής είναι τα φρούτα και τα λαχανικά. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), όλοι οι άνθρωποι άνω των 10 ετών θα πρέπει να καταναλώνουν τουλάχιστον 400 γραμμάρια φρούτων και λαχανικών ημερησίως.
Οι πιο συνηθισμένοι τρόποι κατανάλωσης φρούτων είναι ολόκληρα, σε χυμό ή σε smoothie – και δεν είναι όλοι το ίδιο υγιεινοί.
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Frontiers in Nutrition ανέλυσε τη σχέση μεταξύ κατανάλωσης ολόκληρων φρούτων, χυμών και smoothies με διάφορους δείκτες υγείας.
Η έρευνα περιλάμβανε περισσότερους από 400 συμμετέχοντες, τους οποίους κατέταξε σε τέσσερις ομάδες: όσους καταναλώνουν λίγα φρούτα, όσους πίνουν χυμούς, όσους καταναλώνουν smoothies και όσους προτιμούν ολόκληρα φρούτα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ομάδα με τη χαμηλότερη κατανάλωση φρούτων είχε τη χειρότερη συνολική εικόνα υγείας, ενώ ακολουθούσε η ομάδα που κατανάλωνε κυρίως χυμούς.
Συγκεκριμένα, όσοι έτρωγαν λίγα φρούτα παρουσίασαν τα υψηλότερα ποσοστά υπέρτασης και καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ όσοι κατανάλωναν χυμούς είχαν τα υψηλότερα επίπεδα χοληστερόλης και διαβήτη. Επιπλέον, ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (BMI) ήταν υψηλότερος τόσο στους καταναλωτές χυμών όσο και σε όσους έτρωγαν λίγα φρούτα, σε σύγκριση με εκείνους που προτιμούσαν ολόκληρα φρούτα ή smoothies.
Ο τρόπος κατανάλωσης φρούτων φάνηκε να σχετίζεται και με την ψυχική υγεία. Όσοι κατανάλωναν λίγα φρούτα ή προτιμούσαν χυμούς ανέφεραν περισσότερες δυσκολίες ψυχικής υγείας τον τελευταίο χρόνο, σε σχέση με τις ομάδες που κατανάλωναν ολόκληρα φρούτα ή smoothies.
Η ομάδα των χυμών εμφάνισε επίσης τα χαμηλότερα επίπεδα ενέργειας και τη χειρότερη ποιότητα ύπνου, κάτι που οι ερευνητές αποδίδουν στο γεγονός ότι οι χυμοί προσφέρουν λιγότερη ενέργεια και κορεσμό σε σχέση με τις άλλες μορφές κατανάλωσης φρούτων.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ smoothie και χυμού;
Τα φρούτα αποτελούν πλούσια πηγή απαραίτητων θρεπτικών συστατικών, φυτικών ινών και αντιοξειδωτικών, συμβάλλοντας στη συνολική υγεία, την καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος, την ενίσχυση του ανοσοποιητικού και την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων.
Ωστόσο, σημαντικό μέρος των ωφέλιμων συστατικών των φρούτων χάνεται κατά την επεξεργασία τους σε χυμό.
Αντίθετα, η παρασκευή smoothie μέσω πολτοποίησης διατηρεί τις φυτικές ίνες και μπορεί να ενισχύσει τη βιοδιαθεσιμότητα θρεπτικών συστατικών όπως η βιταμίνη C και το φυλλικό οξύ, προσφέροντας συνολικά καλύτερη διατροφική αξία σε σχέση με τον χυμό.
Έχει σημασία και η ποσότητα;
Παρότι ορισμένοι τρόποι κατανάλωσης φρούτων φαίνεται να είναι πιο υγιεινοί από άλλους, οι ειδικοί τονίζουν ότι το κλειδί είναι πάντα το μέτρο.
Η Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) στο Ηνωμένο Βασίλειο συνιστά η κατανάλωση χυμών φρούτων και λαχανικών να μην ξεπερνά συνολικά τα 150 ml ημερησίως.
Τα οφέλη από χυμούς και smoothies διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το είδος του φρούτου που χρησιμοποιείται. Τα εσπεριδοειδή είναι πλούσια σε βιταμίνη C, τα μύρτιλα (blueberries) ξεχωρίζουν για τις αντιοξειδωτικές τους ιδιότητες και την περιεκτικότητά τους σε βιταμίνες C και K, φυτικές ίνες και μαγγάνιο, ενώ τα κράνμπερι (cranberries), χάρη στις προανθοκυανιδίνες (PACs), χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια για την πρόληψη υποτροπιαζουσών λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος.
Με πληροφορίες από euronews.com