Το ανθρώπινο μυαλό περιπλανιέται συχνά. Είτε είμαστε απασχολημένοι στη δουλειά είτε κάνουμε δουλειές του σπιτιού είτε γυμναζόμαστε, οι σκέψεις μας συχνά απομακρύνονται από το έργο που έχουμε μπροστά μας.
Αυτές οι αυθόρμητες σκέψεις στρέφονται μερικές φορές προς τις σωματικές αισθήσεις, όπως ο καρδιακός παλμός ή η αναπνοή μας, και αυτό μπορεί να επηρεάσει την άμεση συναισθηματική μας κατάσταση και τη μακροπρόθεσμη ψυχική μας υγεία, αναφέρουν ερευνητές στο περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences.
Πολλές μελέτες επικεντρώνονται στη σκέψη γύρω από αναμνήσεις, γεγονότα και άλλους ανθρώπους - αυτό που οι επιστήμονες θεωρούν γνωστικές πτυχές της περιπλάνησης του νου, λέει ο Micah Allen, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ώρχους στη Δανία.
Η έρευνα αυτή υποδηλώνει ότι η περιπλάνηση του νου παίζει σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό, τη μάθηση, τη δημιουργικότητα και άλλες βασικές νοητικές διεργασίες. Έχει επίσης συνδεθεί με αρνητικά συναισθήματα, ενώ ορισμένες μορφές της - όπως η εμμονική ανακύκλωση σκέψεων γύρω από λάθη του παρελθόντος - μπορεί να συμβάλλουν στην εμφάνιση κατάθλιψης, διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και άλλων ψυχικών διαταραχών.
Ωστόσο, το πώς το μυαλό μπορεί να «παρασύρεται» προς σωματικές αισθήσεις - κάτι που ορισμένοι ερευνητές αποκαλούν «body wandering» (περιπλάνηση στο σώμα) - και οι επιπτώσεις του, έχουν σε μεγάλο βαθμό παραβλεφθεί, διερωτάται ο Allen.
Ο ίδιος και οι συνεργάτες του ζήτησαν από 536 άτομα να παραμείνουν ακίνητα μέσα σε έναν μαγνητικό τομογράφο και στη συνέχεια να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το τι σκέφτονταν εκείνη την ώρα. Εκτός από τα τυπικά περιεχόμενα των ονειροπολήσεων, όπως αναμνήσεις, σχέδια ή κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι έδιναν προσοχή σε σωματικές αισθήσεις, όπως η αναπνοή, οι καρδιακοί παλμοί και η ουροδόχος κύστη. Η ομάδα εντόπισε επίσης ενδείξεις αυτού του φαινομένου στις μαγνητικές τομογραφίες: η «σωματική» ονειροπόληση φάνηκε να έχει διαφορετική εγκεφαλική υπογραφή από εκείνη της «γνωστικής» ονειροπόλησης.
Τα ερωτηματολόγια έδειξαν ότι όσο περισσότερο οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι ασχολούνταν με το «body wandering», τόσο πιο πιθανό ήταν να δηλώνουν ότι ένιωθαν αρνητικά συναισθήματα κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Η συν-συγγραφέας της μελέτης Leah Banellis, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ώρχους, σημειώνει ότι αυτή η αρνητική συναισθηματική εμπειρία μπορεί να σχετίζεται με τον περιορισμένο και κλειστό χώρο του μαγνητικού τομογράφου. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι η σχέση αυτή ισχύει και εκτός αυτού του πλαισίου. Μια μελέτη του 2024, όπου οι συμμετέχοντες κατέγραφαν εμπειρίες μέσω κινητών τηλεφώνων μέσα στη μέρα, διαπίστωσε επίσης ότι η εστίαση στο σώμα συνδέεται με αρνητική διάθεση.
Η άλλη εικόνα
Από την άλλη πλευρά, οι συμμετέχοντες που ανέφεραν μεγαλύτερη συνολικά ενασχόληση με το «body wandering» εμφάνιζαν λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης και ΔΕΠΥ, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερωτηματολογίων.
Σε άλλες μελέτες, και οι δύο αυτές καταστάσεις έχουν συνδεθεί με αυξημένα επίπεδα «παραδοσιακής» νοητικής περιπλάνησης και μειωμένη ενδοδεκτικότητα — δηλαδή την ικανότητα να συνδέεται κανείς με τις αισθήσεις του σώματός του. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η επαφή με τα εσωτερικά σήματα του σώματος μπορεί να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι σε ορισμένα επιβλαβή μοτίβα σκέψης, αναφέρουν οι συγγραφείς. Και ενώ τα αρνητικά συναισθήματα μπορεί να συμπίπτουν στιγμιαία με αυξημένη «σωματική περιπλάνηση», μακροπρόθεσμα η τάση να εστιάζει κανείς στο σώμα ίσως έχει πιο σταθεροποιητικό ή προστατευτικό ρόλο, ιδιαίτερα για άτομα που έχουν τάση για αρνητική ανακύκλωση σκέψεων ή δυσκολίες προσοχής, σύμφωνα με τη Banellis.
Ένας βασικός περιορισμός της μελέτης είναι ότι οι εσωτερικές σκέψεις των συμμετεχόντων καταγράφηκαν μόνο μία φορά, μετά το τέλος της διαδικασίας, επισημαίνει ο Aaron Kucyi, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Drexel της Φιλαδέλφειας, ο οποίος δεν συμμετείχε αλλά αξιολόγησε τη μελέτη. «Γνωρίζουμε από την έρευνα ότι η περιπλάνηση του νου είναι δυναμική, μεταβάλλεται με τον χρόνο και διαφέρει από άτομο σε άτομο», λέει. «Μια μεμονωμένη μέτρηση που προσπαθεί να συνοψίσει όλη αυτή την εμπειρία μπορεί να χάνει σημαντικές αποχρώσεις».
Παρόλα αυτά, η εργασία αυτή αποτελεί σημαντική συμβολή στο πεδίο, τονίζει ο Kucyi. Μέχρι σήμερα, οι ερευνητές που μελετούν την ενδοδεκτικότητα και εκείνοι που μελετούν την περιπλάνηση του νου λειτουργούσαν σε μεγάλο βαθμό ξεχωριστά, αλλά τα νέα αυτά ευρήματα είναι πιθανό να τους ωθήσουν να συνδυάσουν τις προσεγγίσεις τους. «Πιστεύω ότι θα έχει σημαντική επιρροή», καταλήγει.
Με πληροφορίες από sciencenews.com