Την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης προκάλεσε χθες τροπολογία του υπουργείου Εργασίας που καταργεί μεταξύ άλλων τη διάταξη για τη θεσμοθέτηση του «βάσιμου λόγου» για την απόλυση εργαζόμενων. 

 

Η επίμαχη τροπολογία καταργεί επίσης διατάξεις που αφορούν στη συνυπευθυνότητα για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας (μεταξύ εκείνου που αναθέτει την εκτέλεση ενός έργου και του εργολάβου ή υπεργολάβου που το αναλαμβάνει) καθώς στις αλλαγές των ημερομηνιών, σε περίπτωση της συμφιλιωτικής διαδικασίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη.

 

Ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης κατέθεσε την τροπολογία λίγη ώρα πριν την ολοκλήρωση της ψήφισης του διυπουργικού νομοσχεδίου, προκαλώντας την άμεση αντίδραση των κοινοβουλευτικών ομάδων του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και του ΜέΡΑ25 που αποχώρησαν από τη διαδικασία.

 

Τι προέβλεπε η διάταξη

Η διάταξη Αχτσιόγλου για το βάσιμο λόγο ως σωρευτικό κριτήριο εγκυρότητας για την καταγγελία μιας εργασιακής σχέσης, προέβλεπε πως η απόλυση είναι έγκυρη, αν ο λόγος απόλυσης είναι «βάσιμος» και οφείλεται στη μη ικανότητα του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας, την ακατάλληλη συμπεριφορά του ή στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης.

 

Η καταγγελία έπρεπε να έχει γίνει εγγράφως, να έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και να έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ μισθολόγια ή να έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, το βάρος της απόδειξης έφερε ο εργοδότης.

 

Στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι ήταν αναγκαία η κατάργηση καθώς προκαλούσε σύγχυση και στρέβλωση του πνεύματος και του γράμματος του άρθρου 24 αναθεωρημένου ευρωπαϊκού κοινωνικού χάρτη ως προς τα προστατευόμενα δικαιώματα των εργαζόμενων.

 

 

Ωστόσο νομικοί κύκλοι εκφράζουν ενστάσεις ως προς την συνταγματικότητα της αναδρομικής εφαρμογής της κατάργησης της διάταξης, αφού η τροπολογία που υπερψηφίστηκε χθες στο κοινοβούλιο, προβλέπει ότι καταργείται αφότου ίσχυσε. Σύμφωνα με τον εργατολόγο Γιάννη Καρούζο, εκατοντάδες ή και χιλιάδες αγωγές που έχουν ήδη κατατεθεί για την ακύρωση απολύσεων θα εκπέσουν στα δικαστήρια.

 

Οι ενστάσεις επιχειρηματιών στη διάταξη Αχτσιόγλου

Όταν είχε περάσει η διάταξη, πολλοί επιχειρηματίες εξέφραζαν την ανησυχία τους ότι θα ανακόψει τις προσλήψεις νέου προσωπικού, καθώς πλέον θα λάμβαναν υπόψιν τους πόσο περίπλοκο θα ήταν να απολύσουν μελλοντικά κάποιον εργαζόμενο με σύμβαση αορίστου χρόνου. Και αυτή ακριβώς η δυσκολία θα τους ωθούσε σε περισσότερες συμβάσεις με «ευέλικτες μορφές» εργασίας. 

 

 

Βρούτσης: Επαναφέρουμε την προστατευτική «ασπίδα» του εργαζόμενου

Σε συνέντευξή του, ο κ. Βρούτσης υποστήριξε πως με την τροπολογία ισχυροποιείται «όλο το εργατικό Δίκαιο» αφού επανέρχεται στην αρχική του μορφή. «Αν το πίστευε ο ΣΥΡΙΖΑ ότι στήριζε τους εργαζόμενους, θα έφερνε το νομοσχέδιο νωρίτερα κι όχι τον Μάιο του 2019. Έλεγε ότι "με αυτή τη διάταξη θα προστατεύσουμε τους εργαζόμενους και δεν θα γίνουν απολύσεις". Μετά την ψήφιση της διάταξης του ΣΥΡΙΖΑ, οι απολύσεις αυξήθηκαν κατά 17.000 και μέχρι και τον Ιούλιο υπήρξε αύξηση των απολύσεων σε κάθε μήνα. Η διάταξη λειτούργησε αντίθετα. Επαναφέρουμε την προστατευτική «ασπίδα» του εργαζόμενου» κατέληξε ο υπουργός. 

 

Τσίπρας: Μνημονιακές τροπολογίες «στα κλεφτά»

Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, καταδίκασε την κατάργηση των διατάξεων, με μία αιχμηρή ανάρτησή του στο Facebook: «Τροπολογίες, πέντε λεπτά πριν τη λήξη της διαδικασίας που καταργούν τον πυρήνα της φιλεργατικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, έφερε αιφνιδιαστικά η κυβέρνηση. Καταργούν την υποχρέωση των εργοδοτών να αιτιολογούν απολύσεις καθώς και την ευθύνη εργολάβων/υπεργολάβων απέναντι στους εργαζόμενούς τους. Και νομοθετούν καθ' υπαγόρευση του ΣΕΒ και δεν τολμούν να υπερασπιστούν την επιλογή τους. Στα κλεφτά φέρνουν μνημονιακές τροπολογίες, μετά τα μνημόνια. Ο ελληνικός λαός και οι εργαζόμενοι τους έχουν πάρει χαμπάρι. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι τελικά κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΣΕΒ».

 

Kυβερνητικές πηγές πάντως, υποστηρίζουν από την πλευρά τους πως η νομοθεσία που εισήγαγε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Μάιο επιδεινώνει «ραγδαία μια βασική παθογένεια του ελληνικού συστήματος, τις καθυστερήσεις στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων που φτάνουν να τελεσιδικούν έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα 2-5 ετών».

 

Όπως μεταφέρουν οι ίδιες πηγές, σε περίπτωση που, για το κύρος της καταγγελίας μιας σύμβασης εργασίας, καταστεί υποχρεωτική η αναγραφή του «βάσιμου λόγου», τότε ο εργαζόμενος είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο διαπόμπευσης, καθώς στο κείμενο της καταγγελίας θα αναγράφεται ρητά ότι δεν είναι κατάλληλος για τη θέση εργασίας.

 

Ευθύνη αναθέτοντος εργολάβου
Αναφορικά με την ευθύνη αναθέτοντος εργολάβου και υπεργολάβου έναντι εργαζομένων, το υπουργείο υποστηρίζει ότι η διάταξη πρέπει να καταργηθεί ώστε να είναι σαφής η ευθύνη του εργοδότη έναντι των εργαζομένων που αυτός απασχολεί, ανεξαρτήτως των συμβατικών σχέσεων που αναπτύσσει ο εργοδότης με τρίτους ως επιχειρηματίας.

 

 

Η κατάργηση του βάσιμου λόγου απόλυσης ήταν αναγκαία σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές για τους εξής λόγους:

1. Η Ελλάδα έχει ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο και τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (ΑνΕΚΧ) που κυρώθηκε από τη Βουλή το 2016.

2. Στη δυσάρεστη περίπτωση απόλυσης εργαζομένου υπήρχαν δύο επιλογές: είτε ο «βάσιμος λόγος απόλυσης» χωρίς αποζημίωση, είτε η καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο χωρίς «βάσιμο λόγο απόλυσης».

3. Με το άρθρο 48 του ν. 4611/2019, της προηγούμενης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που ήρθε προς ψήφιση τον Μάϊο, λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, πλέον υπάρχει μία μόνον επιλογή: η καταγγελία της σύμβασης να γίνεται μόνο για «βάσιμο λόγο».

4. Η ρύθμιση αυτή όχι μόνο δεν είναι «φιλεργατική» αλλά λειτουργεί εναντίον των εργαζομένων, καθώς:

(α) δυσχεραίνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, και

(β) φέρνει τους ήδη εργαζόμενους σε χειρότερη θέση, καθώς στιγματίζεται για τον υπόλοιπο εργασιακό βίο ο εργαζόμενος που απολύεται.

5. Επιπλέον, με το άρθρο 58 του ίδιου νόμου επιδεινώνεται ραγδαία μια βασική παθογένεια του ελληνικού συστήματος, που είναι οι καθυστερήσεις στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων.

6. Η νέα κυβέρνηση με την κατάργηση αυτών των άρθρων - με βασικό της μέλημα τη δημιουργία πολλών νέων θέσεων εργασίας και την αποτελεσματική προστασία των υφιστάμενων - επιτυγχάνει τα εξής:

I. Καταργεί τον «κόφτη» στις προσλήψεις που έβαλε η προηγούμενη κυβέρνηση. Ενδεικτικά, από το συνδυασμό των πολιτικών της προηγούμενης κυβέρνησης και της εφαρμογής του άρθρου 48, τον Ιούλιο 2019 το ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων ήταν αρνητικό κατά 14.691 θέσεις.

II. Βάζει τέλος στον ουσιαστικό διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που έχουν εργασία και εκείνων που είναι άνεργοι, ή μόλις ξεκινούν τον εργασιακό τους βίο (insiders/outsiders της αγοράς εργασίας).

III. Αποτρέπει τη μαζική μετατροπή σχέσεων εργασίας σε ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις έργου, και σε υπεργολαβίες, και θα οδηγούσε τελικά σε σημαντική ενίσχυση της «μαύρης», αδήλωτης, εργασίας.