Η Γροιλανδία αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους κόμβους της παγκόσμιας κλιματικής επιστήμης.
Επί δεκαετίες, διεθνείς ερευνητικές ομάδες έχουν αποκτήσει πρόσβαση στους πάγους, τα πετρώματα και τον θαλάσσιο βυθό της Γροιλανδίας, αποκαλύπτοντας καθοριστικές πληροφορίες για την εξέλιξη του κλίματος και τη σχέση θερμοκρασίας και διοξειδίου του άνθρακα.
Περίπου το 80% της Γροιλανδίας καλύπτεται από έναν τεράστιο παγετώνα, ο οποίος, αν έλιωνε πλήρως, θα προκαλούσε άνοδο της παγκόσμιας στάθμης της θάλασσας κατά περίπου επτά μέτρα.
Ήδη, η επιταχυνόμενη τήξη των πάγων απελευθερώνει μεγάλες ποσότητες γλυκού νερού στον Βόρειο Ατλαντικό, με πιθανές συνέπειες στα ωκεάνια ρεύματα που επηρεάζουν το κλίμα στο βόρειο ημισφαίριο.
Παράλληλα, το υπόλοιπο 20% του νησιού διαθέτει σημαντικούς ορυκτούς πόρους.
Το ενδιαφέρον εστιάζει κυρίως στα λεγόμενα «κρίσιμα ορυκτά», απαραίτητα για την ενεργειακή μετάβαση και τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και όχι σε ορυκτά καύσιμα, των οποίων η εξόρυξη παραμένει περιορισμένη.
Η απρόσκοπτη πρόσβαση στη Γροιλανδία για επιστημονική έρευνα βασίζεται σε ένα καθεστώς διεθνούς συνεργασίας και πολιτικής σταθερότητας.
Οποιαδήποτε μονομερής επιβολή ελέγχου θα μπορούσε να διαταράξει αυτή την ισορροπία, θέτοντας σε κίνδυνο την ελεύθερη ανταλλαγή δεδομένων και τη συλλογική προσπάθεια κατανόησης της κλιματικής αλλαγής.
Η εμπειρία από άλλες πολικές περιοχές, όπως η Ανταρκτική, δείχνει ότι η προστασία της επιστημονικής έρευνας μέσω συνεργατικών πλαισίων είναι καθοριστική.
Το μέλλον της Γροιλανδίας και της κλιματικής επιστήμης, εξαρτάται από τη συνέχιση της έρευνας με όρους που σέβονται την κυριαρχία και τη βούληση των κατοίκων της.
Με πληροφορίες από theconversation.com