Ενώ η στάθμη των θαλασσών ανεβαίνει παγκοσμίως, στη Βαλτική καταγράφηκε στις αρχές Φεβρουαρίου μια απότομη πτώση που ξεχώρισε. Από τη λεκάνη της θάλασσας «έφυγαν» περίπου 275 κυβικά χιλιόμετρα νερού, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 275 δισ. τόνους, ενώ η στάθμη βρέθηκε 67 εκατοστά χαμηλότερα από τον μέσο όρο που καταγράφεται από το 1886.
Οι ειδικοί σημειώνουν ότι πρόκειται για εξαιρετικά σπάνια εικόνα, η οποία αποδίδεται σε έναν συνδυασμό μετεωρολογικών συνθηκών.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ωκεανολογίας της Πολωνικής Ακαδημίας Επιστημών, οι επίμονοι ισχυροί ανατολικοί άνεμοι από τις αρχές Ιανουαρίου έδιωξαν μάζες νερού μέσω των Δανικών Στενών προς τη Βόρεια Θάλασσα, προκαλώντας πτώση της στάθμης σε ολόκληρη τη λεκάνη. Το φαινόμενο ενισχύθηκε από παρατεταμένο πεδίο υψηλών πιέσεων και από την έλλειψη μετώπων που θα άλλαζαν τη διάταξη των πιέσεων και των ανέμων.
Οι επιστήμονες επιμένουν ότι τέτοια επεισόδια δεν αναιρούν την κλιματική αλλαγή. Αντίθετα, τα βλέπουν ως μέρος της αύξησης των ακραίων και ασυνήθιστων καιρικών επεισοδίων, που συνδέονται με διαταραχές μεγάλης κλίμακας στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία. Ο ερευνητής Τόμας Κιγιέφσκι εξηγεί ότι κομβικό ρόλο παίζουν διαταραχές στον πολικό στρόβιλο και στον αεροχείμαρρο, που επηρεάζουν το πού «κάθονται» τα πεδία υψηλών και χαμηλών πιέσεων πάνω από την Ευρώπη. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παρατεταμένες αντικυκλωνικές συνθήκες, κύματα ψύχους ή ασυνήθιστα θερμές περίοδοι στον Βορρά.
Για να το εξηγήσουν πιο απλά, ερευνητές μιλούν για το «φαινόμενο του ανοιχτού ψυγείου». Η ιδέα είναι ότι ο ψυχρός αέρας της Αρκτικής δεν μένει «σφραγισμένος» στον Βορρά, αλλά διαχέεται ευκολότερα προς χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη, επηρεάζοντας τα μοτίβα καιρού.
Η Βαλτική θάλασσα αλλάζει εδώ και δεκαετίες
Πέρα από το συγκεκριμένο επεισόδιο, η Βαλτική αλλάζει σταδιακά εδώ και δεκαετίες. Η εικόνα επηρεάζεται και από μακροχρόνιους παράγοντες, όπως οι αυξημένες βροχοπτώσεις και η σταδιακή ανύψωση του εδάφους από την τελευταία παγετωνική περίοδο, που κάνει τη θάλασσα πιο ρηχή. Τα ρηχά νερά θερμαίνονται πιο εύκολα, ενώ οι ρυθμισμένοι ποταμοί μεταφέρουν στη θάλασσα περισσότερα θρεπτικά συστατικά, κυρίως φωσφόρο, παράγοντας που ευνοεί την ανάπτυξη κυανοβακτηρίων, δηλαδή των γνωστών «πρασινογάλαζων φυκών». Το μείγμα αυτό, όπως σημειώνουν οι ειδικοί, οδηγεί σε λιγότερο αλμυρά και πιο ζεστά νερά και αυξάνει τις πιθανότητες για εξάρσεις φυκών, οι οποίες μειώνουν το διαθέσιμο οξυγόνο.
Οι ωκεανογράφοι προειδοποιούν ότι η πτώση της στάθμης στη Βαλτική είναι επεισόδιο καιρού, αλλά έρχεται πάνω σε μια μακρά τάση θέρμανσης των θαλασσών, η οποία κάνει τα φαινόμενα πιο έντονα και πιο απρόβλεπτα. Ένα από τα πιο ορατά πλήγματα της υπερθέρμανσης είναι η λεύκανση των κοραλλιών, όταν η άνοδος της θερμοκρασίας οδηγεί στην κατάρρευση ολόκληρων υφάλων σε σύντομο χρόνο, με συνέπειες που φτάνουν μέχρι και την αλιεία. Οι επιστήμονες επισημαίνουν επίσης ότι η εξόρυξη μεταλλικών πόρων από τον βυθό μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη υποβάθμιση, καθώς τα αιωρούμενα υλικά διασπείρονται στη στήλη του νερού και περιορίζουν το φως και τον χώρο που χρειάζονται θαλάσσιοι οργανισμοί.
Για τη Βαλτική, οι ειδικοί σημειώνουν ότι, παρά τη φήμη της ως μία από τις πιο επιβαρυμένες θάλασσες, η κατάσταση έχει βελτιωθεί χάρη σε επενδύσεις σε βιολογικούς καθαρισμούς και σε κοινές πολιτικές των χωρών της περιοχής, σε συντονισμό με την HELCOM και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, λόγω της ιδιαίτερης υδρολογίας της, η ανταλλαγή νερού με τον ωκεανό γίνεται αργά και η φυσική αποκατάσταση χρειάζεται χρόνο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων που συσσωρεύονται είναι ο γάδος (το γένος στο οποίο ανήκει ο μπακαλιάρος), του οποίου ο πληθυσμός βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Για να αναπαραχθεί χρειάζεται βαθύτερα, πιο αλμυρά και πιο ψυχρά νερά, όμως εκεί οι συνθήκες γίνονται ολοένα λιγότερο ευνοϊκές, καθώς σε ορισμένες περιοχές εμφανίζονται και ζώνες με χαμηλό οξυγόνο.
Ως πρακτικό συμπέρασμα, οι ειδικοί λένε ότι το πιο ουσιαστικό είναι να μειωθεί η ανθρώπινη πίεση, από τη ρύπανση και τα θρεπτικά φορτία έως παρεμβάσεις που επιβαρύνουν ένα σύστημα το οποίο ήδη αλλάζει γρήγορα.
Με πληροφορίες από Euronews