Μεγάλωσα εκεί όπου μένω ακόμα, σε ένα σημείο τέλος Παγκρατίου, τέλος Μετς, «Γούβα» το λένε. Είναι ιστορικό μέρος από τον πόλεμο, εκεί βρισκόταν ένα αρχηγείο της Αντίστασης. Ο παππούς μου έχτισε μια μονοκατοικία το 1957. Όταν γεννήθηκα, το '63, έριξε ο μπαμπάς μου έναν όροφο από πάνω. Εκείνος είχε γεννηθεί στα Πατήσια, στην πλατεία Αμερικής, ενώ η μητέρα μου στον Νέο Κόσμο. Η οικογένεια του μπαμπά, που είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, ήταν λίγο πιο αστοί ‒ ο παππούς ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Της μητέρας μου ήρθαν από την Καλλίπολη με τις ανταλλαγές πληθυσμών, είχαν πάρει αρχικά έναν κλήρο στα Γιαννιτσά κι έφτασαν μετά εδώ ως πρόσφυγες, τους έδωσαν και κάποια χωράφια στο Ελληνικό. Θυμάμαι, σαν όνειρο, να βλέπω γύφτο με αρκούδα έξω από το σπίτι μου. Έτσι ήταν το Παγκράτι τότε, αστικό μέρος, αλλά εκείνη η μεριά της Γούβας ήταν το τελείωμά του. Πηδάγαμε τις αυλές και παίζαμε ποδοσφαιράκι, Σουμπούτεο...


• Στο υπόγειο του σπιτιού ο παππούς κατασκεύαζε τεχνητά άνθη για γάμους και βαφτίσεις. Τα δυο του αδέρφια είχαν πάει στη Γαλλία και είχαν παντρευτεί Γαλλίδες – έχουμε οικογένεια εκεί, έχω ξαδέρφια που τα αγαπώ πολύ. Ο παππούς πηγαινοερχόταν στη Γαλλία, έφερνε υφάσματα, βελούδα. Το εργαστήριο με μάγευε, οι κοπέλες έφτιαχναν λουλούδια με τα χέρια τους, με χρυσόσκονες, κόλλες, ολόκληρα μπουκέτα. Τα σιδέρωναν και τα έδιναν χονδρική στα μαγαζιά της Ερμού, για βαφτίσεις και γάμους.


• Ο πατέρας μου είχε χρήματα, ήταν πολιτικός μηχανικός στη ΔΕΗ, έχει κάνει ένα πολύ μεγάλο έργο στην Ελλάδα, το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο των Κρεμαστών. Όταν γεννήθηκα, έκανε δώρο στη μαμά μου ένα αυτοκίνητο, μια λευκή Citroën βάτραχο. Iconic αυτοκίνητο. Τη θυμάμαι πάντα να οδηγεί και να καπνίζει, να μας πηγαίνει βόλτα. Η μητέρα μου ήταν αυτό που βλέπουμε στις ελληνικές ταινίες, που παίζανε χαρτιά, καπνίζανε, βγαίνανε πολύ. Είχε ζήσει και στη Γαλλία μερικά χρόνια, σκεφτόταν να μείνει εκεί, είχε ταμπεραμέντο εξωτερικού. Τα καλοκαίρια φεύγαμε τρεις μήνες ‒ φόρτωναν ένα φορτηγό ολόκληρο και πηγαίναμε για διακοπές στη Γλυφάδα, μαζί με φίλους των γονιών μου. Κάποια μητέρα, κάθε μέρα, μας έπαιρνε, όλα τα παιδιά, και μας πήγαινε στη θάλασσα. Θυμάμαι μια φορά τη μάνα μου να έχει βάλει μέσα στη Citroën δέκα παιδιά. Ένα κορίτσι, την Πένυ, το βάλαμε στο πορτμπαγκάζ.

 

Όταν έκανα το coming out, δεν τους άρεσε. Δεν ήταν προαποφασισμένο. Από το κανάλι έφαγα τρελό ξέχεσμα και από κείνη την ημέρα μού βάλανε επίτροπο τη Λόλα Νταϊφά να έρχεται μαζί μου στις συνεντεύξεις που έδινα για να μην πω καμιά μαλακία. Άρχισαν να μου κόβουν ό,τι θέμα είχε σχέση με γκέι. Ξενέρωνα, γίνονταν χοντράδες, εγώ δεν είχα μάθει να με κόβουν.


• Σχολείο πήγα στη Λεόντειο της Νέας Σμύρνης. Δώδεκα χρόνια εκεί. Ήταν μαύρη περίοδος από την αρχή. Νομίζω ότι σταμάτησα να κλαίω στη Δ' Δημοτικού, όταν σιώπησα για πάντα. Στις αρχές έκανα εμετό, δεν ήμουν καθόλου δημοφιλής, δεν άντεχα να είμαι εκεί. Μια χρονιά, το Πάσχα, πρέπει να ήμουν Α' ή Β' Δημοτικού, μας έδειξαν μια ταινία με τα Πάθη του Χριστού. Με έβγαλαν ημιλιπόθυμο από το κλάμα. Από τις πιο τραυματικές εμπειρίες, να βλέπω έναν άνθρωπο να τον βαράνε με καρφιά σε γκρο πλαν. Στο γυμνάσιο είχα έναν καλό φιλόλογο, νέο, με όραμα. Είχε φτιάξει μια θεατρική ομάδα και ήμουν από τους πρώτους που συμμετείχαν. Στη Γ' Γυμνασίου ανεβάσαμε «Οιδίποδα Τύραννο». Εγώ ήμουν στον Χορό, ο καθηγητής είχε κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική την είχε γράψει ο Σταμάτης Κραουνάκης ‒τότε ήταν στο Πάντειο, πριν κάνει οτιδήποτε‒, τα σκηνικά ο Κλώνης, ένας σκηνογράφος του Εθνικού, και τις χορογραφίες η Νέλλη Καρρά. Ήταν ένα σχολείο όπου, αν ήθελες να κάνεις κάτι καλλιτεχνικό, το 'κανες. Είχαμε στούντιο φωτογραφίας, συγκρότημα μουσικό, υπήρχαν λύσεις. Εκεί βρήκα τον εαυτό μου.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
O Φώτης Σεργουλόπουλος σε παιδική ηλικία. Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου


• Το θέατρο ήρθε σ' εμένα από πολύ νωρίς. Αδερφή της μαμάς μου είναι η Κατερίνα Γιουλάκη κι έτσι μεγάλωσα στα θέατρα. Στην Ε' και ΣΤ' Δημοτικού πήγαινα για αγγλικά στη ΧΑΝ, Ομήρου και Ακαδημίας γωνία – όταν αργότερα άκουσα το «YMCA» και κατάλαβα ότι ήταν η ΧΑΝ, ήμουν πολύ περήφανος που έκανα αγγλικά εκεί! Η θεία μου έπαιζε στην Ιπποκράτους και μετά τα αγγλικά πήγαινα στο θέατρο. Με ήξεραν οι ταξιθέτριες, καθόμουν στα καμαρίνια και μου είχαν έτοιμο ένα τοστ και μια πορτοκαλάδα. Θυμάμαι να βλέπω από την κουίντα την πόρτα να ανοίγει, να μπαίνει φως και να χειροκροτά ο κόσμος αποκάτω. Ήταν κάτι μαγικό. Μου άρεσε το φως της σκηνής.

 

• Αφήνοντας το σχολείο, έγινε η αποκάλυψη! Πρώτο έτος πήγα στη Δραματική του Ωδείου Αθηνών, όπου είχα δάσκαλο τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Την επόμενη χρονιά έφυγε ο Ηλιόπουλος, έφυγα κι εγώ ‒ το υπόλοιπο ήταν λίγο παλιακό. Συνέχισα στη Βεάκη. Εκεί είχα δασκάλους τον Νικήτα Τσακίρογλου και τη Ράσμη Τσόπελα. Με το που μπήκα στη σχολή, έγινα αυτό που ήθελα να γίνω – και σε προσωπικό επίπεδο, γιατί υπήρχε ανεκτικότητα για όλα. Τότε, αρχές '80s, γνώριζες κάποιον κι αν δεν έκανες σεξ μαζί του, δεν ήταν σωστή η γνωριμία. Αγόρια, κορίτσια, τα πάντα. Δεν υπήρχε συγκρατημός. Είχα έναν συμμαθητή, τον Σπύρο, που μετά έγινε καλόγερος στο Όρος Σινά. Τελειώναμε τη σχολή και βγαίναμε. Τότε πήγα στο πρώτο μου γκέι κλαμπ, το «Why not» στην Πλάκα, στην Αδριανού, ένα υπόγειο μεγάλο. Έπειτα, η γκέι Μέκκα μεταφέρθηκε στο Κολωνάκι, με τον Αλέκο, την Place στην Τσακάλωφ, το Alibi και αργότερα το Alexander.


• Μετά τη σχολή, το '84, αποφάσισα να πάω στρατό για να ξεμπερδεύω. Εγώ ήμουν ένα παιδάκι που Πάσχα κάναμε σε μια αυλή φίλων μας στην Αχαρνών, διακοπές στη Γλυφάδα, δεν είχαμε χωριό, δεν πηγαίναμε πουθενά. Μπαίνω Ναυτικό στον Σκαραμαγκά, καλοκαίρι, μες στη ζέστη, κι αρχίζω να συγχρωτίζομαι με ανθρώπους που ούτε φανταζόμουν ότι υπήρχαν. Εγώ είχα θεατρική παιδεία και νόμιζα ότι όλοι γνώριζαν τα σονέτα του Σαίξπηρ, ζούσα σε έναν άλλο κόσμο. Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν άνθρωποι που δεν είχαν πλυθεί ποτέ στη ζωή τους. Ήταν κάποιος που είχε έρθει από ένα βουνό και μας έβαλαν αγγαρεία να τον πλύνουμε. Δεν ήξερε ότι μετά τη σαπουνάδα έπρεπε να ξεπλυθεί. Στον Σκαραμαγκά είχα πάρει να διαβάσω το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή και τη «Γυναίκα». Δεν φαντάζεσαι τι έγινε όταν άνοιξα να διαβάσω τη «Γυναίκα» μες στον θάλαμο, μεσημεριάτικα.

 

Μετά πήρα μετάθεση και πήγα σε ένα πολύ μικρό στρατόπεδο, απέναντι από τη Σούδα, στα Χανιά. Ήταν πολύ όμορφα, εκεί πια ανακατεύτηκα κανονικά με το λούμπεν. Είχα έναν υπαξιωματικό, μια ντάνα απίστευτη. Στις εξόδους μας νοικιάζαμε ένα δωμάτιο στα Χανιά. Έβγαινα μεσημέρι, έπαιρνα το λεωφορείο και μέχρι να βρω τους φίλους από τα άλλα στρατόπεδα δεν ήξερα τι να κάνω. Είχα μια φίλη, τη Βούλα, που ήταν πουτάνα σε μπουρδέλο, και πήγαινα και καθόμουν εκεί. Μου 'φτιαχνε καφέ, ήταν και η τσατσά εκεί, τα λέγαμε, ερχόντουσαν οι πελάτες, τους ξεπετούσε και συνεχίζαμε, μέχρι να περάσουν κάνα δυο ώρες και να βρεθώ με τους φίλους μου. Εγώ τότε έκανα παρέα με πουτάνες, με τρανς, με νταβατζήδες, με παιδιά που δούλευαν στις ελιές, στα πορτοκάλια. Πηγαίναμε σε ένα γκέι μπαρ στα Χανιά, τον Κούκο, που τον είχε ένας Πέτρος, ο οποίος μετά μπήκε φυλακή, μπουζούκια στο «Χανιά by night» – ερχόταν η Στανίση και μαζευόταν όλος ο συρφετός. Τα '80s είχαν μια γκέι ζωή αρκετά ανεπτυγμένη. Θυμάμαι πως, όταν πήρα μετάθεση για την Αθήνα, μαζεύτηκαν όλες να μου κάνουν πάρτι, έφτιαξαν κουλουράκια, χορεύανε... Δεν τους ξαναείδα ποτέ. Ήταν ένας καινούργιος κόσμος με συγκλονιστικό ενδιαφέρον. Το ρούφηξα όλο αυτό το κομμάτι.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Εορτασμός στο νηπιαγωγείο με τον αδερφό του, Αλέξανδρο. Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Και στο καπάκι, η Γαλλία. Το 'χα κανονίσει να τελειώσω τον στρατό Αύγουστο και τέλη Σεπτέμβρη να φύγω για Γαλλία. Πήγα στο Παρίσι το '86, στη σχολή του Ζακ Λεκόκ, για δύο χρόνια. Το AIDS ήδη θέριζε, δεν κυκλοφορούσε τίποτα, τα hardcore κλαμπ κλειστά, μαθαίναμε ότι πέθαινε ο ένας μετά τον άλλον. Τα σκληρά χρόνια του AIDS είχαν σκάσει για τα καλά εκεί, στην Ελλάδα ίσα που το 'χαμε πάρει χαμπάρι με τον Μπίλι Μπο. Εγώ μπαίνω σε έναν καλλιτεχνικό κύκλο, γνωρίζω την Αριάν Μνουσκίν, που ήταν πολύ φίλη του Λεκόκ. Ερχόταν στις εξετάσεις, της άρεσα. Δεν ένιωσα ποτέ τον σοβινισμό των Γάλλων, γιατί στη σχολή μου ήταν άνθρωποι από 35 κράτη. Έκανα παρέα με Σουηδούς, Νορβηγούς, Ισπανούς, Εγγλέζους, Καναδούς, Αυστραλούς. Η Palace στο Παρίσι ήταν ένας ναός, όπου χορεύαμε σαν παλαβά, και από την άλλη ήταν η εποχή του Ζακ Λανγκ, των μεγάλων έργων ‒ μεγάλοι γλύπτες, καλλιτέχνες δημιουργούσαν στο Παρίσι. Εγώ, βέβαια, κυκλοφορούσα με μακριά παλτό, κασκόλ, καπέλα, ο Γκοτιέ έβγαζε φούστες, φορούσαμε κουβέρτες για να βγούμε έξω.


• Θυμάμαι να έχω πάει στο Μπομπούρ για να δω μια έκθεση Γιαπωνέζων αβανγκάρντ. Είχε έναν πελώριο κύβο από πηλό στο μέγεθος ενός δωματίου, επενδυμένο με κοτετσόσυρμα. Ο πηλός ήταν νωπός και είχε δαχτυλιές. Δεν ξέρω από πού το είχα ακούσει, πάω και χώνω τα δάχτυλά μου στον πηλό. Αρχίζει να βαράει ο συναγερμός και έρχονται οι φύλακες και με βουτάνε. «Μα είναι διαδραστικό!» Είχα παρασύρει κι άλλους και όλοι γύρισαν και με έδειξαν. Με κάρφωσαν πολύ άσχημα!


• Όταν γυρνάω πίσω, κάνω κουλτούρα και δεν μου βγαίνει καθόλου. Παίζω με τα ΔΗΠΕΘΕ σε κάτι χωριά, πολύς Μπρεχτ! Θυμάμαι ότι είχαμε πάει με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου να παίξουμε τις Χοηφόρες του Αισχύλου και κάναμε περιοδεία στα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας. Σε ένα χωριό, όταν φεύγαμε με το πούλμαν, μας φτύνανε στα τζάμια. Σκέψου να παίζουμε σε μια πλατεία χωρίς μάντρα τις Χοηφόρες και τριγύρω τα σουβλατζίδικα. Ερχόμενος από τη Γαλλία, τα φτερά μου μαδούσαν σιγά-σιγά. Δεν με παίρνανε στις οντισιόν. Είχα αποφασίσει όμως ότι έπρεπε να δουλέψω, οπότε έπαιξα σε πολύ εμπορικές παραστάσεις. Είχα κάνει και τη διαφήμιση με τα μακαρόνια Μέλισσα, έκανα και τρία επεισόδια «Ρετιρέ», μια ταινία με την Ελένη Φιλίνη ‒ η περίοδος αυτή κράτησε από τα τέλη των '80s ως το '93. Το '94 δούλεψα με τον Πιατά, κάναμε τον Αμφιτρύωνα του Μολιέρου. Ωραίος θίασος, Τζούμας, Φέστα, Μαρία Κανελλοπούλου... Φέραμε έναν φίλο μου από τη Γαλλία να το σκηνοθετήσει.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Στο Παρίσι, το 1987. Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου


• Γύρισα στην Ελλάδα, γιατί ήμουν ερωτευμένος. Εκείνη η σχέση κράτησε 12 χρόνια. Δημιουργήθηκε μια σχέση ζωής τόσο σημαντική, που δεν μπορούσα να φύγω. Τον γνώρισα στα 23 και χώρισα στα 35. Ήταν από τη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι, μια φορά που ανεβαίναμε με το τρένο, η διαδρομή 8 ώρες, μες στη ζέστη, στον Θεσσαλικό Κάμπο, κουράστηκα, είχα πέσει στην αγκαλιά του και με πήρε ο ύπνος. Ξυπνάω από τον ιδρώτα και τα σάλια και είναι απέναντί μου στο κουπέ δυο γριές που μας κοιτάνε. Πηγαίναμε στα Κουφονήσια, κάναμε κάμπινγκ, δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτώ να φύγω. Όμως υπήρχε περίπτωση να τα παρατήσω. Και το 'κανα. Είπα «φτάνει, δεν κάνω γι' αυτό το πράγμα».


• Τότε σκάει ο ΚΛΙΚ, την περίοδο που είχε φύγει ο Κωστόπουλος για να κάνει το ΝITRO και ο Τερζόπουλος πήρε τον Μελισσινό για περιοδικό και ραδιόφωνο. Αυτό κράτησε έναν χρόνο και μετά πήγε ο Φώτης Γεωργελές. Εγώ πήγα την εποχή του «μεσοπολέμου». Χρωστώ την καριέρα μου στην υπομονή του Γιώργου Μελισσινού. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τις αντιπαλότητες, δεν τα 'ξερα αυτά. Με βάζει αρχικά να κάνω το πρωινό, 7-10, και ήμουν χάλια. Την τρίτη μέρα με κόψανε και μου έδωσε το Σαββατοκύριακο. Ακολουθούν περικοπές, κόβεται το Σ/Κ. Μου λέει «Φώτη, θα σταματήσουμε» και πέφτω στα πόδια του, ήταν η τελευταία μου λύση. Τότε έπαιρνα 120.000 δραχμές – δεν ήταν πολλά. Μου δίνει το 2-4 το πρωί – κι όμως υπήρχε αυτή η ζώνη! Μπαίνω και πιστεύω ότι δεν με ακούει κανείς. Και εκεί απελευθερώνομαι, ανοίγω το στόμα μου και, όπως είχε γράψει και ο Στάθης (σ.σ. Τσαγκαρουσιάνος) στο «01», «είναι κάποιος το βράδυ στον ΚΛΙΚ, κάτι μεταξύ Φασμπίντερ και kinky Bambolina». Ό,τι κι αν εννοούσε. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι έλεγα, κάτι βραδινά έλεγα, καυλωμένα.


• Η μουσική μπήκε στη ζωή μου από πολύ νωρίς. Είχαμε ένα μεγάλο έπιπλο Grundig, πικάπ-ραδιόφωνο, κι έπαιρνα τους δίσκους, τους άκουγα με μεγάλη προσήλωση. Λάτρευα το «Into the groove» του Μάρβιν Γκέι. Είχα ήδη μεγάλη και ιδιαίτερη δισκοθήκη και τότε στα ραδιόφωνα μάς άφηναν να βάζουμε τη μουσική μας. Έπαιζα από Amalia Rodrigues μέχρι Supremes, από ντίσκο μέχρι σόουλ, Diana Ross, Chaka Khan. Πήγαινα, λοιπόν, κάθε βράδυ στο Μαρούσι από το Παγκράτι – ο σύντροφός μου είχε, εν τω μεταξύ, νοικιάσει ένα σπίτι απέναντι. Πολλές φορές τελείωνα στις 4 και κατέβαινα στα κλαμπ – Factory, Λάμδα, καθημερινές, και γύριζα στις 6 το πρωί. Αρχίζει και ακούγεται αυτό που κάνω, αλλά τα πράγματα δυσκολεύουν στον ΚΛΙΚ και κόβουν τη νυχτερινή ζώνη. Με βάζουν αντικαταστάτη μιας κοπέλας που είχε αρρωστήσει, 10-12 το πρωί. Δεν σταματάω να ξεσαλώνω και οι πρωινοί ακροατές παθαίνουν ντελίριο. Δεν την ξαναπήραν. Ντράπηκα.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Με τον Jimmy Somerville στον ΚΛΙΚ. Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου


• Εκεί με ακούει ο Τάκης Τσαντίλης και όταν η Άννα Δρούζα έψαχνε απεγνωσμένα παρτενέρ για το βραδινό του ΑΝΤ1, με πρότεινε. Κι έτσι το 'κανα. Εγώ από το ραδιόφωνο πήγαινα στα κλαμπ, στην Ίμπιζα, έβαφα τα μαλλιά μου ξανθά, είχα χεσμένη την τηλεόραση και οτιδήποτε άλλο είχε σχέση με όσα με παίδευαν στα χρόνια του θεάτρου. Αισθανόμουν πολύ απελευθερωμένος πια. Είχα τρελή αυτοπεποίθηση, είχα χωρίσει τον γκόμενο, ζούσα μια τρομερή καψούρα, είχα αρχίσει τα ταξίδια. Στο δοκιμαστικό πήγα με την άνεση ότι δεν με ένοιαζε τίποτα. Στο κοντρόλ ήταν η Άννα Πρετεντέρη, η Άλκηστις Μαραγκουδάκη, όλος ο ΑΝΤ1 πεσμένος πάνω μου. Εγώ μπαίνω και είμαι «στ' αρχίδια μου». Μου λένε το θέμα κι αρχίζω το καλιάρντεμα, σαν να μιλάω στο ραδιόφωνο. Δευτέρα έκανα το δοκιμαστικό, Τετάρτη γύρισμα, Πέμπτη βγήκε στον αέρα η εκπομπή. Ήταν το πιο εύκολο πράγμα που είχα κάνει στη ζωή μου. Αυτή η αυτοπεποίθηση μου έδωσε την άνεση να είμαι όπως έπρεπε να είμαι μπροστά σε έναν φακό. Όλο το πριν ήταν λίγο κομπλεξικό. Δηλαδή δεν είχαν άδικο που δεν με θέλανε.

 

• Έτσι ξεκίνησε η πρώτη χρονιά με την Άννα Δρούζα. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, είχε μια κυριαρχία, ήταν τα πρώτα χρόνια της τηλεόρασης που οι σταρ φαίνονταν πριν καν μπουν μέσα. Δεν μου πήγαινε εμένα αυτό. Έκανα τη δουλειά μου, αλλά δεν μου άρεσε. Θυμάμαι ότι είχα φύγει για Άμστερνταμ, καλοκαίρι, Αύγουστος, στα Gay Games. Χτυπάει το τηλέφωνο και η Μαραγκουδάκη μου λέει: «Γύρνα τώρα πίσω, έφυγε η Άννα, πρέπει να βρούμε αντικαταστάτρια». Εγώ τότε δούλευα και στα περιοδικά, έγραφα τα κοσμικά στο «Status», στη «Γυναίκα», στο «Playboy», είχα μια περσόνα, υπέγραφα ως Ελένη Κεσίδου-Καραγάτση. Έγραφα μυθεύματα ‒ πώς είναι τώρα το Κουλούρι; Η Μαρία (σ.σ. Μπακοδήμου) τότε ήταν διευθύντρια στο «Status», την ήξερα από τότε που είχα γυρίσει από τη Γαλλία, είχαμε συναντηθεί σε κάποια επιδοτούμενα σεμινάρια σκηνοθεσίας – τρέχα γύρευε, λεφτά της ΕΟΚ. Γυρνάω, λοιπόν, από το Άμστερνταμ, κάνω δοκιμαστικά και τους προτείνω τη Μαρία. Έτσι έκατσε.


• Αμέσως φάνηκε η χημεία. Την επόμενη χρονιά ήρθε η πρόταση για το πρωινό, πήρα ζώνη πολύ γρήγορα. Παίρναμε κάποια x λεφτά στο «Κάτσε Καλά». Κλείνει η σεζόν, χτυπάει το τηλέφωνο, είναι ο Μπούτος από το Mega, «θέλω να βρεθούμε». Λέω στη Μαρία «τι να χαλάμε τώρα τη σχέση μας με το κανάλι, ας κάτσουμε εκεί που είμαστε, θα μας ζητήσουν να κάνουμε το ίδιο, ένα βραδινό, μία φορά την εβδομάδα, τι παραπάνω να δώσουν;». Η Μαρία επέμενε να πάμε. Συναντιόμαστε σε ένα εστιατόριο στο Χαλάνδρι. Έτσι όπως τρώμε, μας λέει «σας φώναξα γιατί θέλω να κάνετε το πρωινό και σας δίνω τόσα». Το «τόσα» ήταν εκατονταπλάσιο από το πριν. Με το που είπε το ποσό, ακούστηκε το μαχαίρι μου στο πιάτο. Στο αυτοκίνητο ουρλιάζαμε. Εγώ φοβόμουν, η Μαρία μου λέει «άκου να σου πω, και να καταστραφούμε, χεστήκαμε!». Θα ήμασταν, βέβαια, απέναντι στην Ελένη (σ.σ. Μενεγάκη).

 

Έχω κλείσει το τηλέφωνο, το έχουν μάθει ήδη ότι υπογράψαμε και με το που το ανοίγω, η πρώτη που πήρε τηλέφωνο ήταν η Άννα Πρετεντέρη. «Κλείσαμε με το Mega, πρωινό και τόσα». «Πω, ρε μαλάκα, αυτό είναι πρόταση!» Όταν το ανακοίνωσα στους αποπάνω του καναλιού, ειλικρινά τρόμαξα. Τότε άρχισε ο πόλεμος, με τον ΑΝΤ1 να διαφημίζει το πρωινό του δείχνοντας εμάς ως καλεσμένους στην Ελένη να λέμε «ο "Πρωινός Καφές" είναι η καλύτερη πρωινή εκπομπή». Μας ενημερώνουν ότι έχει βγει ανακοίνωση στον ΑΝΤ1 πως όποιος συμμετάσχει ως καλεσμένος στην εκπομπή μας απολύεται. Απαγορευόταν να παίξουμε εικόνες από άλλα κανάλια, παίζαμε μόνο τα δικά μας και δεν είχαμε τότε βίντεο από Ίντερνετ, οπότε τα ρεπορτάζ ήταν όλα από δημοσιογράφους που έβγαιναν έξω. Ξεκίνησε σκληρά το πράγμα, αλλά εμείς ήμασταν από άλλο background και κάναμε λίγο «περιοδικίστικο» πρωινό. Ο τίτλος «Σαν στο σπίτι σας» ήταν έμπνευση του Γιάννη Νένε.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Από τον ελληνικό τελικό της Eurovision, το 2007. Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου
Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Με τους Hooverphonic στο «Σαν στο σπίτι σας». Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου


• Είκοσι χρόνια non-stop τηλεόραση, πέρασα απ' όλες τις ζώνες, εκτός από την πολύ πρωινή. Βραδινό, πρωινό, μεσημεριανό, απογευματινό... Πολλή δουλειά, ωραίο μέσο, μεγάλα σόου, τα μεγαλύτερα, η Γιουροβίζιον... Μας καλούν να την παρουσιάσουμε το '07, με τον Σαρμπέλ, τότε που κέρδισε η Μαρίγια Σερίφοβιτς. Εμείς ήμασταν στον ALPHA με το «TV Tinglon» – άλλη παλαβομάρα, με τις μεταμφιέσεις, τη Μανίτσα και τον Παίδαρο, που ήμασταν in drag με τη Μαρία. Ό,τι καύλα είχα μου τη δίνανε, μου έλεγαν «ναι». Η δυσκολία μου να κάνω τηλεόραση τώρα είναι επειδή έχω μάθει να φτιάχνω concept. Η τηλεόραση πια δεν κάνει concept, αγοράζει έτοιμα προγράμματα από το εξωτερικό. Τα πρωινά είναι συντήρηση των βραδινών ριάλιτι, για να δημιουργήσουν ένα φτηνό πρόγραμμα. Η τηλεόραση θέλει λεφτά. Φάνηκε η διαφορά στα λεφτά που ρίχνει ο Κοκλώνης. Είναι ο μόνος που έχωσε λεφτά.

 

Για να επανέλθω, όμως, στη Γιουροβίζιον, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα από μέσα μια τόσο μεγάλη παραγωγή. Κάνουμε τον ελληνικό τελικό, πολύ καλιαρντό, πολλή σάτιρα. Είναι η περίοδος, όμως, του δελτίου ειδήσεων του STAR, που τρώμε πολύ μεγάλο, στοχευμένο και κακό γαμήσι. Η μητέρα μου χειρουργείται με καρκίνο στον πνεύμονα δύο μέρες πριν από τον ελληνικό τελικό, η δική μου ψυχολογία είναι σε πανζουρλισμό και με γαμάει το δελτίο του STAR. Στο Ελσίνκι, ό,τι και να κάνουμε, το κοροϊδεύουν. Ήταν τότε δημοσιογράφος η Κατερίνα Σουλιώτη, την είδα στο press room από μακριά και της όρμηξα. Ήμουν τόσο έντονος, της μίλησα πολύ άσχημα. Αργότερα, που πήγαμε στο STAR, τη γνώρισα και μου ζήτησε συγγνώμη, ότι αυτή ήταν η ντιρεκτίβα.

 

• Και βέβαια, τότε η Μαρία ξεστόμισε το «καλή επιτυχία, Μακεδονία» στον ημιτελικό. Είχαμε πολύ καλή διάθεση, δίπλα μας ήταν οι Εγγλέζοι in drag, τα booths ήταν πολύ μικρά, ίσα που χωρούσαν δυο καρέκλες, είχαμε το τζάμι μπροστά μας και ένα λάπτοπ με το κείμενο, και στα αριστερά μας μια οθόνη. Ο κανόνας ήταν ότι δεν έπρεπε να ξεκινήσει το τραγούδι κι εμείς να μιλάμε. Οπότε ρίχναμε λοξές ματιές για το πότε θα βγει η κάρτα στην οθόνη, να μαζέψουμε αυτό που λέγαμε. Το κολπάκι που μας στοίχισε ήταν να λέμε «καλή επιτυχία» στη χώρα μόλις έβγαινε η κάρτα. Είναι η σειρά της Μαρίας να μιλήσει για την τότε FYROM, καταλαβαίνει ότι δεν την παίρνει ο χρόνος, ρίχνει το μάτι της αριστερά και βλέπει στην κάρτα F.Y.R. Macedonia. Και λέει «καλή επιτυχία, Μακεδονία». Κι αμέσως τη βλέπω να χτυπάει το κεφάλι της.

 

Μέχρι να το συνειδητοποιήσω, ακούμε στα ακουστικά μας «από Αθήνα, στούντιο ΕΡΤ». «Γεια σας, είπατε Μακεδονία;» «Ναι». Και σταματά η επικοινωνία. Μετά κάναμε κάτι αστεία σχολιάκια, οδηγία του διευθυντή. Ήρθε στο booth και μας είπε να το πάρουμε στην πλάκα. Δεν έπρεπε. Αν ζητούσαμε μια ειλικρινή συγγνώμη της προκοπής, θα έληγε το θέμα. Ήταν η πιο άβολη στιγμή της πορείας μου. Μας πρόγκηξαν βγαίνοντας από το στάδιο, μας γιούχαραν κάποιοι Έλληνες, που τους είχαν ενημερώσει, και φώναζαν «η Μακεδονία είναι ελληνική». Πάμε στο ξενοδοχείο και λέω στη Μαρία «είμαστε μαζί, μην αισθάνεσαι ότι θα το φας μόνη σου». Προτείναμε στον πρόεδρο της ΕΡΤ να παραιτηθούμε, αλλά μας είπε να συνεχίσουμε. Εντάξει, δεν μας στοίχισε την καριέρα μας, αλλά ήταν ένα πολύ μελανό σημείο και μας χάλασε τη διάθεση και την επιτυχία που θα είχαμε.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
«Δεν θέλω να βγάζουν χρήματα από το παιδί μου. Από μένα ας βγάλουν. Αλλά εγώ δεν πουλάω, δεν με βλέπουν να κάνω διάφορα εξωτικά, δεν βγαίνω με γκόμενους. Κανείς δεν θα πληρωθεί με τη φωτογραφία του παιδιού μου». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Όταν έκανα το coming out, δεν τους άρεσε. Δεν ήταν προαποφασισμένο. Ήμουν ελεύθερος άνθρωπος, είχα μακροχρόνιες σχέσεις, γκόμενους, γκόμενες, παρσίματα, νύχτα, ό,τι ήθελα το έκανα. Όταν μπήκα στην τηλεόραση, δεν είχα κανένα κράτημα και νόμιζα ότι ο κόσμος καταλάβαινε πολύ καλά ότι εγώ ήμουν ένα γκέι αγόρι. Σιγά τ' αυγά. Είχε σκάσει και ένα σκάνδαλο το 2003, είχε μπει η αστυνομία σε ένα γκέι κλαμπ, το Spices, στα dark rooms, και συνέλαβαν κόσμο, μεταξύ άλλων και έναν παρουσιαστή. Και γράφουν την επόμενη μέρα «πολύ γνωστός παρουσιαστής συνελήφθη σε γκέι κλαμπ». Και όλοι νόμιζαν ότι ήμουν εγώ. Αυτό έγινε Σάββατο. Τη Δευτέρα είχα τυπώσει 30 μπλούζες «ήμουν κι εγώ στο Spices» και έντυσα όλο τον κόσμο στο πλατό με αυτές τις μπλούζες. Όταν έδινα συνεντεύξεις, όμως, υπήρχε σεβασμός. Με ρώταγαν «δεν θα κάνεις οικογένεια;» και απαντούσα «η ζωή που κάνω δεν έχει σχέση με αυτά τα πράγματα». Το 'λεγα, αλλά δεν το ξεστόμιζα. Η καλή μου φίλη, η Μαρία Cyber, θυμάμαι να μου λέει «ρε Φώτη, αν δεν βγεις να πεις τη λέξη, δεν σημαίνει τίποτα». Δεν έβρισκα τον λόγο τότε.

 

Με καλεί, λοιπόν, ο Κωστόπουλος το 2011 στο βραδινό του. Βαριόμουν πάρα πολύ να πάω. Κάνει break από το γύρισμα και του λέω: «Τα ίδια και τα ίδια, μωρέ Πέτρο, δεν ξέρω τι άλλο να πούμε». Μου λέει: «Εγώ ξέρεις τι θέλω να ρωτήσω. Πώς να το ρωτήσω;» «Ρώτα "δεν έχουμε ακούσει κάτι μέχρι τώρα για τις σχέσεις σου" και άσ' το πάνω μου». Και έτσι έγινε. Και μάλιστα δεν είπα «είμαι γκέι», αλλά «είχα σχέσεις με πολλούς συντρόφους στη ζωή μου, με αγάπησαν, τους αγάπησα», κάτι τέτοιο. Και γίνεται της πουτάνας. Δεν το περίμενα. Τότε κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι το coming out, ακόμα και από ανθρώπους για τους οποίους είναι ολοφάνερο. Είναι σημαντικό όχι μόνο για την γκέι κοινότητα αλλά και για τους υπόλοιπους. Μου έγραφαν πράγματα ασύλληπτα, «πόσο με βοήθησες, σε έβλεπα με τη μάνα μου και χτύπαγε η καρδιά μου».

 

Από το κανάλι, βέβαια, έφαγα τρελό ξέχεσμα και από κείνη την ημέρα μου βάλανε επίτροπο τη Λόλα Νταϊφά να έρχεται μαζί μου στις συνεντεύξεις που έδινα για να μην πω καμιά μαλακία. Άρχισαν να μου κόβουν ό,τι θέμα είχε σχέση με γκέι. Ξενέρωνα, γίνονταν χοντράδες, εγώ δεν είχα μάθει να με κόβουν. Είχαμε δείξει ένα λεσβιακό φιλί και έβαλαν blur, βγαίνουμε στον αέρα μετά το ρεπορτάζ και λέω «σας παρακαλώ πολύ, το λέω ζωντανά, στον αέρα, εάν την επόμενη φορά καλύψετε έκφραση αγάπης, όπως θα έπρεπε να καλύπτετε ένα μαχαίρι που σκοτώνει, εγώ θα σηκωθώ να φύγω». Είχα ξεκινήσει ένα αντάρτικο.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Με τον Διονύση Σαββόπουλο στο «Σαν στο σπίτι σας». Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου


• Την περίοδο των 30, 35, 40 εγώ πάρταρα, έκανα ζωή εικοσάχρονου, δεν υπήρχε περίπτωση να μπορώ να έχω παιδί, ήταν διαφορετική η νοοτροπία μου. Πάντοτε όμως με συγκινούσε βαθιά ένα παιδί στην αγκαλιά μου. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, άλλαζα, ήρθε αυτό το αντάρτικο, έκανα και ψυχοθεραπεία ταυτόχρονα – τη σταμάτησα λίγο πριν γεννηθεί ο γιος μου. Εκεί κατάλαβα την ανάγκη μου να κάνω ένα παιδί. Ήταν τόσο απλό.

 

Ο Γιώργος γεννήθηκε το '13. Δεν ήθελα να μαθευτεί τίποτα πριν τον γράψω στο ληξιαρχείο. Δεν ξέρω πώς, λίγο καιρό πριν, έρχεται η Τατιάνα Στεφανίδου στο γραφείο μου ‒ήμουν μαζί με άλλους‒ και μου λέει: «Να σου πω, Φώτη, κυκλοφορεί πολύ ότι θα κάνεις παιδί». Μου κόβεται το αίμα. Της λέω «κλείνεις την πόρτα;». Παγώνουν όλοι. «Είναι αλήθεια. Σε παρακαλώ πολύ, μέχρι να γεννηθεί δεν θέλω να βγει προς τα έξω. Δεν θέλω να με κυνηγήσουν πριν γεννηθεί. Δεν θέλω να με δουν στο μαιευτήριο. Και σου υπόσχομαι να το δώσω σ' εσένα πρώτη όταν γεννηθεί». Μου έδωσε τον λόγο της και τον κράτησε. Μόλις φύγαμε από το ληξιαρχείο, στις 22 Νοεμβρίου (είχε γράψει κάποια στο Twitter ότι «θα θυμόμαστε τις 22/11 γιατί πέθανε ο Κένεντι και γεννήθηκε το παιδί του Σεργουλόπουλου»), της έστειλα κείμενο για να το ανεβάσει στο site της.

 

Δεν το έχουν φωτογραφίσει το παιδί μου. Υπάρχει μόνο μία φωτογραφία από τη βάφτιση της κόρης της Σοφίας Καρβέλα, που ο Γιώργος είναι πλάτη. Στον Αστέρα μάς είχαν πετύχει παπαράτσι και από τότε έστειλα εξώδικο στον Σύλλογο Φωτορεπόρτερ Ελλάδος, με το οποίο απαγορεύω να εμφανιστεί οπουδήποτε, με ή χωρίς κάλυψη προσώπου. Δεν θέλω να βγάζουν χρήματα από εκείνον. Από μένα ας βγάλουν. Αλλά εγώ δεν πουλάω, δεν με βλέπουν να κάνω διάφορα εξωτικά, δεν βγαίνω με γκόμενους. Κανείς δεν θα πληρωθεί με τη φωτογραφία του παιδιού μου.

 

• Ο Γιώργος είναι ένα πολύ συναισθηματικό παιδί. Είναι πιο τσαμπουκάς από μένα, πιο διεκδικητικός, χειριστικός, έχει χιούμορ. Μπορεί να μιμείται τους άλλους. Αυτή την περίοδο, που είναι κλεισμένος στο σπίτι, σαφώς δυσκολεύεται. Το διαδικτυακό μάθημα χτύπησε πολύ στα δικά μου νεύρα, γιατί μου έδωσαν ρόλο δασκάλου, για τον οποίο δεν είμαι εκπαιδευμένος. Ήμουν απ' το πρωί μέχρι το βράδυ, ξυπνάγαμε στις 7:30, πρωινό, μάθημα, μαγείρεμα, μάθημα, φαγητό, διάβασμα, επανάληψη, ύπνος. Με κλόνισε πραγματικά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάματα κάποια στιγμή, γιατί αισθάνθηκα ανεπαρκής σε αυτόν τον ρόλο. Δεν είμαι δάσκαλος, δεν έχω υπομονή, οι δάσκαλοι ξέρουν να χειριστούν την κρίση ενός παιδιού.

 

Θα 'θελα πολύ να μορφωθεί ο Γιώργος. Τον πάω σε γαλλικό σχολείο, επειδή γνωρίζω τη γαλλική παιδεία. Ήθελα ένα σχολείο χωρίς προσευχή, χωρίς σημαία, χωρίς τα προβλήματα που εμποδίζουν ένα παιδί που θέλει να είναι πιο ελεύθερο. Θεωρώ την παρέλαση ένα αναχρονιστικό έθιμο που θυμίζει στρατιωτικά καθεστώτα. Όταν με ρώτησε τι είναι ο Χριστός, του είπα «είναι θεός, όπως ο Μωάμεθ και ο Βούδας». Δεν θα ήθελα να πάει σε πανεπιστήμιο με καταλήψεις, αστυνομικούς, αυτό το μαύρο χάλι, δεν θέλω να μπει στη διαδικασία. Μπορεί να μη θέλει να πάει καν στο πανεπιστήμιο, δεν θα τον στριμώξω, απλώς θέλω να έχει μια παιδεία.

 

Έχασε την ξαδέρφη του και δεν ήξερα πώς να του το πω. Του αδερφού μου η κόρη ήταν 27 χρονών όταν πέθανε από καρκίνο. Του το είπα στα σαράντα και έβαλε τα κλάματα. Δεν του είπα όμως ότι πάει στον ουρανό αλλά ότι πέθανε. Όταν με ρωτάει κάτι, του απαντάω. «Πού είναι τώρα η Αντιγόνη;» «Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, χάνεται, δεν ξαναγυρνάει, γι' αυτό στενοχωριόμαστε, επειδή δεν θα τον βλέπουμε». Μου ζήτησε να πάμε στον τάφο της, πήραμε λουλούδια και πήγαμε.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Μαρία Μπακοδήμου και Φώτης Σεργουλόπουλος ως Μανίτσα και Παίδαρος στο «TV-Tinglon». Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου
Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Με τους Boney M. στο «Σαν στο σπίτι σας». Φωτ.: Αρχείο Φώτη Σεργουλόπουλου

 

• Στο επιχειρείν μπήκα επειδή μου αρέσει η διασκέδαση. Όταν άνοιξα το Shamone, είπα «επιτέλους έχω το δικό μου κλαμπ». Ήθελα ένα συνεχόμενο πάρτι και το κατάφερα. Το Artisanal ήρθε την περίοδο που το Γκάζι έπεφτε. Τότε έσκασε αυτό το κτίριο στην Κηφισιά και ήταν σαν να άνοιξαν οι ουρανοί. Το έφτιαξα με πολλή αγάπη και με μια παλιά αστική νοοτροπία, που τη γνωρίζω. Όταν το Shamone, από καθημερινά ανοιχτό, σε ένα Γκάζι όπου ο κόσμος πηγαινοερχόταν, κατέληξε να ανοίγει μόνο Παρασκευοσάββατο, είπα να κάνω το Shamonette.

 

Κάθε φορά που ανοίγει κάτι, πέφτω σε μεγάλη δυσκολία. Τη μέρα που άνοιξε το Shamone υπογράφτηκε το δεύτερο μνημόνιο και κάηκε το σύμπαν. Με το που άνοιξα το Artisanal, έπεσαν τα capital controls. Τώρα, με το Shamonette, lockdown. Τρία πετυχημένα μαγαζιά με δυσκολίες! Ευτυχώς δεν είχα δάνεια, δεν χρωστάω σε προμηθευτές, το καλοκαίρι ανθήσαμε επειδή είχαμε εξωτερικούς χώρους και κρατούσαμε τις αποστάσεις, ό,τι τρύπα υπήρχε την είχα βουλώσει. Το δεύτερο lockdown με βρήκε χωρίς χρέη. Εγώ έχω μάθει, όσα λεφτά κι αν έχω, λίγα ή πολλά, να τα τρώω. Δεν κάνω καβάτζες, όταν μαζεύονται μερικά, φτιάχνω άλλο ένα μαγαζί. Τώρα κάνω υπομονή. Αλλά είναι δύσκολα, δεν ξέρω πού θα φτάσει. Με αυτό τρομάζω. Υπάρχει μια έξαρση ιών που νομίζω ότι θα είναι κάπως ανεξέλεγκτη στο μέλλον.


• Δεν έχω απωθημένα. Ο τρόμος μου πάντα ήταν μη γεράσω και πω «έφυγε μια ζωή και δεν το 'κανα αυτό». Ότι κάτι με κράτησε, για χάρη κάποιου άλλου... Τώρα κάνω τα podcasts της LiFO, που τα λατρεύω, και θα δοκιμάσω σύντομα αυτό που θέλω σε μορφή εκπομπής στο YouTube: συναντήσεις με ανθρώπους που θα έρχονται στο Artisanal, θα τους μαγειρεύω και θα κάνουμε ιδιαίτερες συζητήσεις. Μου αρέσει πολύ να μαγειρεύω, νομίζω πως δίνοντας φαγητό σε κάποιον, πάντα θα σ' το επιστρέψει με αγάπη.


• Άκου, όταν σκέφτομαι τη ζωή μου, λέω «τι ωραία που είναι, τι καλά που τα κατάφερα, πόσο, μα πόσο ευτυχισμένος είμαι». Είχα μια παιδική ζωή πολύ άνετη, σε ένα σπίτι με πολλή αγάπη, μορφώθηκα, έκανα αυτό που ήθελα, αγαπήθηκα, ερωτεύτηκα, διασκέδασα, απέκτησα παιδί, δεν μου έχει λείψει τίποτα. Τι άλλο να θέλω; Φοβάμαι την ανημπόρια, όχι τον θάνατο. Απλώς στεναχωριέμαι που οι άλλοι θα συνεχίσουν χωρίς εμένα.

 

Φώτης Σεργουλόπουλος: Αυτή είναι η ζωή μου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

O Φώτης Σεργουλόπουλος είναι ιδιοκτήτης του club Shamone (Κωνσταντινουπόλεως 46, Γκάζι, 210 3450144), του bar-restaurant Shamonette (Νίκης 23, 210 3316158) και του εστιατορίου Artisanal (Ζηρίνη 2, Κηφισιά, 210 8086111).


Τον ακούτε στο LIFO.gr, στο εβδομαδιαίο podcast του «Τελικά, καλά τα κατάφερες»

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr