Βρίσκεται ήδη στην πρώτη θέση της τηλεθέασης στην Τουρκία και πιθανόν να διεκδικεί ανάλογες πρωτιές και αλλού. Ξεκίνησε να προβάλλεται πριν από τις γιορτές, συγκεκριμένα έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Netflix στις 5 Νοεμβρίου 2021 και ολοκληρώθηκε στη συγκεκριμένη πλατφόρμα στις 6 Ιανουαρίου 2022, με τέσσερα επεισόδια της δεύτερης σεζόν. Σε κάποιες χώρες, π.χ. στη Γαλλία, δεν προσφέρεται μεμιάς, αλλά σταδιακά, σε συνέχειες.

 

Τι κάνει την τουρκική σειρά «The Club» να ξεχωρίζει και να αγαπιέται τόσο πολύ; Γιατί εκτινάχτηκε στα ύψη του διεθνούς ενδιαφέροντος; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 

 

Καταρχάς, πρόκειται για μια εξαιρετική υπερπαραγωγή με φόντο το κοσμοπολίτικο Πέραν, τη γειτονιά των Ρωμιών, των Αρμένιων και των Εβραίων εμπόρων και γενικότερα των αστών, που έχει προ πολλού εκλείψει. Σε κάθε Πολίτη προηγούμενων γενεών, είτε χριστιανό είτε κοσμικό Μουσουλμάνο, Ρωμιό, Τούρκο, Εβραίο ή Αρμένio που έζησε κάποτε εκεί δεν μπορεί παρά να προκαλεί νοσταλγία και γλυκόπικρα συναισθήματα για μια ονειρεμένη εποχή που έχει φύγει οριστικά. Όχι μόνο ως κοινωνική συνθήκη αλλά και ως ατμόσφαιρα, αν και αυτό μπορεί να το πει κανείς για οποιαδήποτε μεγαλούπολη έζησε κάποτε δόξες και τη ζωή προηγούμενων, «αμέριμνων» εποχών.

 

Βέβαια κατά πόσο αμέριμνες ήταν οι εποχές είναι ένα άλλο ζήτημα, αλλά έτσι έμοιαζαν, έτσι καταγράφηκαν στο συλλογικό θυμικό μέσα από φωτογραφίες και κινηματογραφικές ταινίες που συχνά δίνουν μια λαμπερή διάσταση, μυθοποιώντας έναν τόπο.

 

Πέρα από το μεγάλο ενδιαφέρον σχετικά με την ανάδειξη της εβραϊκής κοινότητας και του Φόρου Περιουσίας που πολλοί αποκαλούσαν και «κεφαλικό φόρο», ανάγοντάς τον σε ισλαμικές πρακτικές του παρελθόντος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποκαλύπτονται και πτυχές που αφορούν την ελληνική πλευρά.

 

Το «The Club» ξεκινάει με εντυπωσιακά πλάνα μιας μακρινής, αλλά γοητευτικής εποχής, της δεκαετίας του ’50. Ωστόσο η πραγματική πλοκή, τα πραγματικά γεγονότα ξεκινάνε δεκαεπτά χρόνια πριν.

 

Στην πρώτη σεκάνς παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να σηκώνει όπλο και να σκοτώνει έναν άντρα επάνω σε μια ταράτσα, δίπλα σε έναν περιστερώνα. Από κει πιάνουμε το νήμα της ιστορίας της Ματίλντα Ασέο που φυσικά, μετά από αυτό, καταλήγει στη φυλακή. Όταν πια βγαίνει, χάρη σε μια απονομή χάριτος, βρισκόμαστε στο έτος 1955 (κάτι που αποσαφηνίζεται από τα γεγονότα που ακολουθούν) και είναι πια μεσόκοπη γυναίκα με την επιθυμία να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή, κουβαλώντας το στίγμα ενός φρικτού εγκλήματος βέβαια, που είναι σχεδόν αδύνατον να απαλειφθεί. 

 

Το χρονικό μια σκληρής εποχής πίσω από την πετυχημένη σειρά του Netflix «The club»
Ο Ilker Kiliç (αριστερά) ως Μόρντο και η Asude Kalebek στον ρόλο της Ρασέλ.

 

Αυτό γίνεται σαφές από την πρώτη στιγμή, καθώς το άκουσμα και μόνο του ονόματός της ταράζει τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας στην οποία ανήκει, παρόλο που κάποτε το όνομα αυτό συνδεόταν με μια τρανή οικογένεια. Ο πατέρας της είχε ναυτιλιακή εταιρεία με δικό του μέγαρο στην εβραϊκή γειτονιά του Γαλατά, ενώ το όνομα Ασέο φιγουράριζε στην ταμπέλα πάνω από την είσοδο της πολυτελούς πολυκατοικίας, συνήθεια εκείνης της εποχής για τους εύπορους Πολίτες. Το μαρτυρούν και τα κείμενα του Ορχάν Παμούκ στο αυτοβιογραφικό του «Ιστανμπούλ». 

 

Η Ματίλντα, πάντως, το πρώτο που κάνει είναι να ζητήσει από παλιό οικογενειακό φίλο και υψηλόβαθμο στέλεχος της εβραϊκής κοινότητας να τη βοηθήσει να φύγει για το Ισραήλ, ώστε να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Εκείνος, αν και προτίθεται να το κάνει, της υπενθυμίζει ότι έχει μια κόρη δεκαεπτά ετών, το παιδί που γέννησε αμέσως μετά το έγκλημα και ο ίδιος έβαλε τρόφιμο στο εβραϊκό ορφανοτροφείο που διευθύνει. Αν και αρχικά απορρίπτει την ιδέα, μάλιστα δεν ξέρει καν το όνομά της, που είναι Ρασέλ, η μοίρα έχει άλλα σχέδια για εκείνην. Όπως και οι σεναριογράφοι της σειράς. 

 

Η Ματίλντα δεν φεύγει για το Ισραήλ, γνωρίζει την κόρη της, η οποία δεν δείχνει καμία διάθεση να δεχτεί μια μητέρα που δεν ήταν εκεί να της συμπαρασταθεί όταν μεγάλωνε – άλλωστε είναι ένα απρόβλεπτο και ανυπότακτο κορίτσι.

 

Σιγά σιγά, όσο η πλοκή εξελίσσεται, ξεδιπλώνονται και τα γεγονότα που καθόρισαν τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Αποκαλύπτονται όλα όσα οδήγησαν στη δολοφονία του άγνωστου άντρα από την έφηβη τότε γυναίκα: επρόκειτο για τον μουσουλμάνο εραστή της και έμπιστο της οικογένειάς της, τον πατέρας της Ρασέλ, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καταστροφή των Ασέο. Πώς μπλέκει η κοινωνικο-πολιτική ιστορία με την προσωπική;

 

Εδώ είναι που αποκαλύπτονται όλα όσα το τουρκικό κατεστημένο δεν θέλει να πολυσυζητάει δημόσια. Η πλοκή δεν αναφέρεται σε άγνωστα γεγονότα αλλά σε θέματα ταμπού κι αυτό, σε μια περίοδο συντηρητισμού και μεγάλου αντισημιτισμού, όπως αυτή που διανύει σήμερα η Τουρκία, κάνει ενδιαφέρουσα τη σειρά, το γεγονός ότι επαναφέρει θέματα που συνήθως απασχολούν μόνο τους κοσμικούς δυτικοπρεπείς Τούρκους, οι οποίοι θεωρητικά διώκονται από το καθεστώς Ερντογάν. Όντως δεν είναι λίγοι, και κυρίως νεότεροι, αυτοί που έχουν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω τους και ζουν πια στο εξωτερικό. 

 

Το χρονικό μια σκληρής εποχής πίσω από την πετυχημένη σειρά του Netflix «The club»
Ένα άλλο θέμα που θέτει η σειρά είναι η περίπτωση ενός ομοφυλόφιλου τραγουδιστή, του Σελίμ, του οποίου το ταλέντο τον εκτινάσσει σε επίπεδο σούπερ-σταρ.

 

Το 1942, εν μέσω του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα διατηρούσε ουδέτερη στάση, δηλαδή ούτε υπέρ της Γερμανίας (με την οποία είχε σχέση μη-επίθεσης) αλλά ούτε και υπέρ των συμμάχων. Μπήκε στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας το 1945, όταν πια η έκβαση ήταν ξεκάθαρη, θέλοντας να δείξει καλή διαγωγή στους διαφαινόμενους νικητές. Άλλωστε το 1952 μπήκε και στο ΝΑΤΟ φοβούμενη επίθεση από την τότε Σοβιετική Ένωση.

 

Η κυβέρνηση Ινονού, που ήταν ο συνεχιστής του οράματος του Ατατούρκ και αρχηγός του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, με πρόσχημα την ενίσχυση του στρατού και της άμυνας της χώρας, ανακοίνωσε έναν φόρο περιουσίας που στόχο είχε τις περιουσίες των πλούσιων επιχειρηματιών των μεγάλων πόλεων και ουσιαστικά την εξόντωση των μειονοτικών ισχυρών.

 

Για να μη φανεί το μέγεθος της δολιότητας του φόρου, υποτίθεται ότι κάθε πολίτης θα τον κατέβαλλε ανάλογα με το ύψος της περιουσίας του, ώστε να καταπολεμηθούν ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, ωστόσο ήταν ξεκάθαρο ότι αφορούσε τους εύπορους επιχειρηματίες που στην Κωνσταντινούπολη ήταν κυρίως Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι.

 

Και, φυσικά, δεν υπήρχε ειρηνικός τρόπος απόσπασης του φόρου αυτού. Υπάλληλοι της εφορίας μπούκαραν αυθαίρετα στα σπίτια των μη μουσουλμάνων επιχειρηματιών και όποιος αρνιόταν ή αδυνατούσε να πληρώσει κατέληγε στην εξορία, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Ασκαλέ, στα βάθη της Ανατολίας. Εκεί, κάτω από φρικτές συνθήκες διαβίωσης και με εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που απεβίωσαν, ενώ όσοι επιβίωσαν δεν επέστρεψαν πίσω παρά έναν χρόνο αργότερα, όταν ανακλήθηκε ο νόμος. Φυσικά, μετά τον πόλεμο μεγάλη μερίδα των Εβραίων των λαϊκών κυρίως τάξεων έφυγε για το νεοσύστατο τότε Ισραήλ. 

 

Το χρονικό μια σκληρής εποχής πίσω από την πετυχημένη σειρά του Netflix «The club»
Όποτε οι Ελληνοκύπριοι έκαναν ωμότητες εις βάρος των Τουρκοκυπρίων το πλήρωναν οι Ρωμιοί της Πόλης.

 

Εξαιτίας μιας σειράς ατυχών γεγονότων, η Ματίλντα καταλήγει να δουλεύει σε ένα πολυτελές νυχτερινό κέντρο του Πέραν, όπου συχνάζει όλη η καλή κοινωνία της Πόλης. Όσον αφορά το αισθητικό κομμάτι, η σειρά είναι τρομερά εντυπωσιακή σχεδόν από κάθε άποψη, αναβιώνοντας τον κοσμοπολιτισμό του ’50. Γυρίστηκε μέσα σε στούντιο, όπου στήθηκε τόσο η παλιά Ιστικλάλ προτού γίνει πεζόδρομος, δηλαδή η Μεγάλη Οδός του Πέραν με τα ογκώδη, υπερμεγέθη αμερικανικά αμάξια και ταξί, τις πλούσιες βιτρίνες των μαγαζιών, τις επιγραφές νέον, την κίνηση του δρόμου και το πλήθος, ντυμένο με κοστούμια εποχής, που τρέχει στις δουλειές του, όσο και το εσωτερικό ενός κοσμικού κέντρου υψηλής αισθητικής.

 

Παράλληλα, με ψηφιακά πανοραμικά πλάνα όπου φαίνεται η πόλη από ψηλά και με κυρίαρχο τοπόσημο όχι την Αγιά-Σοφιά αλλά τον Πύργο του Γαλατά, όντως σε ταξιδεύει σε ένα υπέροχο ιστορικό παρελθόν.

 

Ωστόσο, δεν αποφεύγει μια υπερβολική ωραιοποίηση. Η φτωχολογιά εκείνης της εποχής, τα χαμίνια των δρόμων και οι χαμάληδες, οι μικροπωλητές, οι κουλουρτζήδες και οι εφημεριδοπώλες, βρισκόντουσαν σε απίστευτη ανέχεια και κυκλοφορούσαν σχεδόν ρακένδυτοι. Μπορεί κανείς να το διαπιστώσει στις συγκλονιστικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Αρά Γκιουλέρ που απαθανάτιζε τους ανθρώπους του μόχθου στα σοκάκια και της γειτονιάς του, που ήταν το Πέραν.

 

Στη σειρά του Netflix όλα αστράφτουν από καθαριότητα και φροντίδα. Από την άλλη, η νεαρή σε ηλικία σκηνοθέτις Ζεϊνέπ Γκιουνάι, που την υπογράφει, έχει κάνει εκπληκτική δουλειά, αντάξια οποιασδήποτε διεθνούς τηλεοπτικής σειράς. 

 

Η ζωή στα ενδότερα του Istanbul Club είναι καθρέφτης όλων όσα συμβαίνουν έξω από αυτό. Ένας πολυεθνικός μικρόκοσμος που αποτελείται τόσο από Τούρκους όσο και από Ρωμιούς, Αρμένιους αλλά και Εβραίους. Αρχές του ’50 η νέα γενιά εθνικιστών είχε έναν στόχο, να καθαρίσει την Κωνσταντινούπολη από τις μειονότητες, από τους μη μουσουλμάνους πολίτες της, χαρακτηρίζοντάς τους «ξένους», ενώ η πλειονότητα αυτών είχε βαθιές ρίζες στον τόπο εκείνο.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι προσεγγίζουν τον ιδιοκτήτη του κλαμπ άνθρωποι από το Εμπορικό Επιμελητήριο με σκοπό να τον ανακηρύξουν «Τούρκο επιχειρηματία της χρονιάς», υπό την προϋπόθεση να συμμορφωθεί και να αντικαταστήσει όλους τους μη μουσουλμάνους υπαλλήλους του με Τούρκους.

 

Άλλωστε, είναι ακριβώς η περίοδος που ξεκινάει (και αργότερα θα εκτινάξει τον πληθυσμό της Πόλης από ένα εκατομμύριο στα δεκαπέντε που είναι σήμερα) η μαζική εσωτερική μετανάστευση από τα χωριά στη μεγάλη πόλη προς εύρεση καλύτερης τύχης. 

 

Για μια μεγάλη μερίδα του κοινού το κυρίαρχο ενδιαφέρον της σειράς έχει να κάνει με το ότι για πρώτη φορά παρουσιάζεται η ζωή και τα προβλήματα των Εβραίων της σύγχρονης Τουρκίας. Θρησκευτικά έθιμα, όπως η προσευχή του Σαμπάτ, γλέντια σε συναγωγές, η ζωή εντός των τειχών της εβραϊκής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης και η χρήση της ισπανο-εβραϊκής γλώσσας που ακούγεται από τους ηθοποιούς –σε αυτό συνέδραμαν τα ηλικιωμένα μέλη της σημερινής κοινότητας, καθώς δεν μιλιέται πια ευρέως, ώστε να τη διδαχτούν και να την αναπαραγάγουν οι ηθοποιοί–, όλα αυτά προβάλλονται με τρόπο που δεν έχει ξαναγίνει στην Τουρκία. 

 

Το χρονικό μια σκληρής εποχής πίσω από την πετυχημένη σειρά του Netflix «The club»
Τη βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ, που πυροδότησε τις εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που είχαν ξεκινήσει λόγω του Κυπριακού, υποτίθεται πως ομολόγησε ότι την έβαλε πράκτορας των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών.

 

Η Ρασέλ ζει μέχρι την αρχή της ιστορίας μέσα σε εβραϊκό ορφανοτροφείο, αλλά ερωτεύεται τον ωραίο ταξιτζή Ισμέτ από την κεντρική πιάτσα του Πέραν και για να τον προσεγγίσει χρησιμοποιεί ψεύτικο τουρκικό όνομα, παρουσιάζεται ως Αϊσέλ και, φυσικά, δεν του αποκαλύπτει ότι είναι Εβραία, απόδειξη ότι ο φόβος του αντισημιτισμού ήταν δεδομένος εκείνα τα χρόνια.

 

Αν και οι σεξουαλικές σχέσεις μιας νεαρής γυναίκας, και μάλιστα Εβραίας, όπως η Ρασέλ αλλά και η Ματίλντα δεκαεπτά χρόνια πριν, με έναν Τούρκο ήταν για τα δεδομένα της εποχής αδιανόητες, η πλοκή στην πορεία επιφυλάσσει σε κόρη και μητέρα πολλά σκαμπανεβάσματα, όταν η πρώτη μένει έγκυος από τον Ισμέτ, έναν υποτίθεται ανοιχτόμυαλο και ντόμπρο νέο άντρα, ο οποίος πολιορκείται από αρκετές γυναίκες, ανάμεσά τους και μια Αμερικανίδα διπλωμάτης.

 

Ένα άλλο θέμα που θέτει η σειρά είναι η περίπτωση ενός ομοφυλόφιλου τραγουδιστή, του Σελίμ, του οποίου το ταλέντο τον εκτινάσσει σε επίπεδο σούπερ-σταρ. Ξεκινάει μέσα από το Istanbul Club και παρόλες τις εκκεντρικές εμφανίσεις του ή, μάλλον, χάρη σε αυτές γίνεται το enfant terrible της κοσμικής Κωνσταντινούπολης. Τόσο η σεξουαλικότητά του, την οποία επιβάλλει με το έτσι θέλω, όσο και το φαντασμαγορικό σόου του (εξαιρετικά στημένο και χορογραφημένο) παραπέμπουν στον θρυλικό «εθνικό» τραγουδιστή Ζεκί Μουρέν, μια περίπτωση απολύτως αποδεκτή για δεκαετίες, παρόλο που οι εμφανίσεις του ήταν σχεδόν drag. 

 

Πέρα από το μεγάλο ενδιαφέρον σχετικά με την ανάδειξη της εβραϊκής κοινότητας και του Φόρου Περιουσίας, που πολλοί αποκαλούσαν και «κεφαλικό φόρο», ανάγοντάς τον σε ισλαμικές πρακτικές του παρελθόντος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποκαλύπτονται και πτυχές που αφορούν την ελληνική πλευρά.

 

Kardeşin Duymaz (Σαν τον μετανάστη)

 

Εκτός του ότι στην πλοκή υπάρχουν και Ρωμιοί Πολίτες, που ενίοτε ακούγονται να μιλάνε ελληνικά, το ίδιο κακοερμηνευμένα όπως τα ισπανο-εβραϊκά –ευτυχώς, στη γαλλική βερσιόν την Ελληνίδα μάνα ντουμπλάρει η εγκατεστημένη στο Παρίσι ηθοποιός Χρύσα Φλώρου–, η κορύφωση της δεύτερης σεζόν συμπίπτει με τις αθλιότητες της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου του 1955 επί κυβερνήσεως Μεντερές, τα περίφημα Σεπτεμβριανά.

 

Καθόλη τη διάρκειά της βλέπουμε διαδηλώσεις νεαρών με πλακάτ του γράφουν «Η Κύπρος είναι τουρκική» και «Κάτω η ΕΟΚΑ», προετοιμάζοντας το έδαφος για την έκβαση της έκρυθμης κατάστασης. Έτσι, με αφορμή μια βομβιστική επίθεση στο σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, οργανωμένος όχλος από εθνικιστές παρακρατικούς της εποχής εξεγείρεται και λεηλατεί, καταστρέφει και ρημάζει τα μαγαζιά όλων των Ρωμιών του Πέραν, όπως και των υπόλοιπων μειονοτήτων.

 

Από κει άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την τελική δίωξη και τον οριστικό αφελληνισμό της Κωνσταντινούπολης το 1964. Σε μια κορύφωση της δράσης και των βίαιων γεγονότων ακούγεται στα τουρκικά, αλλά σε μείξη με ελληνικά, το «Kardeşin Duymaz» («Σαν τον μετανάστη») του Ομέρ Ζουλφού Λιβανελί, ενώ παρατίθενται φωτογραφίες από τα πραγματικά γεγονότα.

 

Τα γεγονότα εν μέρει έχουν γίνει αποδεκτά από την κοινή γνώμη της Τουρκίας και οι κοσμικοί και διανοούμενοι κάτοικοι της Πόλης μιλάνε για τα έκτροπα της εποχής ανοιχτά, αν και, φυσικά, για τους εθνικιστές ακροδεξιούς παραμένει ένα θέμα ταμπού. Δεν είναι η πρώτη φορά που αναπαριστώνται τα Σεπτεμβριανά στην οθόνη. Το 2010 η Τομρίς Γκιριτζίογλου γύρισε τις «Πληγές του φθινοπώρου» που βασίζονται στο βιβλίο «Φθινοπωρινός πόνος» του Γιλμάζ Καρακογιουνλού. 

 

Το χρονικό μια σκληρής εποχής πίσω από την πετυχημένη σειρά του Netflix «The club»
Με αφορμή μια βομβιστική επίθεση στο σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, οργανωμένος όχλος από εθνικιστές παρακρατικούς της εποχής εξεγείρεται και λεηλατεί, καταστρέφει και ρημάζει τα μαγαζιά όλων των Ρωμιών του Πέραν, όπως και των υπόλοιπων μειονοτήτων.
Το χρονικό μια σκληρής εποχής πίσω από την πετυχημένη σειρά του Netflix «The club»
Είναι γεγονός ότι οι Ρωμιοί της Πόλης πλήρωσαν πολύ ακριβά τους Ελληνοκύπριους. Γιατί όποτε οι Ελληνοκύπριοι έκαναν ωμότητες εις βάρος των Τουρκοκυπρίων, το πλήρωναν εκείνοι.
 

 

Ο αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, που διδάσκει Οθωμανική Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Παρασκευάς Κονόρτας σχολιάζει και την ιστορική διάσταση της εποχής, κατά τη διάρκεια της οποίας διαδραματίζονται τα Σεπτεμβριανά. 

 

«Ο φόρος στους Ρωμιούς είναι γνωστός ως "βερλίκι" από την τουρκική λέξη "βερλίκ", που σημαίνει περιουσία. Επιβλήθηκε το 1942, μια εποχή μεγάλης αναστάτωσης διεθνώς, και με αυτόν η τότε κυβέρνηση της Τουρκίας βρήκε την ευκαιρία να πλήξει τα αστικά στρώματα που έλεγχαν ακόμα την οικονομία της Κωνσταντινούπολης, ώστε να βρεθεί τόπος για Τούρκους επιχειρηματίες, για τη δημιουργία μιας εθνικής αστικής τάξης.

 

Παρόλη την επιβολή του φόρου του 1942 και της εξορίας στο Ασκαλέ σε όσους δεν είχαν ή αρνήθηκαν να πληρώσουν, όχι μόνο Εβραίους αλλά και Ρωμιούς, οι τελευταίοι, επιστρέφοντας, δεν εγκατέλειψαν τη χώρα. Παρέμειναν και ξαναπήραν τα πάνω τους. Όπως και οι εύποροι Εβραίοι.

 

Όσον αφορά το πνεύμα που διαπνέει την κοινωνικο-πολιτική ζωή της Τουρκίας του '50, συνδέεται με όσα συμβαίνουν εκείνη την εποχή στην Αίγυπτο του Νάσερ. Δηλαδή υπάρχει ένας εθνικισμός που μεταφράζεται και σε οικονομικό επίπεδο, σύμφωνα με τον οποίο όσοι είναι Ρωμιοί, Αρμένιοι και Εβραίοι θεωρούνται ξένοι, ενώ δεν είναι, και πρέπει να φύγουν από τη χώρα, για να ισχυροποιηθούν οι Τούρκοι.

 

Ακριβώς την ίδια εποχή ανεβαίνει ένας επικίνδυνος ανθελληνισμός που τροφοδοτείται λόγω του Κυπριακού. Σημειωτέον ότι σε παράλληλο χρόνο στην Αθήνα γίνονται διαδηλώσεις για την Ένωση. Το θέμα είναι ότι η χρυσή περίοδος των ελληνο-τουρκικών σχέσεων είναι μεταξύ 1946 και 1952, οπότε οι δύο χώρες θεωρούν ότι κινδυνεύουν από τη Σοβιετική Ένωση, μπαίνουν μαζί στο ΝΑΤΟ, μάλιστα την ίδια μέρα το 1952, και γίνονται οι επισκέψεις του Τούρκου Προέδρου Τζελάλ Μπαγιάρ στην Κομοτηνή και των βασιλέων στην Κωνσταντινούπολη οπότε οι αρχές της Θράκης διατάσσονται να μετονομάσουν τα μουσουλμανικά σχολεία σε τουρκικά. Δηλαδή υπήρξε περίοδος που η μουσουλμανική μειονότητα χαρακτηρίστηκε τουρκική. Έκτοτε αλλάζει ανάλογα με το πόσο καλές ή κακές είναι οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Τρία χρόνια μετά, τα μειονοτικά σχολεία ξανάγιναν μουσουλμανικά.

 

Τη βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ, που πυροδότησε τις εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που είχαν ξεκινήσει λόγω του Κυπριακού, υποτίθεται πως ομολόγησε ότι την έβαλε πράκτορας των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Αλλά είναι γεγονός ότι οι Ρωμιοί της Πόλης πλήρωσαν πολύ ακριβά τους Ελληνοκύπριους. Γιατί όποτε οι Ελληνοκύπριοι έκαναν ωμότητες εις βάρος των Τουρκοκυπρίων, το πλήρωναν εκείνοι. Αυτό έγινε το '55 μετά από μεγάλη φόρτιση, αυτό έγινε και το ’64.

 

Πάντως, το ’55 δεν υπήρξε κύμα φυγής προς την Ελλάδα. Όταν το 1960 έγινε πραξικόπημα που έριξε την κυβέρνηση Μεντερές, αυτός δικάστηκε και κρεμάστηκε. Ανάμεσα στις κατηγορίες ήταν και ότι υποκίνησε τα γεγονότα του 1955. Στη δίκη κλήθηκε και ο πατριάρχης Αθηναγόρας ως μάρτυρας και δόθηκαν υποτυπώδεις αποζημιώσεις στους πληγέντες. Αυτά δεν λέγονται συχνά στην Ελλάδα, αλλά υπάρχει και αυτή η πλευρά.

 

Το 1964 ξεσπά καινούργια κρίση και η τουρκική κυβέρνηση αποφασίζει και απελάσει όλους τους Έλληνες υπηκόους. Στη μειονότητα της Πόλης υπήρχαν και κάποιοι Ρωμιοί, το 1/3 με ελληνική υπηκοότητα, που είχαν παραμείνει με την ελληνοτουρκική συμφωνία του 1930. Εν μια νυκτί έφυγαν ολόκληρες οικογένειες, ξεκληρίστηκε ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης. Πάντα υπήρχε σχέδιο φυσικά, αλλά με αφορμή την Κύπρο τα πράγματα επιταχύνθηκαν. Αντιθέτως, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι δεν μειώθηκαν. Υπάρχουν σήμερα γύρω στους 40.000 Αρμένιοι και οι Εβραίοι είναι γύρω στους 20.000, ενώ οι Ρωμιοί δεν ξεπερνάνε τους 2.000».