Το παρασκήνιο πίσω από το πασίγνωστο πλέον σποτ του «Μένουμε Σπίτι», περιέγραψε ο πρωταγωνιστής του και δημοφιλής ηθοποιός και παρουσιαστής Σπύρος Παπαδόπουλος

 

Όπως είπε, όταν δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα για το σποτάκι, σκέφτηκε πως δεν ήθελε να σηκώσει το βάρος ενός τέτοιου μηνύματος: «Με πήραν τηλέφωνο, μου εξήγησαν το περιεχόμενο του σεναρίου και η πρώτη αντίδρασή μου ήταν πως εγώ δεν θέλω να πάρω πάνω μου όλο αυτό το βάρος, δηλαδή να θεωρηθώ υπεύθυνος και να κλείσω τον κόσμο στα σπίτια του», δήλωσε χαρακτηριστικά, μιλώντας στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

 

Άλλαξε γνώμη

 

Όταν όμως επικοινώνησε με εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό και κατανόησε την σοβαρότητα του προβλήματος, άλλαξε γνώμη: «Κάποιοι ειδικοί γιατροί από το γραφείο του πρωθυπουργού με πήραν τηλέφωνο και μου εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους έπρεπε, πάση θυσία, να γίνει και να κυκλοφορήσει αυτό το σποτάκι στα media. Έτσι πείστηκα».

 

Όπως λέει στην αρχή επικοινώνησε με άνθρωπο από το γραφείο του πρωθυπουργού και αργότερα του έστειλαν και το κείμενο. «"Εξηγήστε μου", του είπα, "γιατί όλο αυτό είναι πολύ βαρύ για τους ώμους μου". Αφού, λοιπόν, μου εξήγησαν τις επιπτώσεις που θα είχε η ελεύθερη κυκλοφορία στην υγεία των πολιτών, τότε πείστηκα».

 

Η ένστασή του με μία λέξη

 

Την συγγραφή του κειμένου ανέλαβε κάποια διαφημιστική εταιρεία. Ο ίδιος, όπως λέει, είχε μία και μόνη ένσταση με το κείμενο άλλαξε ένα σημείο του μηνύματος: «Στη συνέχεια, τους συνάντησα και η μοναδική μου ένσταση ήταν η λέξη "ηλικιωμένοι". Επειδή λοιπόν δεν είμαι τζόβενο, επειδή λόγω ηλικίας 65 ετών θα ήταν γελοίο εγώ να χαρακτηρίζω τους άλλους "ηλικιωμένους", με τον κίνδυνο να φάω γιαούρτια. Γι' αυτό σκέφτηκα και το άλλαξα με τις λέξεις "παππούδες και γιαγιάδες". Στη φράση που λέω "κυρίως εσείς, γιαγιάδες και παππούδες"»

 

Εξήντα πέντε; Δεν σου φαίνεται, σοβαρά τώρα, χωρίς ίχνος κολακείας

«Με τρέφει η δουλειά και όταν σε τρέφει η δουλειά δεν έχεις πολλά περιθώρια να γεράσεις»

 

Εδώ το τελικό βίντεο, μετά την «πινελιά» του Σπύρου Παπαδόπουλου, όπου πράγματι, δεν ακούγεται πουθενά ο όρος «ηλικιωμένοι»: