Η ανοσία από τον εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού υπερτερεί της φυσικής, από τη νόσηση από τον ιό, επεσήμανε η Μαρία Θεοδωρίδου. 

 

Η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών αναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια της τακτικής ενημέρωσης για τον κορωνοϊό, σε στοιχεία που δημοσίευσαν τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών των ΗΠΑ (CDC).

 

Πρόκειται για δεδομένα από δίκτυο 187 νοσοκομείων των ΗΠΑ, που αφορούν σε 7.000 εισαγωγές ασθενών με συμπτώματα παρόμοια με της λοίμωξης Covid. Σύμφωνα με μελέτη οι ανεμβολίαστοι που είχαν νοσήσει με Covid 3-5,5 μήνες πριν την εισαγωγή είχαν 5,5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν από κορωνοϊό, σε σχέση με τους εμβολιασμένους που δεν είχαν προηγούμενη λοίμωξη. 

 

«Τα δεδομένα της μελέτης ισχυροποιούν το γεγονός ότι ο εμβολιασμός προσφέρει υψηλή και σταθερή ανοσία που υπερτερεί της φυσικής», τόνισε η κ. Θεοδωρίδου. Αυτό, συνέχισε, «αποδυναμώνει τις απόψεις πολλών που υποστηρίζουν ότι η νόσηση είναι ένα είδος φυσικού εμβολίου και για αυτό το προτιμούν». 

 

Η νόσος, τόνισε η κ. Θεοδωρίδου, «όπως δείχνουν οι διασωληνώσεις και οι θάνατοι, είναι απειλητική και μπορεί να αφαιρέσει το πολύτιμο αγαθό της ζωής». 

 

Μελέτη για την τρίτη δόση 

 

Στην υψηλή αποτελεσματικότητα της τρίτης δόσης του εμβολίου για τον κορωνοϊό, έναντι των σοβαρών μορφών νόσησης αναφέρθηκε η Μαρία Θεοδωρίδου, με αφορμή την πρώτη μελέτη για αυτό το θέμα. 

 

Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης της Ιατρικής Σχολή του Χάρβαρντ και του Ερευνητικού Ινστιτούτου του Ισραήλ, που δημοσιεύθηκε στο Lancet. Αυτή αφορούσε ανάλυση στοιχείων από 728.231 άτομα άνω των 12 ετών- με μέση ηλικία τα 52 έτη- στα οποία είχε χορηγηθεί η τρίτη δόση του εμβολίου της Pfizer από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο και τη σύγκρισή τους με άτομα στα οποία είχαν χορηγηθεί δύο δόσεις, τουλάχιστον πριν από 5 μήνες. 

 

Η μελέτη έδειξε ότι εκείνοι που είχαν κάνει την τρίτη δόση είχαν κατά 93% μικρότερη πιθανότητα εισαγωγής στο νοσοκομείο, κατά 92% μικρότερο κίνδυνο σοβαρής νόσου και κατά 81% μικρότερο κίνδυνο για θάνατο

 

«Το συμπέρασμα είναι πως η τρίτη δόση είναι αποτελεσματική στην προστασία από σοβαρές μορφές νόσησης, σε σύγκριση με τα άτομα που έλαβαν δύο δόσεις. Η αναγκαιότητα της τρίτης δόσης υπαγορεύεται από τη βαθμιαία μείωση των αντισωμάτων αλλά και τη λοιμογόνο δράση και τη μεταδοτικότητα των μεταλλάξεων του ιού», υπογράμμισε η κ. Θεοδωρίδου. 

 

Ο εμβολιασμός όσων έχουν νοσήσει 

 

Η Μαρία Θεοδωρίδου αναφέρθηκε και στο ζήτημα του εμβολιασμού των ατόμων που έχουν νοσήσει από κορωνοϊό. 

 

Μελέτες των αντισωμάτων και επαναλοιμώξεων συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σύστασης για τη χορήγηση μίας δόσης εμβολίου στους έξι μήνες μετά νόσηση. «Το σχήμα αυτό φανερώνει ότι η φυσική ανοσία συμπληρώνεται από την υβριδική ανοσία του εμβολίου και παρέχει υψηλή προστασία ακόμη και από τη μετάλλαξη Δέλτα», επεσήμανε. 

 

Τόνισε όμως ότι η ανοσία από τα εμβόλια και από τη νόση, είναι υψηλή αλλά δεν είναι 100% προστατευτική. «Η ανοσία επηρεάζεται από την ηλικία, από τα υποκείμενα νοσήματα και από τις μεταλλάξεις», εξήγησε. 

 

Ο βασικός λόγος απροθυμίας εμβολιασμού 

 

Τέλος, η κ. Θεοδωρίδου αναφέρθηκε και σε διεθνή μελέτη του Τζέιμς Λέονχαρτ, του πανεπιστημίου της Νεβάδα, αναφορικά με τους απρόθυμους να εμβολιαστούν. 

 

Στο πλαίσιο της έρευνας 200.000 άτομα από 51 χώρες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια. «Διαπιστώθηκε σε σημαντικό βαθμό ότι ο κύριος λόγος μη εμβολιασμού είναι η πεποίθηση πολλών ότι δεν θα τους συμβεί να νοσήσουν, ότι είναι άτρωτοι από λοίμωξη», δήλωσε η κ. Θεοδωρίδου και συμπλήρωσε ότι η στάση αυτή συμβάδιζε με την αδιαφορία για τα μέτρα πρόληψης.