«Έσπασαν» τα ισόβια του συνταξιούχου αστυνομικού που το 2017 είχε σκοτώσει την 6χρονη κόρη του, τη Στέλλα, πετώντας το πτώμα της σε κάδο απορριμμάτων. μια υπόθεση που είχε προκαλέσει πανελλήνιο σοκ.

 

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας αποφάσισε ομόφωνα να μην αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο μειωμένος καταλογισμός αλλά του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης 20 ετών και έξι μηνών για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της περιύβρισης νεκρού.

 

 

 

Πρωτόδικα ο 62χρονος είχε καταδικαστεί σε ισόβια. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο συνταξιούχος αστυνομικός, έπνιξε το κοριτσάκι που είχε κινητικά προβλήματα, όταν προσπάθησε να σταματήσει το κλάμα του, ενόσω του έκανε μπάνιο. Στη συνέχεια, έβαλε το πτώμα σε σακούλα σκουπιδιών και το πέταξε στα σκουπίδια. Από την αρχή της εξαφάνισής της, υπήρχαν υποψίες για τον πατέρας της, που κρατήθηκε και ανακρίθηκε για ώρες, καθώς η κατάθεσή του όταν δήλωσε την εξαφάνιση είχε πολλές ανακρίβειες και αντιφάσεις.

 

Μετά το έγκλημα, ο συνταξιούχους αστυνομικός είχε πετάξει το ανήλικο κορίτσι σε κάδο απορριμμάτων στην Αγία Βαρβάρα και σύμφωνα με την εισαγγελέα της έδρας ο κατηγορούμενος είχε «πλήρη δόλο». Παράλληλα, απέδωσε το έγκλημα στην πίεση που είχε δεχθεί ο 61χρόνος από το γεγονός ότι η μικρή είχε πρόβλημα υγείας. «Μπορεί να κουράστηκε και ο ίδιος από το γεγονός και να προέβη στη πράξη να πιάσει το παιδί από το λαιμό και να της κλείσει τη μύτη και στη συνέχεια να το μετανιώσει», είπε χαρακτηριστικά. 

 

Κατά την απολογία του, ο συνταξιούχος υποστήριξε πως αγαπούσε την κόρη του κι όλα έγιναν «άθελά» του. Όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος αντιμετωπίζει ψυχιατρικά προβλήματα. «Έφυγα από νοσοκομείο, πήγα τα παιδιά στην κουμπάρα μου και μετά πήγα και ήπια ένα ποτήρι κρασί με έναν φίλο μου σε μια ταβέρνα. Στη συνέχεια, πήγα και πήρα τα παιδιά και γυρίσαμε σπίτι με το αυτοκίνητο. Έφτιαξα γάλα να πιουν και είχα τηλεφωνική επικοινωνία με τη σύζυγό μου. Μου είπε να κάνεις την μικρή, μπάνιο. Ο Μάριος νύσταζε και πήγε για ύπνο. Της ειπα να κάνουμε μπάνιο και είπε "δεν θέλω", άρχισε να κλαίει "θέλω τη μαμά μου". Της έκλεισα το στόμα για να μην κλαίει, για να μην ξυπνήσει ο Μάριος και άθελα μου έγινε ό, τι έγινε. Δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή» ισχυρίστηκε χαρακτηριστικά.

 

Όμως η ιστορία του δεν φαίνεται να έπεισε τους δικαστές. Ενδεικτικός άλλωστε είναι και ο διάλογος που ακολούθησε με τον πρόεδρο της έδρας.


Πρόεδρος: Τη μύτη γιατί την κλείσατε;
Κατηγορούμενος: Άθελα μου έγινε δεν το κατάλαβα
Πρόεδρος: Δεν το καταλάβατε όταν σας δάγκωσε στο χέρι;
Κατηγορούμενος: Δεν το κατάλαβα, άθελα μου έγινε
Πρόεδρος: Και εκεί που δεν κουνιόταν δεν καταλάβατε;
Κατηγορούμενος: Δεν το κατάλαβα άθελα μου έγινε
Πρόεδρος: Είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς ότι όταν κάποιος κλείνει στόμα και μύτη γίνεται άθελα του

 

Σε ό,τι αφορά τη δήθεν ληστεία που σκηνοθέτησε στο σπίτι του για να αποπροσανατολίσει τις αρχές ο ένοχος είπε χαρακτηριστικά: «ήμουν θολωμένος γι' αυτό είπα ό,τι είπα».

 

Το ξέσπασμα της μητέρας

 

Στις αρχές του Ιουνίου είχε καταθέσει και η μητέρα της ανήλικης, η οποία τη νύχτα του εγκλήματος βρισκόταν στο νοσοκομείο μετά από επέμβαση στη χολή, αφήνοντας τα δύο της παιδιά υπό την επίβλεψη του συζύγου της. Η γυναίκα αναφέρθηκε στην συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος, μετά την δολοφονία της κόρης του, υποστήριζε πως η 6χρονη έπεσε θύμα απαγωγής από ληστές.

 

«Είναι δυνατόν να σκηνοθετήσει ότι μας κλέψανε τα χρυσαφικά; Να πάρει σακούλα και να πάει να πετάξει το παιδί; Αν δεν σταματούσε η αστυνομία το απορριμματοφόρο, πού θα το έβρισκα το παιδί μου; Το αγγελάκι μου στα σκουπίδια, το παιδάκι μου αυτό δεν ήταν για τα σκουπίδια» είπε κλαίγοντας η μητέρα.