Σε ηλικία 75 ετών έφυγε από τη ζωή ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Ζακ Μπενέξ, έπειτα από μια μακρά περίοδο ασθένειας, όπως ανακοίνωσε η οικογένειά του. 


Ο Μπενέξ υπήρξε πρωτεργάτης του επονομαζόμενου cinema du look, ενός κινηματογραφικού ρεύματος που αναπτύχθηκε στα ‘80s και αποθέωνε την εικόνα, συχνά σε βάρος του περιεχομένου, με τους εκπροσώπους του να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις για να πειραματιστούν πάνω στο στιλιζάρισμα.

 


Ο Μπενέξ συστήθηκε στο κοινό με την Diva (1981), ένα γοητευτικό φιλμικό αίνιγμα που χρησιμοποιεί μια τραβηγμένη ιστορία έρωτα, εμμονής και μυστηρίου, για να συνθέσει μια σειρά από αξέχαστες εικόνες και σκηνές, όπως εκείνη της περιπλάνησης του κεντρικού χαρακτήρα, ενός ταχυδρόμου, και μιας τραγουδίστριας της όπερας – η Diva του τίτλου- στους δρόμους του Παρισιού λίγο πριν το ξημέρωμα. Πρόκειται για μια ταινία μέσα στην ταινία, μια αριστουργηματική νεορομαντική ένεση που ενώνει δύο κόσμους φαινομενικά αταίριαστους (και ταξικά διαχωρισμένους) και αντικαθιστά τη συνήθη φλυαρία των ηρώων της nouvelle vague με μια αλληλοκατανόηση και μια αμοιβαία εκτίμηση που προκύπτει αποκλειστικά μέσω του βλέμματος.

 


Η ταινία δεν άρεσε στην αρτηριοσκληρωτική γαλλική κριτική της εποχής, γνώρισε, όμως, διεθνή επιτυχία, θριάμβευσε και στο γαλλικό box-office, με αποτέλεσμα οι μετοχές του Μπενέξ να ανέβουν κατακόρυφα. Έτσι θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή δύο καυτών ονομάτων της εποχής, τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και τη Ναστάζια Κίνσκι για τη δεύτερη ταινία του, το Φεγγάρι στον Υπόνομο (1983), η οποία θα γνωρίσει μια καταστροφική προβολή στο φεστιβάλ των Καννών εκείνη την χρονιά, και θα καταφέρει ένα πρώτο χτύπημα στην εύθραυστη αυτοπεποίθηση του καλλιτέχνη, σύμφωνα με μεταγενέστερες δηλώσεις του ίδιου.

 

Πέθανε ο Ζαν-Ζακ Μπενέξ, ο σκηνοθέτης της Betty Blue, σε ηλικία 75 ετών
Ναστάζια Κίνσκι, Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Βικτόρια Αμπρίλ και Ζαν-Ζακ Μπενέξ - Πηγή φωτογραφίας: IMBd


Θα επανακάμψει λίγα χρόνια μετά με τη διασημότερη ταινία του, την Betty Blue (1986), μια μεθυστική κινηματογραφική απεικόνιση του έρωτα μέχρις εσχάτων, του λεγόμενου amour fou, τον οποίο ο Μπενέξ θα εντοπίσει κάπου ανάμεσα στην αλαφροϊσκιωτη αίσθηση του μαγικού ρεαλισμού και την ωμότητα μιας οριακής arthouse δημιουργίας, αναδεικνύοντας τόσο την ηδυπάθειά του, όσο και την ροπή του προς την (αυτό)καταστροφή. 

 

Η Μπεατρίς Νταλ γίνεται σταρ σε μια νύχτα, τροφοδοτώντας τα media με απίθανες, (παρα)κινηματογραφικές ιστορίες στα χρόνια που θα ακολουθήσουν , το score του Γκάμπριελ Γιάρεντ κερδίζει μια θέση στο πάνθεον των κινηματογραφικών σάουντρακ κι εμείς βρήκαμε μια ταινία που από τότε τροφοδοτεί τα καλοκαίρια μας με τον δέοντα ερωτισμό και την απαραίτητη κινηματογραφικότητα.

 


Δυστυχώς η καριέρα του Μπενέξ δεν είχε τη διάρκεια που είχε εκείνη άλλων εκπροσώπων του cinema du look, σαν τον Λικ Μπεσόν και τον Λεός Καράξ, οι οποίοι χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαν. Μέσα στην επόμενη δεκαετία ο Μπενέξ θα δει το όνομα του να ακούγεται πιο έντονα στη σινεφίλ επικαιρότητα για τους λάθος λόγους, πχ. επειδή ο θρυλικός Ιβ Μοντάν θα φύγει από ανακοπή καρδιάς λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων του IP5 (1992), μια ταινία στην οποία πέθαινε ακριβώς από την ίδια αιτία – κάτι που στοίχισε σημαντικά την υποδοχή της. 

 

Το Mortel Transfert (2001), ένα άλλοτε ελκυστικό, άλλοτε εριστικό και (σχεδόν) αποτρεπτικά χαοτικό έργο, θα αποτελέσει το κύκνειο άσμα του στη μυθοπλασία, από την οποία θα αποχωρήσει απογοητευμένος.


Πρόλαβε, όμως, να αφήσει το στίγμα του, θέτοντας σε εκκίνηση ένα αισθητικό ρεύμα, που κυριάρχησε στο σινεμά και στις λοιπές οπτικές τέχνες μέσα στα ‘80s, και αφήνοντας πίσω του δυο εμβληματικές δημιουργίες.