«Έχω μια σχέση με το ύφασμα ας πούμε ερωτική. Το πιάνω και το αισθάνομαι. Διδάχτηκα να μπορώ να καταλαβαίνω την ποιότητα με την αφή» μας λέει ο Πέπος Πελοσώφ, επιχειρηματίας δεύτερης γενιάς στο κατάστημα υφασμάτων που ίδρυσε το 1953 ο θείος του Δαυίδ Σαμουήλ, ερχόμενος από τα Τρίκαλα. Κάθεται πίσω από το ταμείο, κόβει αποδείξεις και τιμολόγια, συνεννοείται με υπαλλήλους και προμηθευτές και μιλάει με πελάτες.

 

Πίσω του, γύρω του, απέναντί του, υπάρχουν εκατοντάδες τόπια υφάσματος. Κατακλύζουν κυριολεκτικά κάθε επιφάνεια του μακρόστενου ισογείου, του παταριού του και ίσως του υπογείου του ‒ μόνο στους πάγκους, όπου τα υφάσματα, κόβονται φαίνεται να υπάρχει λίγος διαθέσιμος χώρος.

 

Βισκόζη, καπαρντίνες, ζέρσεϊ, δαντέλες, κρεπ σατέν, μάλλινα, παλτόπανα, λινά, ποπλίνες, μακό, γκλίτερ, ντουσέζ, ταφτάδες, τούλια, κάμποτο, καραβόπανα, δαντέλες, είναι λίγες από τις ποικιλίες υφάσματος που μπορεί να βρει κάποιος στα εξειδικευμένα καταστήματα που αναπτύσσονται στους δρόμους του εμπορικού κέντρου. 

 

Οι παλιότεροι έμποροι του κέντρου διηγούνται ακόμα ιστορίες με την πελατεία τους που σχημάτιζε ουρές έξω από τα καταστήματα για να αγοράσει υφάσματα. 

 

Σαφώς λιγότερα σε σχέση ακόμα και με το πρόσφατο παρελθόν, τα υφασματάδικα εξακολουθούν να μαγνητίζουν τους περαστικούς με την πολύχρωμη πραμάτεια τους που κατακλύζει εισόδους και πεζοδρόμια, τις παλιομοδίτικες επιγραφές και τους ευγενικούς καταστηματάρχες που βλέπουν μία από τις πιο χαρακτηριστικές γωνιές της πόλης να αλλάζει άρδην. 

 

Από το παζάρι στα εμποροραφεία

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Όπως άρχισαν όλα. Από το αρχείο της οικογένειας Παρασκευοπούλου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Στα 1860 (…) ένα πλήθος μαγαζιών που απευθύνονταν σε εξευρωπαϊσμένα γούστα λειτούργησε στην Ερμού, στην Αιόλου και στα γύρω στενά» γράφει ο Νίκος Ποταμιάνος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ, στο βιβλίο του «Οι Νοικοκυραίοι - Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα, 1880-1925», προσθέτοντας πως τα νέα καταναλωτικά πρότυπα δεν άργησαν να επικρατήσουν. 

 

Σύμφωνα με τον ίδιο, «καταστήματα πολυτελείας», όπως τα μυροπωλεία και τα ανθοπωλεία, εμφανίστηκαν το 1880, αυξάνοντας τη λάμψη του νέου τότε εμπορικού κέντρου, ενώ παράλληλα υιοθετήθηκαν οι βιτρίνες και ο φωτισμός για την προσέλκυση των πελατών. Φαίνεται πως οι επιχειρήσεις που ήθελαν να έχουν έναν «σύγχρονο αέρα» επιδίωξαν να αναπτυχθούν στους δρόμους εκείνους που ταυτίζονταν περισσότερο με τη νεωτερικότητα. 

 

«Η έξοδος από το παζάρι συμβάδιζε με την αναπαραγωγή νέων συγκεντρώσεων ομοειδών καταστημάτων στον ίδιο χώρο» σημειώνει ο κ. Ποταμιάνος, ενώ παράλληλα διευκρινίζει πως το κέντρο της πόλης παρέμενε σημαντικό για τα καταστήματα που δεν πουλούσαν είδη «καθημερινής χρήσης», άρα είχαν ανάγκη από μεγαλύτερη δεξαμενή πελατών. 

 

Τι γίνεται, όμως, με τα υφασματάδικα; «Στις αρχές του εικοστού αιώνα το έτοιμο ρούχο ήταν ταυτισμένο με κατώτερη ποιότητα» μας λέει, επισημαίνοντας παράλληλα πως το πρετ-α-πορτέ άρχισε να επικρατεί πιθανότατα από τον Μεσοπόλεμο και μετά.

 

Την εποχή εκείνη, που τα πολυκαταστήματα δεν είχαν κάνει ακόμα την εμφάνισή τους, τα «εμπορικά» καταλάμβαναν, ως επί το πλείστον, μικρότερους χώρους, ωστόσο τα υφασματάδικα, λόγω του όγκου των προϊόντων τους, αναπτύσσονταν σε μεσαίου μεγέθους χώρους. Τα εμποροραφεία είναι μετεξέλιξη των «ελληνοραφείων» και «φραγκοραφείων» που πούλαγαν υφάσματα, ενώ οι ράφτες, που δούλευαν εκεί και έφτιαχναν ρούχα για τους πελάτες, άκμαζαν. Αυτός ο τύπος επιχείρησης επιβίωσε, σύμφωνα με μαρτυρίες, έως και μεταπολεμικά. 

 

Η ένδοξη περίοδος

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
O κ. Πάνος Παρασκευόπουλος στην οικογενειακή επιχείρηση. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Στην υπερταχεία της μεταπολεμικής ανάπτυξης επιβιβάστηκε, όπως ήταν ίσως αναμενόμενο, και η αγορά υφασμάτων. Άλλωστε, πολλές από τις επιχειρήσεις του εμπορικού τριγώνου συστήθηκαν τότε. Οι επιχειρηματίες καταπιάστηκαν είτε με το χονδρεμπόριο είτε με το λιανεμπόριο, χωρίς περιορισμούς ωστόσο. Το πέρασμα από το ένα επιχειρηματικό μοντέλο στο άλλο ή η διατήρηση παράλληλων δραστηριοτήτων φαίνεται πως ήταν συχνό φαινόμενο. 

 

«Ξεκίνησε με ένα καροτσάκι, απέκτησε δεύτερο, έβαλε συνέταιρο, έφτιαξε το δικό του κατάστημα» μας λέει ο Πάνος Παρασκευόπουλος, έμπορος δεύτερης γενιάς, αφηγούμενος την ανοδική πορεία του πατέρα του. 

 

Οι παλιότεροι έμποροι του κέντρου διηγούνται ακόμα ιστορίες με την πελατεία τους που σχημάτιζε ουρές έξω από τα καταστήματα για να αγοράσει υφάσματα. «Υπήρξε περίπτωση που σε ένα απόγευμα ξεφορτώσαμε τρία κοντέινερ υφάσματος» μας λέει ο κ. Νίκος Κοσμίδης, που δραστηριοποιείται στο ύφασμα από τη δεκαετία του ’80, αναφερόμενος στην εποχή που μεγάλα οχήματα έμπαιναν στο κέντρο. Ο ίδιος ξεκίνησε ως υπάλληλος και σήμερα έχει το δικό του κατάστημα. 

 

Η δραστηριότητα συνεχίζεται με ένταση έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το έτοιμο ένδυμα βγάζει σταδιακά εκτός παιχνιδιού όχι μόνο τους εμπόρους υφασμάτων αλλά και τις βιοτεχνίες και τις μπουτίκ. Τα νέα καταναλωτικά ήθη θέλουν τους πελάτες να στρέφονται στις φίρμες, που πλέον κυριαρχούν στην ελληνική αγορά. Νωρίτερα, οι μηχανές στα εναπομείναντα υφαντουργεία της χώρας είχαν σιγήσει οριστικά. 

 

Πολλά καταστήματα υφασμάτων θα κλείσουν μέσα στα επόμενα χρόνια, όχι όμως μόνο λόγω ανταγωνισμού από το έτοιμο ένδυμα. Είναι αρκετές οι περιπτώσεις που δεν υπήρξε διάδοχη κατάσταση, ενώ χώρο για να αναπτυχθεί διεκδικεί πλέον μια καινούργια, για τα δεδομένα του εμπορικού τριγώνου, δραστηριότητα, η εστίαση. 

 

Το κέντρο αλλάζει

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Ο κ. Πέπος Πελοσώφ, δεύτερη γενιά στο ύφασμα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Σκεφτείτε πως εδώ δεν υπήρχε φούρνος να πάρουμε ψωμί. Ο πιο κοντινός ήταν στους Αέρηδες» μας λέει ο κ. Παρασκευόπουλος, που εξακολουθεί να θυμάται την έκπληξη που ένιωσε όταν άνοιξε το πρώτο εστιατόριο στην περιοχή. Η διάδοση της εστίασης τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει αλλάξει αρκετά το ύφος του κέντρου. Εμπορικά καταστήματα έκλεισαν για να γίνουν καφετέριες ή εστιατόρια. Οι επαγγελματίες της εστίασης προσέφεραν, άλλωστε, υπερδιπλάσια ενοίκια για να αποκτήσουν τα πολυπόθητα καταστήματα εκεί. Και η κρίση που επέφερε το έτοιμο ένδυμα έβαλε πολλούς από τους παραδοσιακούς επιχειρηματίες της περιοχής σε δεύτερες σκέψεις. 

 

Η ζήτηση για καφέ, φαγητό και ποτό φαίνεται να εντάθηκε κατά την έκρηξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Και τα καταλύματα που βρίσκονται εντός του εμπορικού τριγώνου, εξαιτίας της εγγύτητας με τις περιοχές υψηλού τουριστικού ενδιαφέροντος, βρίσκονται ακόμα αναρτημένα στις πλατφόρμες, παρά την υποχώρηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης λόγω πανδημίας. 

 

Πώς όμως στέκονται οι έμποροι του κέντρου απέναντι σε αυτή την εξέλιξη; Ο Σπύρος Ολιβιέρης, έμπορος υφασμάτων τρίτης γενιάς, αντιμετωπίζει με αισιοδοξία τη νέα συνθήκη, υποστηρίζοντας πως η εστίαση φέρνει κόσμο στο κέντρο, που δυνητικά θα ψωνίσει από τα καταστήματα, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως στην Ελλάδα, σε αντίθεση με το εξωτερικό, δεν υπάρχουν κατοχυρωμένες χρήσεις καταστημάτων. Κάνοντας λόγο για βαθιά ριζωμένη κουλτούρα ραψίματος στη χώρα, εμφανίζεται σίγουρος πως το λιανεμπόριο θα παραμείνει στους δρόμους του εμπορικού τριγώνου. «Το ύφασμα δίνει χρώμα στο κέντρο της Αθήνας» λέει χαρακτηριστικά, με τον κ. Κοσμίδη να χαρακτηρίζει την περιοχή ως «ένα από τα καλύτερα στέκια του κόσμου». 

 

Από την πλευρά του ο κ. Παρασκευόπουλος υπογραμμίζει πως υφασματάδικα συνεχίζουν να υπάρχουν και λόγω της φύσης του εμπορεύματος. «Το ύφασμα είναι ένα είδος που δεν μπορούν να το πιάσουν τα μεγάλα καταστήματα, όπως τα σούπερ-μάρκετ».

 

Ωστόσο, οι εξαιρέσεις του άγραφου κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο, εκεί που κλείνει ένα «εμπορικό», δεν ξανανοίγει ως τέτοιο, είναι μετρημένες στα δάχτυλα τους ενός χεριού. «Μπορεί να μείνει κλειστό ακόμα και για έναν χρόνο γιατί δεν βρίσκει άλλη εστίαση να βάλει» μας λέει ο κ. Πελοσώφ. 

 

Οι προκλήσεις σήμερα

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Ο κ. Νίκος Κοσμίδης. Ξεκίνησε την επιχείρησή του τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, παραδόξως η αγορά των υφασμάτων έδειξε αντοχές, αν όχι ένα νέο σκίρτημα. 

 

«Ο κόσμος άρχισε να δημιουργεί σπίτι του. Κατάλαβε πως, αν φτιάξει κάτι μόνος του, θα του στοιχίσει λιγότερο και θα είναι περισσότερο ποιοτικό. Οι σχολές ραπτικής είναι πλέον γεμάτες. Στην καραντίνα έμαθε να ράβει μάσκες. Από κει, το να φτιάξεις ένα καφτάνι ή ένα κιμονό είναι εύκολο» μας λέει η κ. Κατερίνα Αναγνώστου, που το 2009, και ενώ είχε σπουδάσει κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε να ασχολείται με την οικογενειακή επιχείρηση. Αργότερα, και ακολουθώντας παρόμοια πορεία στο κατάστημα, θα βρεθεί και η αδερφή της Ζέτα, που, γοητευμένη από το αντικείμενο, θα πραγματοποιήσει επιπλέον σχετικές σπουδές.

 

Πάνω από μία δεκαετία πλέον στον χώρο, έπρεπε να συγκρουστεί με ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. «Είμαστε οι μόνες γυναίκες και οι νεότερες. Ήταν δύσκολο στην αρχή. Είδα την απόρριψη από τους προμηθευτές. Δεν με υπολόγιζαν επειδή ήμουν γυναίκα. Όταν άλλαξε η συμπεριφορά μου απέναντί τους και κράτησα σκληρότερη στάση, άλλαξαν κι εκείνοι. Άργησε όμως αρκετά να συμβεί αυτό». 

 

Σε αυτό το διάστημα η ίδια είδε και την πελατεία να αλλάζει. «Εκείνοι που μπαίνουν τώρα στο μαγαζί, σε σχέση το 2009, είναι σαφώς νεότεροι» παρατηρεί η κ. Αναγνώστου και οι περισσότεροι έμποροι υφασμάτων απ’ όσους μιλήσαμε τείνουν να συμμερίζονται αυτή την άποψη. Πώς εξηγούν τη διάδοση του ραψίματος, μιας δραστηριότητας που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ξεπερασμένη, στις νεότερες γενιές; 

 

Φαίνεται πως το έτοιμο ένδυμα, η υπερπροσφορά ίδιων ή σχεδόν ίδιων ρούχων, λειτούργησε ως μπούμερανγκ. «Οι πελάτισσες ξεκίνησαν να αναζητούν ρούχα που δεν είναι στη μαζική παραγωγή» αναφέρει ο κ. Ολιβιέρης, σημειώνοντας πως το πανομοιότυπο ένδυμα άρχισε να προκαλεί κόπωση. 

 

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Ζέτα και Κατερίνα Αναγνώστου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Στον αντίποδα, το «one of a kind» ρούχο αποκτά, για κάποιους έστω, μια νέα συμβολική αξία, ενώ, τουλάχιστον στα ακριβά υφάσματα, το να ράψει κανείς κάτι, όπως ένα νυφικό, είναι μάλλον μια πιο φθηνή επιλογή. Το κόστος, φυσικά, μειώνεται ακόμα περισσότερο για όσους ράβουν. «Διαλέγεις τι θέλεις να φτιάξεις, διαφορετικό απ’ ό, τι κυκλοφορεί» υπογραμμίζει ο κ. Πελοσώφ. 

 

Παράλληλα, το διαδίκτυο, οι ομάδες ενδιαφερόντων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα βίντεο στο YouTube βοηθούν στη διάδοση της ραπτικής, ενώ νέα, μικρά brands κάνουν την εμφάνισή τους. Με πωλήσεις μέσω διαδικτύου τα υφασματάδικα πραγματοποιούν το άνοιγμά τους και στην υπόλοιπη επικράτεια, κίνηση που κρίθηκε επιβεβλημένη όταν η χώρα μπήκε σε καθεστώς lockdown.  

 

«Δουλεύουμε πάρα πολύ το διαδίκτυο και η καραντίνα βοήθησε ώστε ο κόσμος να εξοικειωθεί» αναφέρει η κ. Αναγνώστου. Ωστόσο οι διαδικτυακές συναλλαγές δεν φαίνεται να αποτέλεσαν εμπόδιο για κάτι που η ίδια θεωρεί κομβικό στη δουλειά της: τις διαπροσωπικές σχέσεις. 

 

«Δεν θα το άλλαζα ποτέ αυτό. Αν δεν υπήρχε, δεν θα συνεχίζαμε αυτήν τη δουλειά» υποστηρίζει, περιγράφοντας μια διαδικασία διαρκούς ανατροφοδότησης. «Στέλνουν φωτογραφίες των ρούχων που έχουν ράψει, βάζουμε στα δέματα χειρόγραφα σημειώματα και δωράκια. Με πολλούς από τους πελάτες μας έχουμε γίνει φίλοι» μας λέει με χαμόγελο. 

 

Ωστόσο, τα υφασματάδικα του κέντρου δεν απευθύνονται μόνο σ’ εκείνους που επιθυμούν να ράψουν ρούχα. «Από ύφασμα φτιάχνουν μέχρι και προσκλητήρια γάμων» μας λέει ο κ. Παρασκευόπουλος. Θέατρα, ξενοδοχεία, παραγωγές είναι ανάμεσα στους πελάτες των υφασματάδικων. Και, φυσικά, οι οίκοι ραπτικής, των οποίων τα ονόματα οι έμποροι κρατούν επτασφράγιστο μυστικό.

 

Πέρα από το εμπόριο, η δημιουργία

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Ο κ. Σπύρος Ολιβιέρης στο κατάστημά του. Έμπορος υφασμάτων τρίτης γενιάς. Ταξινομεί τα υφάσματα ανά ποιότητα και χρώμα. «Το μάτι δίνει λύσεις», λέει χαρακτηριστικά. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Άλλοι αυτοδημιούργητοι, άλλοι με μακρά οικογενειακή παράδοση πίσω τους, άλλοι μπήκαν στην αγορά σχεδόν από την αρχή της ζωής τους, άλλοι ως νεαροί ενήλικες και αφού ακολούθησαν τους δικούς τους δρόμους, άλλοι κοιτούν το παρελθόν με εξιδανίκευση, άλλοι ανιχνεύουν ευκαιρίες στο σήμερα, άλλοι επιφυλακτικοί, οι έμποροι των υφασμάτων διαφέρουν πολύ. Ωστόσο, ένα σημείο είναι αυτό που όλοι μας ανέφεραν, ότι, πέρα από το εμπόριο, υπάρχει η δημιουργία. «Η δουλειά, πέρα από το να πουλάς και να αγοράζεις, να αγοράζεις και να πουλάς, έχει και κάτι δημιουργικό» μας λέει ο κ. Ολιβιέρης.

 

«Είναι φοβερή διαδικασία να μπεις σε ένα μαγαζί, να αγγίξεις τα υφάσματα και τελικά να φτιάξεις κάτι το οποίο θα φορέσεις και θα χαρείς. Είναι δημιουργικό. Είναι ένα ωραίο ταξίδι» υποστηρίζει από την πλευρά της η κ. Αναγνώστου. Και αυτή η δύναμη της δημιουργίας είναι ίσως η φλόγα που κρατάει ανοιχτά και ζωντανά τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας. 

 

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Τόπια, χρώματα και μοτίβα - Τα τελευταία υφασματάδικα στο κέντρο της Αθήνας
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO