«Αλόννησος: Άλλη νήσος»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Άρη Σφακιανάκη για τη LiFO

«Αλόννησος: Άλλη νήσος»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Άρη Σφακιανάκη για τη LiFO Facebook Twitter
Εικονογράφηση: Γιώργος Γούσης/LIFO
0

Τη γνώρισα μες απ' το Facebook και δώσαμε το πρώτο ραντεβού μας στην Αλόννησο.

Εκείνη ήταν μια ηθοποιός απ' τη Θεσσαλονίκη που αλίευε συγγραφείς μιας κάποιας ηλικίας μέσω του διαδικτυακού αραχνοϊστού. Ισως να προσδοκούσε πως θα χρησίμευε στα θαλερά αυτά γερόντια ως μούσα σ' ενα μυθιστόρημα ή σε κάποιο μονόπρακτο - στην εσχάτη των περιπτώσεων.

Εγώ ήμουν το θαλερό γερόντιο.

Η Ελοΐζ -γιατί το δικό μου όνομα ήταν Αβελάρδος- φαινόταν πολύ όμορφη για να 'ναι αληθινή. Όσοι χρησιμοποιούν το Facebook ως μέσο γνωριμιών θα έχουν συχνά διαπιστώσει αυτή την οφθαλμαπάτη - να περιμένεις συλφίδα και να εμφανίζεται φάλαινα, να βλέπεις νεαρό με χαίτη και να εμφανίζεται φαλακρός μεσήλιξ.

Η Ελοΐζ πρότεινε να συναντηθούμε για καφέ στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, εγώ αντέτεινα δείπνο στην Πανόρμου της Αθήνας. Συμφωνήσαμε τελικά να βρεθούμε κάπου στη μέση της διαδρομής κι αφού κι οι δύο απορρίψαμε τη Λάρισα ή το Δομοκό, έπεσε η ιδέα των Σποράδων.

«Έχει ιπτάμενο δελφίνι απ' τη Θεσσαλονίκη για Αλόννησο», είπα. «Γιατί δεν το παίρνεις να βρεθούμε εκεί;».

«Ωραία», είπε η σταρ. «Δεν έχω πάει ποτέ στην Αλόννησο. Είναι ευκαιρία».

Πήρα αμέσως τη Χαρίκλεια, γνωστή και ως βασίλισσα της Αλοννήσου, στο κινητό της (6932 417345). «Χαρίκλεια, προσκυνώ», είπα γαλίφικα. «Σου έχει μείνει καμιά βίλα στον Ιταλό;».

«80 ευρώ το βράδυ, με αιρ-κοντίσιον», είπε η Χαρίκλεια.

«Κόψε κάτι, βρε Χαρίκλεια», διαμαρτυρήθηκα. «Κρίση έχουμε».

«Κουραφέξαλα! Ποια κρίση;», είπε η Χαρίκλεια. «Εμείς εδώ είμαστε γεμάτοι. Χάρη σου κάνω».

Το ΔΝΤ δεν είχε φτάσει ακόμα στις Σποράδες.

Πήρα το πλοίο από την Κύμη της Εύβοιας και σε δυο ώρες ήμουν στην Αλόννησο. Δέσαμε στην καινούργια προβλήτα.

Τρεις ώρες αργότερα έφτασε το δελφίνι απ' τη Θεσσαλονίκη. Ήμουν στημένος στην αποβάθρα και περίμενα με αγωνία να εμφανιστεί η Ελοΐζ. Είχα σταυρώσει τα δάχτυλά μου και προσευχόμουν ενδόμυχα να μην προκύψει κανένα κήτος. Κάποτε φάνηκε στη σκάλα του σκάφους μια ψιλόλιγνη κοκκινομάλλα που έμοιαζε να 'χει βγει από διαφήμιση του Ναρθίσο Ροντρίγκεζ. Μου κόπηκαν τα γόνατα. Εκείνη ήταν μια θεά κι εγώ ένας πληβείος. Γιατί να μην έχω προμηθευτεί ενα περουκίνι για τη φαλάκρα μου; Γιατί να μην έχω ξυρίσει το γκρίζο υπογένειο; Γιατί να μην έχω κάνει περισσότερη γυμναστική τον χειμώνα (τζάμπα πήγε η εγγραφή στο Holmes).

Η Ελοΐζ φορούσε ένα μακρύ βιολετί φόρεμα κι είχε μάτια πράσινα. Στάθηκε μπροστά μου χαμογελώντας. «Αυτή είναι λοιπόν η Αλόννησος», είπε.

Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να τη φιλήσω (στηριζόταν πάνω σε κάτι πλατφόρμες που της πρόσθεταν 15 πόντους ύψος). Ύστερα, πήρα απ' τα χέρια της το Λουί Βιτόν σακ-βουαγιάζ της και την οδήγησα στο Φιατάκι που 'χα νοικιάσει (20 ευρώ τη μέρα, καθόλου άσχημα).

«Αυτό που βλέπεις δεν είναι παρά το λιμάνι», είπα. «Σε λίγο θα δεις την πραγματική Αλόννησο».

Στον δρόμο για τη Στενή Βάλα όπου θα μέναμε της έδειξα από ψηλά τις παραλίες της Χρυσής Μηλιάς με τα νερά που θύμιζαν Μαλδίβες, τον Λεφτό Γυαλό που έμοιαζε Καραϊβική, το Κοκκινόκαστρο που έφερνε σε Γκόα. Η φίλη μου είχε μείνει μ' ανοιχτό το στόμα. Από τη γη ερχότανε το άρωμα του θυμαριού κι από τα δέντρα οι φωνές των τζιτζικιών.

«Δεν μοιάζει με τον Κήπο της Εδέμ;», είπα εγώ που ξαναδιάβαζα εκείνο τον καιρό τη Βίβλο.

«Πολύ καλύτερος», είπε η Ελοΐζ. «Αυτός εδώ έχει και θάλασσα».

Καταλύσαμε στις βίλες του Ιταλού. Απέναντί μας απλωνότανε το Αιγαίο Πέλαγος και το ξερονήσι της Περιστέρας. Φυσούσε ενα αεράκι δροσερό. Κλείσαμε τα πορτόφυλλα και πηδήξαμε στο κρεβάτι.

Ακολούθησε μια απ' τις πιο ωραίες βδομάδες της ζωής μου. Κολυμπήσαμε νύχτα με πανσέληνο στα διάφανα νερά του Αγίου Δημητρίου. Φάγαμε αστακομακαρονάδα στην Τασία -εντάξει, ακούγεται κοινότοπο, μα τέτοια δεν έχετε ξαναδοκιμάσει-, γευτήκαμε τη σωστή ιταλική κουζίνα του Λίβιο στο Ίκιον κι απολαύσαμε τα γλυκά και τη φιλοξενία της Κατίνας στη Στενή Βάλα.

Στο γραφικό Παλιό Χωριό -μια μινιατούρα αισθητικής- κάναμε βόλτες πιασμένοι χέρι χέρι και δειπνήσαμε στην Αστροφεγγιά του Γιάννη και στην ταβέρνα του Μπάμπη του πυροσβέστη (που μας φίλεψε ενα βαζάκι μαρμελάδα απ' τις πορτοκαλιές του). Είδαμε κι έναν άσπρο ανεμόμυλο εκεί πάνω, που μάθαμε ότι νοικιάζεται ως κατάλυμα απ' τον Αντώνη τον Αράπογλου (6976 150454) κι υποσχεθήκαμε την άλλη φορά να μείνουμε στο κτίσμα αυτό που δεσπόζει στον λόφο - άσε που δεν έχω μείνει ποτέ σε ανεμόμυλο.

Έχει ωστόσο μια κατάρα η Αλόννησος: ποτέ δεν έχω ξαναγυρίσει εκεί με την ίδια γυναίκα - κάποιοι αυτό θα το 'λεγαν ευτυχία.

Αν ύστερα απ' όλα αυτά μου ζητούσαν να χωρέσω την Αλόννησο σε μια λέξη, θα έλεγα πως είναι: ζεν. Πώς λέμε ζεν-βούδας ή ζεν-ζορμπάς κατά τον Όσο. Ζεν-Αλόννησος. Μια πραγματική Άλλη νήσος.

Πρώτη δημοσίευση στην έντυπη LiFO τον Ιούλιο του 2010

0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT