ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ που εξηγούν την απαρχή της ανθρωπότητας είναι αυτός του Προμηθέα, ο οποίος υφίσταται σιωπηλός το μαρτύριο που έχει επιλέξει συνειδητά, υπομένοντας τη βιαιότητα της εξουσίας και την τραγικότητα της μοίρας του. Εξασκείται, σύμφωνα με τον Αισχύλο, στον σωματικό πόνο, αντιλαμβανόμενος από πολύ νωρίς ότι ο κύκλος της ύπαρξης ταυτίζεται πρωτίστως με την ανάγκη της επιβίωσης και τον ατελεύτητο αγώνα κατά των ισχυρών.
Μοιάζοντας με έναν πληγωμένο ήρωα που φέρει τα ίχνη καταγωγικών τραυμάτων –δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο τελειώνει με την ολοκλήρωση ενός γενεαλογικού κύκλου– και εκφράζοντας τον αιώνιο συμβολισμό της αρχέγονης ρώμης, που δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε νίκη, ο Ίστβαν, κεντρικός πρωταγωνιστής στο πολυσυζητημένο βιβλίο του Ντέιβιντ Σολόι «Σάρκα» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ψυχογιός) είναι ένας άνδρας που αγωνίζεται να βρει την ταυτότητά του σε έναν πολύπλοκο κόσμο κοινωνικών συγκρούσεων και πολέμων. Μεγαλώνοντας σε μια φτωχή συνοικία της μετακομμουνιστικής Ουγγαρίας, ο νεαρός έφηβος μυείται κάπως απότομα στον κόσμο του σεξ και γαλουχείται με βάση τις στοιχειώδεις αρχές της αρρενωπότητας σε έναν άγριο καπιταλιστικό κόσμο. Βιώνοντας έναν ακραίο ρεαλισμό, που ταυτίζεται με αυτόν της εποχής μας, ο Ίστβαν αγνοεί παντελώς την ομορφιά, καθώς καθημερινά αντικρίζει το γκρίζο περιβάλλον της τσιμεντοκρατούμενης γειτονιάς του που δεν του δίνει πολλά περιθώρια ελπίδας: η κάπως καταναγκαστική επαφή που έχει με μια πολύ μεγαλύτερή του και άσχημη στα μάτια του γειτόνισσα δεν αργεί να φτάσει στη σεξουαλική πράξη και να γίνει, μέσα από αυτή την πρωτόγονη τάξη πραγμάτων, απελπισμένος έρωτας – ο μοναδικός τρόπος για τον ίδιον να υπάρξει. Η σχέση θα έχει ευλόγως δραματική κατάληξη και η επόμενη φάση θα βρει τον νεαρό Ούγγρο, ελλείψει καλύτερων σχεδίων, στρατιώτη στον πόλεμο του Ιράκ. Εδώ, όμως, οι περιγραφές αποσιωπώνται από τον συγγραφέα και το μόνο που κληροδοτείται στην ψυχή του πρωταγωνιστή και στα μάτια του αναγνώστη είναι ένα βαρύ τραύμα από τον θάνατο του φίλου του στο πεδίο της μάχης, για το οποίο λαμβάνουμε αποσπασματικές πληροφορίες στις διάφορες σεκάνς του βιβλίου.
Οι εκτεταμένες πλην όμως κρίσιμες σιωπές, τόσο εκ μέρους του πρωταγωνιστή, ο οποίος αρκείται σε λιτές, κοφτές απαντήσεις, επικοινωνώντας κυρίως με το σώμα, όσο και από τον συγγραφέα, που αποσιωπά διάφορες κρίσιμες λεπτομέρειες στα μεγάλα χωροχρονικά ενδιάμεσα της δράσης, είναι που καθιστούν το μυθιστόρημα του Σολόι ενδιαφέρον.
Αυτές οι εκτεταμένες πλην όμως κρίσιμες σιωπές, τόσο εκ μέρους του πρωταγωνιστή του βιβλίου, ο οποίος αρκείται σε λιτές, κοφτές απαντήσεις, επικοινωνώντας κυρίως με το σώμα, όσο και από τον συγγραφέα, που αποσιωπά διάφορες κρίσιμες λεπτομέρειες στα μεγάλα χωροχρονικά ενδιάμεσα της δράσης, είναι που καθιστούν το μυθιστόρημα του Σολόι ενδιαφέρον. Αφήνοντας στον αναγνώστη το περιθώριο να εικάσει τι ακριβώς προηγήθηκε στην παιδική ηλικία και τι ακριβώς συνέβη στο μέτωπο του πολέμου, που οδήγησε έπειτα τον νεαρό άνδρα στον ψυχοθεραπευτή, ο συγγραφέας στήνει ένα παράλληλο μυθιστόρημα που ενεργοποιεί με τον δικό του έμμεσο τρόπο το πρώτο, δείχνοντας πολύ λιγότερα από όσα επιτρέπει η ίδια η λογοτεχνία, σαν τα αρχαιοελληνικά δράματα, όπου απαγορεύεται να αποκαλυφθούν τα ακραία τραγικά συμβάντα επί σκηνής. Σε αυτή την κυκλική, όπως θα αποδειχθεί στο τέλος του βιβλίου, αφήγηση, οι ψυχολογικές εντάσεις που δεν καταδεικνύονται αλλά υπονοούνται είναι τόσο μεγάλες που δεν επιτρέπουν τα εύκολα συμπεράσματα: η γλώσσα μοιάζει, εν προκειμένω, τόσο βίαια εξαρθρωμένη και τόσο περιττή ώστε οι γλωσσικές περιγραφές φαντάζουν σαν πόρτες που βροντάνε ισχυρά απομονώνοντας τον πρωταγωνιστή στην απόλυτη σιωπή – για να παραφράσουμε τον Μπένγιαμιν.
Εξού και εσκεμμένα ο Σολόι αφήνει να σχηματιστεί η εντύπωση ότι ο πρωταγωνιστής είναι ένας άκρως παθητικός και δεκτικός παρατηρητής· μόνο που με μια προσεκτική ανάγνωση των γεγονότων αντιλαμβανόμαστε ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο Ίστβαν φαίνεται να υπακούει στο κέλευσμα της μοίρας που τον θέλει να δουλεύει αρχικά ως μπράβος στην πόρτα ενός strip show και στη συνέχεια ως ένας παρατηρητικός σοφέρ στο πλούσιο σπίτι των Νάιμαν, σε αριστοκρατική περιοχή του Λονδίνου, ενώ προηγουμένως έχει δεχτεί και πάλι σιωπηλά τις συμβουλές του αφεντικού του για το «φτιασίδωμα» του προφίλ του. Όλα αυτά τα υπομένει χωρίς αντιρρήσεις, δεν μιλάει και σχεδόν δεν αντιδρά ακόμα και όταν η σύζυγος του αφεντικού σχεδόν τον αποπλανά· το αφεντικό αρρωσταίνει από καρκίνο, δίνoντάς του κατά κάποιον τρόπο την ευκαιρία να τον διαδεχτεί στο συζυγικό κρεβάτι και εισάγοντάς τον σε έναν κόσμο που στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ δικός του. Η φαινομενική παθητικότητα ενός ανθρώπου, για τον οποίο φαίνεται να αποφασίζει ερήμην του η ζωή, στην πραγματικότητα αντισταθμίζεται από κάποια καίρια γεγονότα στα οποία ο ίδιος αποδεικνύεται πρωταγωνιστής. Αρχικά, στον πόλεμο του Ιράκ, σε ένα ακραίο σκηνικό που αποτυπώνεται μέσα του ως τραύμα, στη συνέχεια όταν παρεμβαίνει σε μια αιματηρή συμπλοκή στο Λονδίνο, όπου σώζει τη ζωή του ανθρώπου που τον μυεί στον κλειστό κύκλο της ανώτερης τάξης, και όταν σχετίζεται με τον γιο της γυναίκας του, Τόμας, στο τέλος του βιβλίου. Οι δυο αυτές αντιφατικές πτυχές είναι που στοιχειοθετούν και τον μυστηριώδη χαρακτήρα του Ίστβαν.
Με βάση την προδιαγεγραμμένη σχεδόν μοίρα του, που τον θέλει να γεννιέται με μειονέκτημα σε μια φτωχή γωνιά, κάθε αντίδραση μοιάζει σχεδόν ανώφελη αφού προσκρούει στον κλειστό κύκλο (από κιμωλία;) όπου περνάει όλη του τη ζωή, η οποία έχει εν πολλοίς να κάνει με την ανδρική ταυτότητα και μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα. Ο τρόπος που περιγράφει ο συγγραφέας τα σπίτια που τον φιλοξενούν αλλά και η συνολικότερη μετάλλαξη του Ίστβαν από έναν συνεσταλμένο Ούγγρο έφηβο, μετέπειτα στρατιώτη στο Ιράκ, σε καλοντυμένο οδηγό της ανώτερης βρετανικής τάξης και στη συνέχεια μέλος της είναι αρκετός για να συνειδητοποιήσει κανείς την ετεροκανονικότητα που δεν του επιτρέπει να ξεφύγει ποτέ από την καταγωγή του. Αλλά είναι ακριβώς αυτοί οι όροι της μετάλλαξης σε έναν κόσμο με τον οποίο δεν ταυτίζεται πραγματικά που μετατρέπουν το μυθιστόρημα σε ένα μετα-φλομπεριανό ανθρώπινο πείραμα και σε ένα παράδοξο Bildungsroman που τελικά αποδεικνύεται μια καλοστημένη τραγωδία.
Με άλλα λόγια, η μεταμόρφωση του Ίστβαν, που επιτυγχάνεται σε εξωτερικό τουλάχιστον επίπεδο, δεν καταφέρνει ποτέ να διαπεράσει τη στιβαρά διαρθρωμένη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και αυτό είναι κάτι που επιδεικνύει ο Σολόι με κάθε τρόπο. Η ξενική καταγωγή, το στίγμα του μετανάστη, το ανεπαρκές λεξιλόγιο, η έλλειψη επικοινωνίας, ο ζόφος της επόμενης μέρας, είναι όλα πολύ πιο ισχυρά από κάθε αμερικανικό και, εν προκειμένω, ευρωπαϊκό όνειρο. Ο μόνος τρόπος αντίστασης και κατανόησης είναι με το σώμα, με τη σάρκα, κάτι που φυσικά δεν τελεσφορεί ποτέ και πρέπει να φτάσουμε προς το τέλος του βιβλίου για να δούμε τον πρώτο ουσιαστικό διάλογο του Ίστβαν με έναν άνθρωπο, με τον γιο του, Τζέικομπ, ο οποίος μοιάζει, όπως και εκείνος, να υφίσταται μπούλινγκ στο σχολείο· τον ρωτάει τι του άρεσε περισσότερο από ένα ταξίδι που έκανε με τη μητέρα του στη Βενετία και ο μικρός τού περιγράφει «το υδάτινο στοιχείο της πόλης», το πώς «όλες οι πτυχές της ζωής εκεί περιλάμβαναν μετακίνηση στο νερό», του αφηγείται ένα περιστατικό όπου δυο τραυματιοφορείς έβγαλαν κάποιον με φορείο από ένα κτίριο και τον φόρτωσαν σε ένα υδρο-ασθενοφόρο, που έφυγε σφαίρα κάτω από τις γέφυρες, κανονικά με τη σειρήνα του.
Το μοναδικό, δηλαδή, περιστατικό που προκάλεσε ευχαρίστηση στον γιο του Ίστβαν έχει να κάνει με θάνατο και πόνο: ένας κύκλος που βαραίνει και ουσιαστικά συνιστά την ουσία του βιβλίου από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, μετατρέποντας τελικά τον μετανάστη-πρωταγωνιστή από άχαρο παρατηρητή σε τραγικό ήρωα της σύγχρονης αστικής κοσμογονίας. Δεν είναι τυχαίο ότι με το βιβλίο ταυτίστηκαν άνθρωποι που ένιωσαν τις μεταλλάξεις αυτής της κοινωνικής-υπαρξιακής μετατόπισης, από την ξενική καταγωγή στα υψηλά στρώματα της κοινωνίας, όπως η Ντούα Λίπα και ο Μπαράκ Ομπάμα. Οι προσεκτικές συνιστώσες με τις οποίες ο Σολόι καθοδηγεί τον ήρωά του στο επαναλαμβανόμενο τραύμα, στο δράμα ενδεχομένως και στη λύτρωση, υποκύπτουν στους όρους μιας τραγωδίας που έχει ως κύρια συστατικά την ταυτότητα και το σώμα: το σεξ ως πρώτιστη μορφή επικοινωνίας, τη σωματική ακρότητα, τον διαρκή πόνο. Το επαναλαμβανόμενο «οκέι» που ξεστομίζει ο πρωταγωνιστής σχεδόν σε κάθε σελίδα (πολύ σωστά η μεταφράστρια το άφησε ως έχει) δίνει το στίγμα μιας στοιχειώδους, βασικής έκφρασης που αφορά έναν άνθρωπο ο οποίος έχει μάθει να δέχεται ως φυσικά τα απανωτά χτυπήματα της μοίρας και να εκφράζεται με τη σιωπή. «Μαθαίνω να μιλάω με τα δάκτυλα, αντί για τη γλώσσα» έγραφε σε ένα αντίστοιχο λογοτεχνικό ανάκρουσμα η Σίλβια Πλαθ. Ο κόσμος του τραύματος και της απώλειας έναντι αυτού της ψυχικής αντοχής και ευγνωμοσύνης με φόντο, εν προκειμένω ως τραγική ειρωνεία, πανάκριβα σπίτια, ωραία περιβάλλοντα και ακριβά δώρα.
Εξού και η χαρτογράφηση αυτής της απώλειας σε έναν φαινομενικά λαμπερό κόσμο που ωστόσο αλλάζει από τους πολέμους και την πανδημία είναι αρκούντως παραστατική, από έναν συγγραφέα που έχει αποδείξει από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, σχεδόν πριν από μια δεκαπενταετία, στα τότε ανερχόμενα ταλέντα του περιοδικού «Granta», ότι γνωρίζει πολύ καλά τα συγγραφικά του όπλα και τα περίτεχνα χωροχρονικά δεδομένα της αφήγησης. Δικαίως η κριτική επιτροπή έδωσε το Μπούκερ στη «Σάρκα» που δεν έμοιαζε με οτιδήποτε είχαν διαβάσει τα μέλη της έως τότε, μόνο που η διερώτηση είναι ποια ακριβώς θέση έχει στον λογοτεχνικό κόσμο ένα τόσο αποστεωμένο εσωτερικά βιβλίο, που φτάνει να καταργεί ακόμα και τους εκφραστικούς, λογοτεχνικούς τρόπους. Οι διάλογοι είναι τόσο άσαρκοι, όσο ακριβώς ίσως επιβάλλει ειρωνικά ο λιτός τίτλος και όσο περίπου θα όριζε ένας στερημένος από οποιαδήποτε μορφή εξωραϊσμού κόσμος – μόνο που φτάνει να μας προκαλεί τέτοια αμηχανία, όσο και στον εκάστοτε συνομιλητή του πρωταγωνιστή του βιβλίου. Παρά λοιπόν τα πλεονεκτήματά της και παρότι είναι πραγματικά εθιστική στην ανάγνωσή της, η «Σάρκα» του Ντέιβιντ Σολόι μπορεί να θέτει πολύ σημαντικά ερωτήματα στα κρίσιμα ζητήματα της ταυτότητας αλλά μοιάζει να μας στερεί, κατά πολύ, το δικαίωμα στην υψηλή, λογοτεχνική απόλαυση. Ενδεχομένως, αυτό είναι ένα πολύ βαρύ τίμημα που πρέπει να πληρώσει κανείς σε ένα ακραία ρεαλιστικό σύμπαν ή ίσως πάλι να πρόκειται για ένα βιβλίο που πραγματικά αγαπάς να μισείς. Ο χρόνος θα δείξει.