Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν
Σβήσε τα κεριά σου – γιατί σήμερα ο κόσμος φωτίζεται μόνο με αστραπές!
Σβήσε τα κεριά σου, Λώρα – και πια αντίο.
Η βασανισμένη και λεπτεπίλεπτη και εύθραυστη μορφή της Άννας Καφέτση δεν υπάρχει πια. Τα τελευταία σαράντα χρόνια ήταν σε αναπηρικό αμαξίδιο, χτυπημένη από αδιάγνωστη νευρομυϊκή αρρώστια. Αλλά η Καφέτση δεν βασανίστηκε μόνο από τη σωματική φθορά και την επίπονη πορεία προς τον θάνατο. Δεν ήταν Αγία, αλλά μαρτύρησε στα χέρια του αθάνατου Ελληνικού Δημοσίου, του φθόνου και της ιδιοτέλειας. Ακόμα και σε όσους δεν είναι θιασώτες της σύγχρονης τέχνης (ή της τέχνης γενικότερα – είναι και οι περισσότεροι) η Καφέτση αφήνει ως παρακαταθήκη μια υποδειγματική στάση ζωής. Θα παραμείνει μια διαρκής προτροπή: να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει (rage, rage against the dying of the light).
Έκανε λαμπρές σπουδές. Αλλά και πριν από αυτές, στα χρόνια της δικτατορίας ακόμα, υπήρξε μαθήτρια πρώτα του Ανδρέα Μπελεζίνη στο φροντιστήριό του προετοιμασίας για τις Ανώτατες Σχολές και ακολούθως ο Μπελεζίνης έγινε μέντορας και σύζυγός της. Ίσως και γι' αυτό, όταν τελειώνει τις σπουδές της στη Φιλοσοφική Αθηνών και πηγαίνει στο Παρίσι, όπου στη Σορβόννη συνεχίζει με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αισθητική και την Ιστορία της Τέχνης, η πρώτη της εργασία είναι πάνω στην ποίηση των Ελλήνων σουρρεαλιστών («Amour et érotisme dans la poésie surréaliste grecque», Mémoire de maîtrise, Paris I, 1978). Η σκευή της Καφέτση είναι κυρίως φιλολογική. Θα ολοκληρώσει τη θητεία της στο Παρίσι στα 1982 (με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση), δίπλα στον εγγονό του Ψυχάρη και δισεγγονό του Ερνέστου Ρενάν, τον φιλόσοφο και αισθητικό Olivier Revault d’Allonnes. Βέβαια η διαμονή της εκεί της άφησε γλωσσικά τραύματα. Είναι η εποχή που μεσουρανεί ο μετα-στρουκτουραλισμός, κίνημα που τεντώνει τα όρια της γλώσσας και της αλήθειας και τα σπάζει.
Ήταν δύσκολος άνθρωπος, πολύ αυστηρή και απαιτητική με τους άλλους και ιδιαζόντως συγκεντρωτική. Έφτανε να φαίνεται σχεδόν ανυπόφορη, φορτική και δεσποτική με τους συνεργάτες της. Δεν ήταν μόνο το ψυχαναλυτικό σύμπλεγμα του αρρώστου έναντι των υγιών. Είχε κερδίσει αυτό το δικαίωμα γιατί ήταν πρώτα απαιτητική και αυστηρή με τον εαυτό της.
Με την επιστροφή της στην Αθήνα διορίζεται στην Εθνική Πινακοθήκη και ολοκληρώνει τη διδακτορική της διατριβή («La peinture hellénique autour des années trente et le problème de la ‘‘Grécité’’: Αnalyse structurale, analyse critique», 1985, διατριβή επικεντρωμένη στις κεφαλές της λεγόμενης Γενιάς του ’30 – Εγγονόπουλο, Γκίκα, Τσαρούχη, Μόραλη), ενώ παράλληλα ξεκινά σχεδόν αμέσως να επιμελείται εκθέσεις και να γράφει κείμενα για τη σύγχρονή της, τότε, καλλιτεχνική πραγματικότητα. Αποκορύφωμα αυτής της πορείας θα είναι δύο εκθέσεις. Πρώτα, επί διευθύνσεως Μαίρης Μιχαηλίδου, αλλά με σύλληψη του θέματος και επιμέλεια της Καφέτση, η έκθεση «Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου» (1992). Σε αυτήν, η Καφέτση έφερε στο φως άγνωστα ονόματα του Μεσοπολέμου (αρκεί να μνημονεύσουμε τα ονόματα της Ερασμίας Μπερτσά και του Άγγελου Σπαχή) και τα ανέστησε από τη λήθη. Ήταν ένας πραγματικός ερευνητικός άθλος και η επίδραση της έκθεσης την περίοδο αυτή ήταν σημαντική - ο ερευνητής του μέλλοντος ας αναζητήσει τις σφοδρές αντιδράσεις που προκάλεσε. Έπειτα, επί διευθύνσεως Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα, η θρυλική έκθεση «Ρωσική Πρωτοπορία 1910-1930»: η Συλλογή Γ. Κωστάκη (1995) με τους δύο ογκωδέστατους τόμους-επιστημονικούς καταλόγους. Αυτή η έκθεση μας γνώρισε πραγματικά τη Ρωσική Πρωτοπορία και άνοιξε τον δρόμο για την κατοπινή αγορά των καθόλου ευκαταφρόνητων υπολειμμάτων της Συλλογής Κωστάκη και τη μεταφορά τους στη Θεσσαλονίκη.
Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκθέσεις, αν όχι νωρίτερα, θα πρέπει να οραματίστηκε την ιδέα ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Έτρεξε, φώναξε, χτύπησε πόρτες, υποστήριξε με τον θεωρητικό της λόγο, υπέμεινε και επέμεινε, απευθύνθηκε σε αρμοδίους και μη, εις ώτα ακουόντων και μη ακουόντων, χόρεψε μόνη της το βαλς των χαμένων ονείρων μέχρι τα όνειρα της να γίνουν πραγματικότητα. Και όλα αυτά από τα αναπηρικό της αμαξίδιο. Στο τέλος το πέτυχε. Στα 1997 ιδρύεται (ΦΕΚ Α΄ 271/24-12-1997) το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Είναι η πραγματοποίηση του πόθου της.
Αλλά για όλα αυτά υπήρξε κόστος προσωπικό. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, πολύ αυστηρή και απαιτητική με τους άλλους και ιδιαζόντως συγκεντρωτική. Έφτανε να φαίνεται σχεδόν ανυπόφορη, φορτική και δεσποτική με τους συνεργάτες της. Δεν ήταν μόνο το ψυχαναλυτικό σύμπλεγμα του αρρώστου έναντι των υγιών. Είχε κερδίσει αυτό το δικαίωμα γιατί ήταν πρώτα απαιτητική και αυστηρή με τον εαυτό της. Γι’ αυτό και οι συνεργάτες της χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: σε όσους τη λάτρευαν και σε όσους απλώς την υπέμεναν. Όμως μια τέτοια στάση δημιουργεί δυσαρέσκειες και εχθρούς και βέβαια πάντα κοστίζει. Εκείνο όμως που την έκανε να ξεχωρίζει σε σχέση με τους περισσότερους ομοτέχνους της ιστορικούς της τέχνης και επιμελητές εκθέσεων ήταν πως η Καφέτση ήξερε να β λ έ π ε ι παρόλη τη διόγκωση μέσα της του θεωρητικού της εργαλείου ερμηνείας.
Οι ρυθμοί του κράτους είναι πάντα ράθυμοι. Θα χρειαστεί ένας ολόκληρος χρόνος για να διοριστεί στη θέση της διευθύντριας πλέον του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και ενόσω αυτό είναι ακόμα ανέστιο. Το 2000 θα στεγαστεί προσωρινά καταρχάς στο τραυματισμένο κτίριο του εργοστασίου ΦΙΞ, το αριστούργημα του Τάκη Ζενέτου αλλά και ταυτόχρονα ένα φρικιαστικό ανοσιούργημα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού έχει ήδη κατεδαφιστεί, σε προηγούμενα χρόνια, το βορινό του τμήμα. Εκεί η Καφέτση θα επιμεληθεί την πρώτη αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στην Αθήνα («Γιάννης Τσαρούχης, Μεταξύ Ανατολής και Δύσης»). Ακολουθεί ένας Γολγοθάς, μια οδός του μαρτυρίου: μονιμοποίηση του Εθνικού Μουσείου στο ΦΙΞ, προμελέτες, μελέτες, διαγωνισμοί, συμβάσεις, ανάδοχοι και «εκπτώσεις» αυτών, νέοι διαγωνισμοί, νέες συμβάσεις, νέοι ανάδοχοι, δηλαδή η παθολογία του δημόσιου τομέα σε όλο της το μεγαλείο. Η Καφέτση είναι πανταχού παρούσα σε όλα αυτά και ενίοτε σε δυσαρμονία με το διορισμένο από την κάθε κυβέρνηση διοικητικό της συμβούλιο. Ποια μάνα θέλει να αφήσει το παιδί της στα ξένα χέρια όσο και αν αυτό επιβάλλει ο ανθρώπινος νόμος; Όταν πια ξεκινά η κατασκευή, η Καφέτση είναι εκεί, στο εργοτάξιο, πάρα πολύ συχνά, όχι για να χτίσει, εκείνη που δεν μπορεί παρά μόνο το δεξί της χέρι να κινήσει, αλλά για να επιβλέψει και προσφέρει το αίμα και τη φωτιά του πνεύματός της.
Φτάνουμε στο 2014, δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση του Μουσείου. Η πολιτική ηγεσία και το διορισμένο από αυτήν διοικητικό συμβούλιο βιάζονται. Έχουν απαυδήσει με την τελειομανία και τον συγκεντρωτισμό της Καφέτση. Το στιλέτο, η πισώπλατη μαχαιριά έρχεται. Στις 7 Νοεμβρίου παραιτείται σύσσωμο το διοικητικό συμβούλιο (ο εχέφρων αναγνώστης ας αναζητήσει τα τότε μέλη του και ας κάνει το ίδιο για τη σημερινή σύνθεση του συμβουλίου*). Στις 24 του ίδιου μήνα δημοσιεύεται (ΦΕΚ Α΄ 726) η απόφαση αποπομπής της Καφέτση από το δημιούργημά της, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, «για λόγους δημοσίου συμφέροντος». Θα ήταν πιο τίμιο να λείπει το επίθετο δημόσιος, γιατί η ουσιαστική απόλυσή της έγινε απλώς για λόγους συμφέροντος. Τα ονόματα των εμπλεκομένων (πάλι ο εχέφρων αναγνώστης ας τα βρει στο οικείο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης) ας γραφτούν στο νερό. Ας είναι τιμωρία τους η λήθη και ας παραμείνουν πάντα οι εαυτοί τους. Η Καφέτση θα πέσει θύμα του συνδυασμού ενός ακραίου πολιτικαντισμού, εργολάβων, τραπεζιτών και φθόνου ομοτέχνων ή ευεργετηθέντων. Και ύστερα, πώς να μη θυμηθεί κανένας τα λόγια του Ποιητή1;
[...] parmi les chacals, les panthères, les lices,
Les singes, les scorpions, les vautours, les serpents,
Les monstres glapissants, hurlants, grognants, rampants,
Dans la ménagerie infâme de nos vices
στα τσακάλια ανάμεσα, τους πάνθηρες, τις σκύλες,
πίθηκους, γύπες και σκορπιούς, οχιὲς και τα θηρία
όσα γρυλίζουν κι αλυχτούν κι ουρλιάζουν με μανία
και σέρνονται στο μιαρό κλουβὶ της ανομίας
Αυτά νίκησαν την Άννα Καφέτση, και η ματαιότητα της νίκης τους φαίνεται από το απλό γεγονός: χρειάστηκαν μετά άλλα έξι χρόνια για να ανοίξει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
Η μεγάλη δύναμη της γυναίκας φάνηκε ακριβώς εδώ. Αντί να σηκώσει τον επιτάφιο της ζωής της και να αποχωρήσει σιωπηλά, το λιγνό, το σακατεμένο, κορμί της βάσταξε μ’ απίστευτη αντοχή όλες τις κακουχίες. Βρήκε καταφύγιο στον φιλόξενο χώρο του Μεγάρου Μουσικής όπου και πραγματοποίησε μερικές από τις ωραιότερες εκθέσεις της. Πέθανε προδομένη από την καρδιά της, μόνη όπως όλοι οι πραγματικοί οραματιστές. Ο θάνατός της σηματοδοτεί το επίσημο τέλος μιας εποποιίας: της σύλληψης ενός οράματος και της δημιουργίας εκ του μηδενός του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Μέσα στη μικρή ιστορία της ιστοριογραφίας της Νεοελληνικής Τέχνης, η Άννα Καφέτση στέκει μόνη της, σαν τον Προμηθέα πάνω στο βράχο. Και σαν τον Προμηθέα, διάφορα όρνεα της έτρωγαν τα σπλάχνα. Και μπορεί αυτά τα κρώζοντα όρνεα στο τέλος να τη συνέτριψαν και τώρα να θρηνούν υποκριτικά με ανέξοδες ιερεμιάδες (διά τούτο λήψεσθαι περισσότερον κρίμα), αλλά τίποτε από αυτά τα βλαβερά πτηνά δεν θα μείνει – των δε κακών μνήμη γίνεται ουδεμία. Όμως η μνήμη της Άννας Καφέτση θα παραμείνει μνήμη δικαίας μετ’ εγκωμίων.
* Υποσημείωση ετεροχρονισμένη: Εις εξ αυτών, των παραδόντων Αυτήν, είχε το απύθμενο θράσος να εκφωνήσει και επικήδειο για την Άννα Καφέτση.
1Charles Baudelaire, «Les fleurs du mal», Gallimard