ΓΙΑΤΙ ΣΙΩΠΟΥΝ ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ; Αυτό το ερώτημα που, άλλοτε δικαιολογημένα κι άλλοτε από κεκτημένη ταχύτητα, απασχολεί συχνά πυκνά τις δυτικές κοινωνίες, δεν θα μπορούσε να τίθεται καν αν δεν είχε προηγηθεί το «Κατηγορώ» του Εμίλ Ζολά (μτφρ. Μ. Καιρίδη, Πατάκη). Το ανάστημα που ύψωσε ο Γάλλος συγγραφέας σε μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει τη χώρα του στα τέλη του 19ου αιώνα, την υπόθεση Ντρέιφους, ήταν μια έμπρακτη απόδειξη ότι οι συγγραφείς δικαιούνται να παρεμβαίνουν στον δημόσιο βίο, ότι η πνευματική και η πολιτική αποστολή τους δεν χρειάζεται να διαχωρίζονται, ότι ο λόγος τους μπορεί και πρέπει να είναι ηχηρός και διεγερτικός.
Η αντίληψή του για τη δημοκρατία, η δίψα του για ελευθερία και δικαιοσύνη, το πάθος του για την υπεράσπιση των αδικημένων: να τι ώθησε τον Ζολά (1840-1902) να καταγγείλει δημοσίως όλους εκείνους –αντισυνταγματάρχες και στρατηγούς, γραφολόγους και γραφειοκράτες, δημοσιογράφους και στρατιωτικούς δικαστές– που είχαν βιαστεί να καταδικάσουν τον λογαχό Ντρέιφους για κατασκοπία. Ο τελευταίος, γόνος πλούσιας εβραϊκής οικογένειας με καταγωγή από την Αλσατία, είχε συλληφθεί το 1894 –μια εποχή κατά την οποία η Γαλλία δεχόταν συνεχείς απειλές από την Πρωσία– με την κατηγορία ότι πουλούσε στρατιωτικά μυστικά στον ακόλουθο της γερμανικής πρεσβείας. Τον ίδιο χρόνο, δίχως αποδείξεις και με συνοπτικές διαδικασίες, ο 35χρονος Άλφρεντ Ντρέιφους καταδικαζόταν για εσχάτη προδοσία σε ισόβια κι εξοριζόταν στο Νησί του Διαβόλου στη Γαλλική Γουινέα.
«Σε τι σφηκοφωλιά από ποταπές δολοπλοκίες, κουτσομπολιά και διασπάθιση δημοσίου χρήματος έχει εξελιχθεί αυτό το ιερό άσυλο όπου κρίνεται η τύχη της πατρίδας!» έγραφε ο Ζολά στο «Κατηγορώ».
Γιατί τόση σπουδή εκ μέρους των γαλλικών στρατιωτικών αρχών; Επειδή φοβούνταν μήπως κατηγορηθούν από τις αντισημιτικές εφημερίδες ότι συγκαλύπτουν την ενοχή ενός Εβραίου αξιωματικού… Γρήγορα, εντούτοις, άρχισαν να βλέπουν το φως στοιχεία που κραύγαζαν για την αθωότητα του Ντρέιφους, ενοχοποιώντας άλλους συναδέλφους του. Κι ενώ η Δικαιοσύνη αρνούνταν επίμονα να τα λάβει υπόψη της, η Γαλλία είχε χωριστεί στα δύο. Ήταν ολοφάνερο ότι η χώρα περνούσε μια περίοδο βαθύτατης ηθικής και πολιτικής κρίσης. Πίσω από τα στρατόπεδα των κατηγόρων και των υπερασπιστών του Ντρέιφους μαινόταν ουσιαστικά η σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μια ο μιλιταριστικός αυταρχισμός κι από την άλλη η δημοκρατία και η ατομική ελευθερία.
«Σε τι σφηκοφωλιά από ποταπές δολοπλοκίες, κουτσομπολιά και διασπάθιση δημοσίου χρήματος έχει εξελιχθεί αυτό το ιερό άσυλο όπου κρίνεται η τύχη της πατρίδας!» έγραφε ο Ζολά στο «Κατηγορώ». «Τι συνονθύλευμα από παραφροσύνη κι ανοησία, τρελά φαντασιοκοπήματα, αγροίκες αστυνομικές μεθόδους, τυραννικά ήθη που θυμίζουν Ιερά Εξέταση, όλα προς ευχαρίστηση κάποιων τύπων με γαλόνια που βάζουν τις μπότες τους πάνω στο έθνος και ξαναχώνουν μέσα στο λαρύγγι την κραυγή των ανθρώπων για αλήθεια και δικαιοσύνη με την ψεύτικη και ιερόσυλη πρόφαση του εθνικού συμφέροντος!».
Πιεζόμενη από τους εθνικιστές, η γαλλική κυβέρνηση οδήγησε τον Ζολά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο δημοφιλής συγγραφέας της «Τερέζ Ρακέν», της «Ταβέρνας», της «Νανάς» βρέθηκε ένοχος για συκοφαντία και καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση και πρόστιμο 3.000 φράγκων. Η τιμή του λοχαγού Ντρέιφους αποκαταστάθηκε τελικά το 1906, με μια απόφαση που ακύρωνε και την ποινή που είχε επιβληθεί στον Εμίλ Ζολά. Για τον στρατευμένο συγγραφέα ήταν πια πολύ αργά, η δικαίωση ήρθε μετά τον θάνατό του, αλλά ο δρόμος που άνοιξε με τη στάση του βρήκε στη συνέχεια πολλούς μιμητές.
Οι Γερμανοί που εναντιώθηκαν στη ναζιστική Γερμανία –ο Μπρεχτ, ο Τόμας Μαν, ο Φριτς Λανγκ–, ο Σαρτρ και οι άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι που κατήγγειλαν τα αποικιοκρατικά εγκλήματα της Γαλλίας, οι Αμερικανοί δημιουργοί που μίλησαν για το έγκλημα του Βιετνάμ, οι Ρώσοι αντιφρονούντες που αντιτάχτηκαν στον σταλινισμό και τον ολοκληρωτισμό κι εκείνοι που στρέφονται σήμερα ενάντια στον Πούτιν, ο Ορχάν Παμούκ που μίλησε για τη γενοκτονία των Αρμενίων κι εκείνοι οι Ισραηλινοί ή Εβραίοι της διασποράς που εναντιώνονται στην εξόντωση των Παλαιστινίων, όλοι τους βάδισαν στον δρόμο που χάραξε ο Εμίλ Ζολά, επισημαίνει ο Θανάσης Τριαρίδης προλογίζοντας τη νέα έκδοση του «Κατηγορώ».
Εκτός από το ομώνυμο κείμενο του Ζολά, η έκδοση περιλαμβάνει επίσης την απολογία του συγγραφέα όταν βρέθηκε κατηγορούμενος για συκοφαντική δυσφήμηση, τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε στην κηδεία του ο Ανατόλ Φρανς, τον εγκωμιαστικό λόγο του Ζαν Ζορές στη Βουλή κατά τη συζήτηση για τη μεταφορά της σορού του συγγραφέα στο Πάνθεον, χρονολόγιο της υπόθεσης Ντρέιφους και μια εκτενέστατη εισαγωγή της Μαίρης Καιρίδη, όπου ενσωματώνονται πολλές νέες πληροφορίες για την κατανόηση της υπόθεσης και για την προσωπικότητα του Ντρέιφους.