ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ LUTETIA βρίσκεται στην αριστερή όχθη του Παρισιού και αποπνέει μια ιδιαίτερη αίσθηση αντικομφορμισμού. Κατασκευασμένο σε ένα στυλ μεταξύ art nouveau και art deco, άνοιξε το 1910, προσελκύοντας ένα καλλιτεχνικό και μποέμ κοινό. Ο Χέμινγουεϊ σύχναζε εκεί τη δεκαετία του 1920, όπως και ο Πικάσο, ο Ματίς και ο Αντρέ Ζιντ. Ο Τζέιμς Τζόις, που έζησε στην πόλη για είκοσι χρόνια, έγραψε ένα μεγάλο μέρος του «Οδυσσέα» καθισμένος σε ένα από τα τραπέζια του. Στο νέο βιβλίο της με τίτλο «Hotel Exile: Paris in the shadow of war» («Το ξενοδοχείο της εξορίας: Το Παρίσι στη σκιά του πολέμου»), η συγγραφέας Τζέιν Ρογκόισκα αναφέρει ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το Lutetia είχε γίνει η έδρα Γερμανών πολιτικών αντιφρονούντων. «Οι θαμώνες του Lutetia», όπως τους αποκαλούσαν περιφρονητικά οι ναζί, αποτελούσαν την πνευματική αφρόκρεμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Χάινριχ Μαν, αδελφός του Τόμας και επίσης μυθιστοριογράφος, ήταν ο επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής που εργάστηκε για την εξ αποστάσεως ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος.
Μετά τις απελευθερώσεις των στρατοπέδων την άνοιξη του 1945, έφταναν στο Παρίσι λεωφορεία και τρένα γεμάτα με αποκαμωμένες φιγούρες που φορούσαν ακόμα τις ριγέ στολές τους και περνούσαν με δυσκολία από τη μεγάλη ξύλινη περιστρεφόμενη πόρτα του ξενοδοχείου.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους πρώην δικηγόρους, πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους περνούσαν τις μέρες τους περιπλανώμενοι στην Πόλη του Φωτός με όλο και πιο φθαρμένα ρούχα, προσπαθώντας να πείσουν κάποιον να τους δώσει μια δουλειά – οποιαδήποτε δουλειά. Ακόμη και αυτή η δυστυχία, όμως, δεν ήταν τίποτα μπροστά στις φρικτές συνθήκες που επικρατούσαν στο Παρίσι την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. Στο πλαίσιο του διατάγματος «Nacht und Nebel» («Νύχτα και Ομίχλη») του Χίτλερ, κάθε εξόριστος ή πρόσφυγας μπορούσε πλέον να συλληφθεί χωρίς να είναι απαραίτητο να ακολουθηθούν οι νόμιμες διαδικασίες. Οι περισσότεροι από τον κύκλο τού Lutetia θεωρήθηκαν απάτριδες αλλοδαποί. Όσοι, μάλιστα, ήταν Εβραίοι διέτρεχαν τον άμεσο κίνδυνο να σταλούν σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ανατολικής Ευρώπης.
Έχοντας θέσει το Lutetia στο επίκεντρο του βιβλίου της, η Ρογκόισκα στη συνέχεια ανατρέχει σε μια σειρά από προσωπικές ιστορίες. Αναφέρεται στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο οποίος περνάει τις μέρες του στην Bibliothèque Nationale τελειοποιώντας το έργο της ζωής του, το «Arcades Project», μια μελέτη για τη ζωή στους δρόμους του Παρισιού του 19ου αιώνα. Αναφέρεται επίσης στην Ιρέν Νεμιρόφσκι, τη συγγραφέα που γεννήθηκε στην Ουκρανία και γράφει κρυφά τη «Γαλλική Σουίτα» («Suite Française»), ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει τον φόβο, την απελπισία και τους ηθικούς συμβιβασμούς των απλών πολιτών την περίοδο της γερμανικής εισβολής. Μιλάει ακόμα για τη Ζιζέλ Φρόιντ, μια νεαρή Γερμανίδα φωτογράφο και λεσβία, η οποία αποφασίζει να συνάψει λευκό γάμο με έναν Γάλλο, προκειμένου να αποκτήσει την υπηκοότητα.
Οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες δεν έχουν αίσιο τέλος. Ο Μπένγιαμιν αυτοκτονεί μετά την αποτυχία του να διαφύγει στην Ισπανία, ενώ ένα σημαντικό μέρος του χειρόγραφου του «Arcades Project» χάνεται. Η Νεμιρόφσκι πεθαίνει στο Άουσβιτς, αν και το έργο της, «Suite Française», θα εκδοθεί δεκαετίες αργότερα με μεγάλη επιτυχία. Η Φρόιντ, μία από τις πιο διάσημες φωτογράφους του 20ού αιώνα, θα ζήσει μέχρι τα 91 της. Το Lutetia, εν τω μεταξύ, βιώνει τη δική του κατάπτωση. Μία ημέρα μετά την άφιξη των Γερμανών στο Παρίσι, το ξενοδοχείο επιτάχθηκε για να γίνει αρχηγείο της Abwehr, της Γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Η μοίρα του ξενοδοχείου άλλαξε για μία ακόμη φορά όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν κακήν κακώς Παρίσι τον Αύγουστο του 1944· λίγους μήνες αργότερα μετατράπηκε σε κέντρο υποδοχής για τους επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης που επαναπατρίζονταν. Την άνοιξη του 1945, έφταναν στο Παρίσι λεωφορεία και τρένα γεμάτα με αποκαμωμένες φιγούρες που φορούσαν ακόμα τις ριγέ στολές τους και περνούσαν με δυσκολία από τη μεγάλη ξύλινη περιστρεφόμενη πόρτα του ξενοδοχείου. Ζώντας σε δωμάτια στα οποία μέχρι πρόσφατα διέμεναν άνδρες της Abwehr, οι επιζώντες λάμβαναν πλέον ιατρική περίθαλψη, καινούργια ρούχα και τροφή.
Όμως το Lutetia δεν έγινε, όπως επισημαίνει η Ρογκόισκα, ένας τόπος δακρύβρεχτων επανασυνδέσεων και ιστορίων happy end. Πολλοί από τους τελευταίους ενοίκους του επέστρεφαν σε έναν κόσμο στον οποίο δεν βρίσκονταν πλέον οι αγαπημένοι τους. Στο πεζοδρόμιο έξω από το ξενοδοχείο, εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες με δάκρυα στα μάτια κρατούσαν φωτογραφίες συγγενών που είχαν δει για τελευταία φορά όταν επιβιβάζονταν σε ένα τρένο με προορισμό τα στρατόπεδα. Μπορούσαν εκείνοι που επέστρεφαν από τον τρόμο να τους πουν αν είχαν συναντήσει στα στρατόπεδα τον γιο, τη θεία ή τον σύζυγο των ανθρώπων αυτών; Οι επιζώντες σχεδόν απέστρεφαν το βλέμμα. Ήξεραν ότι, ακόμα και αν κατά τύχη μπορούσαν να αναγνωρίσουν κάποιο πρόσωπο στις φωτογραφίες που τους έδειχναν, υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες ο άνθρωπος αυτός να περάσει από την περιστρεφόμενη πόρτα του Lutetia.
Με στοιχεία από «The Guardian»