ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΣ συνθήκη ήταν σπουδαία υπόθεση για τις οικογένειες το πτυχίο, το δίπλωμα, το «χαρτί» στην κορνίζα. Για δεκαετίες, η διόγκωση των φοιτητικών και σπουδαστικών πληθυσμών και η κοινωνική άνοδος των παιδιών (κυρίως) της μικροαστικής τάξης έγιναν σχεδόν συνώνυμα της μαζικής δημοκρατίας και των εκσυγχρονισμών της.
Δεν θα μπορούσε έτσι να μείνει εκτός πολιτικής μάχης ένα τέτοιο επίζηλο αγαθό. Με τα χρόνια η συμβολική του σημασία θα αποκτούσε συχνά μεγαλύτερο βάρος από την επαγγελματική, πρακτική του απόδοση. Η πρόσβαση στο πανεπιστήμιο και η αξία του πτυχίου θα γίνουν αληθινό casus belli. Από τη δεκαετία του ’60 και σε όλη τη διάρκεια της μαζικοποίησης των ανώτατων σχολών, και με τις εναλλαγές πολιτικών-καθεστωτικών φάσεων με αντικρουόμενες νομοθεσίες, το πτυχίο ως δικαίωμα, κατάκτηση ή τυπικό προσόν θα γίνει καύσιμη πολιτική ύλη.
Τώρα όμως ιστορίες σαν αυτές που θορύβησαν την κυβέρνηση και γέννησαν το κύμα ΑΙ σάτιρας με τα χαρακτηριστικά του Μακάριου Λαζαρίδη μάς θύμισαν και κάποιες κωμικοτραγικές αντιφάσεις σχετικά με τα πτυχία και τη σχέση τους με την «καριέρα», ιδίως με τις διαδρομές των πολιτικών-κρατικών αξιωματούχων.
Όταν φανούν ελαφρώς κούφιοι οι τίτλοι των διπλωμάτων ή των σχολών φοίτησης, αρχίζουν σπονδές στην «εμπειρία της αγοράς», που μόνο αυτή, λένε, μπορεί να αποφασίσει αν κάνεις για τη δουλειά ή όχι.
Όλα τα προηγούμενα χρόνια από τους συντηρητικούς χώρους στήθηκε μια ολόκληρη θρησκεία των τίτλων, των προσόντων και της αριστείας. Καταδικάστηκαν με συνοπτικούς αφορισμούς το πνεύμα της «εξίσωσης προς τα κάτω», η ευκολία των καλών βαθμών, η σκανδαλώδης επιείκεια για τα φαινόμενα ανομίας ως υποθετικά ή μη ελαττώματα των πολιτικών αντιπάλων. Φόρμες αξιολόγησης με γλώσσα που μιμούνταν την εταιρική αργκό και χιλιάδες «εξελάκια» εφόρμησαν για να απαλλάξουν τη χώρα από τη στρατιά των «αχρήστων» και όσων δεν ήθελαν να «αξιολογηθούν». Τα λάβαρα της ατομικής προσπάθειας και της ανταγωνιστικής επίτευξης ανέμιζαν περήφανα σε κάθε ομιλία, συνέδριο και brainstorming, μαζί φυσικά με πολλά γέλια ειρωνείας για εκείνη την παλιά και κουρασμένη φοιτητοσυνδικαλιστική γλώσσα που απαιτούσε ακόμα πτυχία με αντίκρισμα και άλλα κρατικιστικά και ανεδαφικά.
Κάπως έτσι φτιάχτηκε το κλίμα μέσα στο οποίο κινήθηκε με άνεση ο ανθρωπότυπος Λαζαρίδη. Είχε εμμονή με τους τίτλους, την αριστεία, την επιτυχία με όρους «επιλογής των ικανότερων». Αυτή ήταν η επίσημη γλώσσα. Σε αυτό το ιδεολογικό θερμοκήπιο η κοινωνία έπρεπε επίσης να διαιρεθεί σε όσους προχωρούν (δικαίως) και στους «στάσιμους» (μοιραίως). Ή, για να δανειστώ έναν χαριτωμένο όρο που τον διάβασα κάπου πρόσφατα, έχουμε μια κοινωνία όπου οι γραβατωμένοι πρέπει επιτέλους να ξεχωρίζουν από τους «αγραβάτωτους», δηλαδή –κατά τον ίδιο συνειρμό– από τους ανεπρόκοπους. Η άποψη περί αριστερής τεμπελιάς έχει φυσικά μεγάλη διάδοση και νομιμοποίηση σε ευρύτερους κύκλους.
Όταν λοιπόν κάποιο τυχαίο γεγονός διαψεύδει τις παραπάνω κατασκευές, το οικοδόμημα κλονίζεται για λίγο. Σαν να φορά κανείς τη γυαλισμένη πανοπλία της ιδεολογίας και να απομένει, ξαφνικά, με το αδειανό του πουκάμισο. Οι αλχημείες και τα τεχνάσματα με τους τίτλους σπουδών που αποκαλύπτονται «αδειάζουν» έτσι περισσότερο όσους έχουν διακριθεί για καιρό ως μαρκετίστες των επάξιων τίτλων. Επιστρατεύτηκε όμως και μια δεύτερη γραμμή άμυνας, ένας λόγος κατά της τυπολατρικής γραφειοκρατίας που, όπως γράφτηκε, δεν έχει σχέση με τις εμπειρίες ζωής και τα γαλόνια που αποκτά κανείς στην αγορά. Όταν φανούν ελαφρώς κούφιοι οι τίτλοι των διπλωμάτων ή των σχολών φοίτησης, αρχίζουν σπονδές στην «εμπειρία της αγοράς», που μόνο αυτή, λένε, μπορεί να αποφασίσει αν κάνεις για τη δουλειά ή όχι.
Κάπως έτσι, και με τη βοήθεια του βαθύρριζου συντηρητικού αντιδιανοουμενισμού, θα επανεμφανιστεί μια περιφρονητική άποψη για τους πανεπιστημιακούς τίτλους που δεν θα μας πουν ποτέ το τι μπορεί να καταφέρουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Έχει στο μεταξύ προχωρήσει και στα ανώτερα στρώματα της τεχνολογικής επιχειρηματικής ελίτ (κυρίως της αμερικανικής) μια γενικότερη αμφισβήτηση των πανεπιστημιακών σπουδών και της αξίας τους, στο όνομα των εν κινήσει δεξιοτήτων και της συνεχούς αναπροσαρμογής. Μήπως είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, πρωτοπόροι στο ρεύμα;
Το δικό μας όμως ταπεινό δράμα δωματίου δεν έχει φτάσει ακόμα σε αυτά τα ύψη. Κινούμαστε, σε μεγάλο βαθμό, στη σφαίρα επιρροής των ιδεολογιών μιας προηγούμενης φάσης και η ζημιά για την κυβέρνηση σχετίζεται ακριβώς με τη διάψευση της κλασικής εκσυγχρονιστικής αφήγησης περί ικανότητας και αξίας. Όταν έχεις ρίξει όλο το βάρος στην απόλαυση που προσφέρει στο κοινό σου η διαγραφή κάποιων «αιώνιων φοιτητών» και στα λογής προσοντολόγια, η απογύμνωση γίνεται πιο επώδυνη.
Από την άλλη, ένιωσα άσχημα όταν ένας ορισμένος κριτικός και αντιπολιτευτικός λόγος έπεσε κι αυτός στην παγίδα. Δεν υπήρχε, νομίζω, λόγος να γίνουν κάποιοι/-ες πτυχιακότεροι/-ες των πτυχιούχων, επαναφέροντας μια λογική διανοητικής περιφρόνησης. Άλλο πράγμα είναι η κριτική στην αναλήθεια και στην υποκρισία και άλλο ο πειρασμός να αντιγυρίσει κανείς τις γνωστές κατηγορίες περί τεμπέληδων και μετρίων. Δεν καταλαβαίνω –μάλλον το νιώθω μόνο ως προσωπικό παράπονο και θυμό– γιατί να ανατρέξεις στους αληθινούς τίτλους των σπουδών σου για να αποδείξεις, ας πούμε, ότι οι «άλλοι» δεν είναι οι «άριστοι», όπως διαφήμιζαν την πραμάτεια τους και ταξινομούσαν τον κόσμο γύρω τους.
Όντως, η ποιότητα των ανθρώπων δεν βρίσκεται σε μια όλο και περισσότερο φουσκωμένη αγορά προσόντων, διπλωμάτων και δεξιοτήτων. Η ίδια η αξιοκρατική αρχή είναι μια σύμβαση με πολλές παραπλανητικές όψεις και κρυφές ρήτρες αποσιώπησης. Ούτε πρέπει να ξεχάσουμε το πόσο συχνά μια ρηχή πτυχιολατρία έχει κι αυτή υπονομεύσει (από κοινού με τις φορμαλιστικές, νεοφιλελεύθερες ψευτοστοχοθεσίες) τη ζωντανή εκπαιδευτική εμπειρία.
Είναι πολύ καλό να αποκαλύπτονται εκείνοι που, κατά τα άλλα, θεωρούν πως οι ποικίλες ανισότητες και οι ειδικές προσβάσεις είναι ένα αυτοδίκαιο προνόμιο. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, σαν να παίρνουν και λίγο εκδίκηση τα εκάστοτε θύματα αυτής της αλαζονείας. Η δικαιοσύνη όμως αρχίζει εκεί όπου πάμε πέρα από την «απόλαυση» τέτοιων μικρών στιγμών εκδίκησης. Όταν αποκαθίσταται η αλήθεια, κυρίως όμως όταν αρχίσει να αλλάζει ο τρόπος που μετράμε τις ικανότητες για τις λεγόμενες θέσεις ευθύνης, πέρα από τη μιζέρια των παλαιοκομματικών τεχνασμάτων.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.