Στη νέα της έκθεση η Μαρίνα Αμπράμοβιτς πηδά από ουρανοξύστες, πνίγεται από φίδια, μαχαιρώνεται, καίγεται και πεθαίνει από έρωτα ξανά και ξανά. Το Seven Deaths μοιάζει αρχικά με μια σκοτεινή οπερατική φαντασίωση πάνω στη Μαρία Κάλλας. Στην πραγματικότητα είναι κάτι πιο άβολο και πιο ενδιαφέρον: μια μεγάλη θεατρική ερώτηση για το γιατί ο πολιτισμός εξακολουθεί να επιστρέφει με τέτοια ευχαρίστηση στη γυναίκα που πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας.
Η έκθεση παρουσιάζεται στο Cisternerne της Κοπεγχάγης, έναν υπόγειο χώρο που μοιάζει λιγότερο με μουσείο και περισσότερο με δεξαμενή μνήμης. Σκοτεινό, υγρό, σχεδόν σαν κατακόμβη, το Cisternerne δίνει στο έργο το ιδανικό του περιβάλλον. Ο θεατής κινείται μέσα στο μισοσκόταδο, ακολουθώντας επτά φιλμ εμπνευσμένα από τις πιο διάσημες γυναικείες τραγωδίες της όπερας, με τη φωνή της Κάλλας να σκεπάζει κάθε σκηνή και τον Γουίλεμ Νταφό να εμφανίζεται κάθε φορά σαν εραστής, απειλή, μοιραίος άνδρας ή δήμιος. Το έργο πατά πάνω στο 7 Deaths of Maria Callas του 2020, αλλά στην εκθεσιακή του μορφή αποκτά κάτι πιο βυθισμένο, πιο πένθιμο, σχεδόν ταφικό.
Αυτό που κάνει το Seven Deaths να ξεφεύγει από την απλή οπτική μεγαλοπρέπεια είναι ότι δεν χρησιμοποιεί την Κάλλας μόνο ως μούσα ή ως φόρο τιμής. Η Αμπράμοβιτς τη χρησιμοποιεί σαν καθρέφτη. Εδώ και χρόνια μιλά για τη βαθιά ταύτισή της με τη ντίβα που αγάπησε παράφορα, πλήρωσε ακριβά την αφοσίωσή της και έμεινε στην ιστορία όχι μόνο για τη φωνή της αλλά και για τον μύθο της ερωτικής της συντριβής. Η ίδια έχει πει ότι ήθελε να φτιάξει ένα έργο για τη ραγισμένη καρδιά, επειδή και η δική της ζωή είχε σημαδευτεί από μια τέτοιου είδους απώλεια. Η διαφορά, όπως τη διατυπώνει η ίδια, είναι ότι εκείνη σώθηκε από την τέχνη της, ενώ η Κάλλας όχι.
Εκεί αρχίζει και το πιο ενδιαφέρον, αλλά και το πιο δύσκολο κομμάτι του έργου. Γιατί το Seven Deaths δεν μιλά μόνο για την Κάλλας ούτε μόνο για τη Μαρίνα. Μιλά για μια πολύ παλιά πολιτισμική εμμονή: την επιμονή με την οποία επιστρέφουμε ξανά και ξανά στη γυναίκα που υποφέρει, εγκαταλείπεται, καίγεται από το πάθος της και αφανίζεται με τρόπο αισθητικά μεγαλειώδη. Από την όπερα μέχρι το σινεμά και από τη μυθολογία μέχρι τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα, η γυναικεία συντριβή έχει παρουσιαστεί αμέτρητες φορές σαν το πιο υψηλό είδος δράματος. Και η Αμπράμοβιτς, με όλη τη γνωστή της αδυναμία στην υπερβολή, δεν απομακρύνεται από αυτό το θέαμα. Μπαίνει μέσα του και το ξανασκηνοθετεί.
Αυτό είναι και το μεγάλο ατού του έργου, αλλά και ο λόγος που δεν μπορείς να το δεις αθώα. Από τη μία, η Αμπράμοβιτς ξέρει καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε άλλο πώς να μετατρέπει το σώμα, τον πόνο και την τελετουργία σε εικόνα που σε κρατά. Από την άλλη, το Seven Deaths φλερτάρει ανοιχτά με την αυτομυθολογία. Δεν βλέπεις μόνο επτά ηρωίδες της όπερας. Βλέπεις και τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς να ξαναγράφει τον εαυτό της ως τελευταία μεγάλη ιέρεια του πάθους, της αντοχής και της επιβίωσης. Η Κάλλας εδώ είναι πράγματι alter ego, αλλά και εργαλείο για να στερεωθεί ακόμη περισσότερο ο μύθος της ίδιας της Αμπράμοβιτς.
Ισως γι' αυτό το έργο πετυχαίνει περισσότερο όταν το δεις όχι ως ύμνο στον θάνατο, αλλά ως σχόλιο στην επανάληψή του. Οπως λέει και η ίδια, δεν πεθαίνεις μόνο μία φορά. Πεθαίνεις πολλές φορές στη ζωή και συνεχίζεις. Εκεί βρίσκεται ίσως και το πιο σύγχρονο στοιχείο του Seven Deaths. Οχι στην όπερα, ούτε στη θεατρικότητα, ούτε στον μύθο της ντίβας, αλλά στο ότι αναγνωρίζει κάτι πολύ οικείο στη σημερινή κουλτούρα: πως η συναισθηματική καταστροφή έχει γίνει κι αυτή μια δημόσια γλώσσα, κάτι που ταυτόχρονα βιώνεται, αφηγείται και καταναλώνεται.
Το Seven Deaths θα μείνει στο Cisternerne έως τις 30 Νοεμβρίου, την ημέρα που η Αμπράμοβιτς κλείνει τα 80. Και ίσως αυτό να είναι το πιο εύγλωττο στοιχείο από όλα. Λίγο πριν περάσει σε μια ακόμη επετειακή φάση της καριέρας της, επιστρέφει σε ό,τι την έχτισε εξαρχής: τον πόνο, την επιτέλεση, τη μεγάλη χειρονομία, το σώμα ως θέατρο αλήθειας. Μόνο που αυτή τη φορά το ερώτημα δεν είναι απλώς τι αντέχει εκείνη.
Είναι τι συνεχίζουμε εμείς να ζητάμε από τις γυναίκες όταν τις κοιτάμε να πεθαίνουν τόσο ωραία;
με στοιχεία από το Wallpaper