Ένα νέο βιβλίο για τον Άλμπερτ Σπέερ εξετάζει πώς ο αρχιτέκτονας του Χίτλερ κατάφερε μετά τον πόλεμο να χτίσει τη μορφή του «μετανοημένου» ναζί. Σύμφωνα με τη νέα κριτική του Guardian, το You Are the Führer’s Unrequited Love βλέπει στην περίπτωσή του ένα πρώιμο μάθημα δημόσιας παραπλάνησης.
Η περίπτωση του Άλμπερτ Σπέερ συνεχίζει να απασχολεί ιστορικούς, συγγραφείς και αναγνώστες όχι μόνο λόγω του ρόλου του στο ναζιστικό καθεστώς αλλά και επειδή έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δημόσιας ανακατασκευής ενός ενόχου. Ο Σπέερ, αρχιτέκτονας του Χίτλερ και υπουργός Εξοπλισμών στη ναζιστική Γερμανία, καταδικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και αποφυλακίστηκε το 1966, έπειτα από είκοσι χρόνια στο Σπαντάου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, κατάφερε να εμφανιστεί στη διεθνή κοινή γνώμη ως ο «καλός ναζί»: ένας άνθρωπος που φαινόταν να έχει αναλάβει τις ευθύνες του, ενώ ταυτόχρονα υποστήριζε ότι δεν γνώριζε την πλήρη έκταση της ναζιστικής εξόντωσης. Αυτή η εικόνα αποδείχθηκε αργότερα βαθιά παραπλανητική, όμως για δεκαετίες υπήρξε αρκετά ισχυρή ώστε να του επιτρέψει να μετατραπεί σε συγγραφέα, σχολιαστή και συνομιλητή της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Σε αυτή την κατασκευή επιστρέφει το βιβλίο του Ζαν-Νοέλ Ορενγκό, το οποίο κυκλοφορεί στα αγγλικά σε μετάφραση του David Watson. Σύμφωνα με την κριτική του Guardian, δεν πρόκειται ούτε για κλασική βιογραφία ούτε ακριβώς για μυθιστόρημα, αλλά για ένα υβριδικό έργο που παρακολουθεί τον Σπέερ σε δύο διαφορετικές φάσεις: ως άνθρωπο του στενού κύκλου του Χίτλερ και ως μεταπολεμικό πρόσωπο που ξαναέγραψε τον εαυτό του για να γίνει αποδεκτό.
Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο έχει η σχέση του Σπέερ με τον Χίτλερ, την οποία ο Ορενγκό προσεγγίζει ως σχέση φιλοδοξίας, αμοιβαίας ανάγκης και ψυχολογικής εξάρτησης. Από εκεί ξεκινά και ο τίτλος You Are the Führer’s Unrequited Love, μια φράση που, όπως σημειώνει η κριτική, λειτουργεί λιγότερο ως κυριολεξία και περισσότερο ως ένδειξη της ιδιαίτερης έντασης που χαρακτήριζε αυτή τη σχέση.
Το βιβλίο όμως δεν μένει μόνο στο ιστορικό πρόσωπο. Εκεί που αποκτά και σύγχρονο βάρος είναι στον τρόπο με τον οποίο συνδέει την υπόθεση Σπέερ με μια ευρύτερη κουλτούρα δημόσιας αυτοσκηνοθεσίας. Ο Guardian σημειώνει ότι ο Ορενγκό βλέπει στη διαδρομή του Σπέερ μια πρώιμη εκδοχή του κόσμου της μετα-αλήθειας: ενός κόσμου όπου η εικόνα, η αφήγηση και η επιδέξια διαχείριση της ενοχής μπορούν να θολώσουν τα όρια ανάμεσα στο γεγονός και την κατασκευή του.
Γι’ αυτό και το βιβλίο ξεπερνά τα όρια μιας ακόμη έκδοσης για τον ναζισμό ή τον Χίτλερ. Διαβάζει τον Σπέερ ως μια από τις πρώτες μεγάλες φιγούρες της σύγχρονης δημόσιας εξαπάτησης, έναν άνθρωπο που δεν επιχείρησε μόνο να σωθεί ιστορικά, αλλά και να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο θα τον θυμούνται.