Η αποστολή Artemis II της NASA, έχει συμβάλει καθοριστικά στο μέλλον της μακροχρόνιας εξερεύνησης του διαστήματος.
Ωστόσο, πριν καταστούν ασφαλείς τέτοιες αποστολές στο διάστημα, οι επιστήμονες πρέπει να κατανοήσουν καλύτερα πώς η ακτινοβολία και η μικροβαρύτητα επηρεάζουν το ανθρώπινο σώμα.
Για τον λόγο αυτό, η αποστολή μετέφερε μαζί της ένα πρωτοποριακό πείραμα με την ονομασία AVATAR (A Virtual Astronaut Tissue Analog Response). Το AVATAR βασίζεται σε μια καινοτόμο τεχνολογία που ονομάζεται «όργανα-σε-τσιπ». Πρόκειται για μικροσκοπικές συσκευές γεμάτες με υγρό, περίπου στο μέγεθος ενός USB, οι οποίες περιέχουν ζωντανά ανθρώπινα κύτταρα.
Αυτές οι συσκευές έχουν σχεδιαστεί, ώστε να μιμούνται τη λειτουργία διαφορετικών ανθρώπινων οργάνων. Μάλιστα, επειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν κύτταρα από συγκεκριμένα άτομα, τα «όργανα-σε-τσιπ» μπορούν να αναπαραστήσουν ακόμη και τα όργανα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
Από το 2010, οι επιστήμονες μελετούν αυτά τα μοντέλα στη Γη και έχουν ήδη αποκομίσει σημαντικές γνώσεις, όπως το πώς αντιδρά το σώμα σε νέα φάρμακα ή σε συνθήκες στρες. Αν και τα συστήματα αυτά έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία σε χαμηλή τροχιά της Γης, στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, η αποστολή Artemis II ταξίδεψε πολύ πιο μακριά.
Αυτό σημαίνει ότι το AVATAR, μπορεί να αποκαλύψει νέες πληροφορίες για το πώς το περιβάλλον γύρω από τη Σελήνη επηρεάζει τον ανθρώπινο οργανισμό.
Ένα βήμα προς εξατομικευμένη ιατρική στο διάστημα
Στόχος του πειράματος, είναι να βοηθήσει μελλοντικά στη δημιουργία εξατομικευμένων ιατρικών κιτ για τους αστροναύτες.
Όπως αναφέρει ο Anthony Colaprete, από το ερευνητικό κέντρο Ames της NASA, αυτό θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προόδου, ειδικά καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα.
Τα «όργανα-σε-τσιπ» δίνουν τη δυνατότητα στους επιστήμονες να μελετούν πραγματικά ανθρώπινα κύτταρα, να δοκιμάζουν φάρμακα και εμβόλια, να κατανοούν την εξέλιξη ασθενειών και τις αλληλεπιδράσεις μικροοργανισμών, κάτι που είναι συχνά δύσκολο ή αδύνατο με τη χρήση ζωικών μοντέλων.
Τα ειδικά τσιπ που ταξίδεψαν με το διαστημόπλοιο της αποστολής, περιέχουν κύτταρα μυελού των οστών από τους ίδιους τους αστροναύτες της Artemis II και αντιστοιχούν σε παρόμοια δείγματα που έχουν παραμείνει στη Γη.
Τώρα που επέστρεψαν, οι επιστήμονες θα αναλύσουν τις αλλαγές σε γενετικό επίπεδο, αποκτώντας εικόνα για τις επιπτώσεις των διαστημικών ταξιδιών μεγάλης απόστασης.
Το μέλλον των διαστημικών αποστολών
Η τεχνολογία αυτή αναπτύχθηκε αρχικά πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, από τον Donald Ingber στο πανεπιστήμιο Harvard, ο οποίος σήμερα συνεργάζεται με τη NASA για το πρόγραμμα AVATAR.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στο μέλλον θα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν ακόμη περισσότερα τέτοια τσιπ, με δυνατότητα παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο κατά τη διάρκεια της πτήσης.
Χάρη στο μικρό τους μέγεθος, οι μελλοντικές αποστολές στη Σελήνη θα μπορούν να πραγματοποιούν περισσότερα επιστημονικά πειράματα στον ίδιο χώρο, ενώ τα ιατρικά κιτ των αστροναυτών θα γίνουν πιο πρακτικά και αποδοτικά.
Όπως επισημαίνει, το βάρος είναι πάντα ένας κρίσιμος παράγοντας στις διαστημικές αποστολές. Δεν είναι δυνατό να μεταφερθούν όλα τα φάρμακα, επομένως η γνώση του τι ακριβώς χρειάζεται κάθε αστροναύτης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας.
Με πληροφορίες από Scientific American