«Ψωνίζω άρα υπάρχω», «Δεν είσαι ο εαυτός σου»: Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της εικαστικού Μπάρμπαρα Κρούγκερ με τις σύντομες κατηγορηματικές φράσεις –ασπρόμαυρο κείμενο με πινελιές κόκκινου χρώματος– αντλούν από την οπτική γλώσσα της διαφήμισης. Ωστόσο η Κρούγκερ δεν θέλει να πουλήσει μια ιδέα, ένα σύνθημα, αλλά να προκαλέσει το κοινό να σκεφτεί και να κρίνει, θέτοντας επιτακτικά ερωτήματα γύρω από το φύλο, τον καταναλωτισμό και την εξουσία. Γραμμένα με γραμματοσειρά Futura Bold ή Helvetica Extra Bold, σε μαύρες, λευκές ή κόκκινες γραμμές, τα μηνύματά της σήμερα παίζουν τον ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης από την άλλη πλευρά, προτρέποντάς μας να αναρωτηθούμε για τις δικές μας θέσεις, να αμφισβητήσουμε και να αλλάξουμε τα συστήματα στο πλαίσιο των οποίων ζούμε.
Ένα τέτοιο έργο της από το 1989, με το μήνυμα «Το σώμα σου είναι πεδίο μάχης», πρωταγωνιστούσε στα social media το 2022, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει το δικαίωμα στην άμβλωση. Αυτό και μόνο αποδεικνύει πόσο επίκαιρο είναι το έργο μιας εννοιολογικής καλλιτέχνιδας που εδώ και δεκαετίες συνδυάζει εικόνες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με φράσεις που αμφισβητούν τα στερεότυπα και τις συμπεριφορές του καταναλωτισμού και αποτελούν μια άμεση κριτική. Η Κρούγκερ αντιστέκεται κατά καιρούς στους χαρακτηρισμούς, δεν θεωρεί ότι κάνει φεμινιστική ή πολιτική εν γένει τέχνη και πιστεύει ότι «αυτές οι κατηγοριοποιήσεις διαιωνίζουν ένα συγκεκριμένο είδος περιθωριοποίησης».
Άγρυπνη παρατηρήτρια της ποπ κουλτούρας, η Κρούγκερ συμπεριφέρεται ως ενεργή καταναλώτρια και καταπιάνεται με εικόνες και λέξεις που ρέουν και αναπαράγονται ακαριαία μέσω των μέσων ενημέρωσης, νοηματοδοτώντας τες εκ νέου.
Η εμβληματική αυτή μορφή της σύγχρονης τέχνης θα φιλοξενηθεί τον Απρίλιο του 2026 στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όπου θα παρουσιάσει την ατομική της έκθεση με τίτλο «Untitled (Pride and Contempt)». Πρόκειται για δεκατρία νέα έργα, ειδικά σχεδιασμένα για τον υπαίθριο χώρο του ΚΠΙΣΝ, ανάμεσά τους και μια μνημειακών διαστάσεων τοιχογραφία. Η μεγάλης κλίμακας εγκατάσταση της Κρούγκερ θα εκτείνεται και στις δύο πλευρές του Καναλιού του ΚΠΙΣΝ, θα φέρει τα τολμηρά quotes της γύρω από την αλήθεια, την εξουσία, την κριτική σκέψη και την ατομική δράση, και θα χαρακτηρίζεται από το καθηλωτικό και αναγνωρίσιμο εικαστικό της ύφος, που απευθύνεται στο κοινό με αμεσότητα, αξιοποιώντας τους κώδικες της μαζικής επικοινωνίας και δημιουργώντας έναν διεγερτικό διάλογο· έτσι ο θεατής θα έχει τη δυνατότητα να αναστοχαστεί τη θέση και τη συμμετοχή του στην κοινωνία μέσα στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης. Η τοιχογραφία που θα δούμε στο κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης θα παραπέμπει σε μεγάλο βαθμό στη μνημειώδη παρέμβαση της καλλιτέχνιδας στο MOCA του Λος Άντζελες, όπου πριν από λίγα χρόνια το έργο της «Untitled (Questions)» κοσμούσε το εξωτερικό του μουσείου Geffen Contemporary επί της οδού Temple.
Μια εικόνα με πολλές αμφίσημες έννοιες
Στο έργο της περιλαμβάνει πολύ συχνά ασπρόμαυρες φωτογραφίες που επικαλύπτονται από μια λεζάντα. Οι φράσεις περιλαμβάνουν συχνά αντωνυμίες όπως «εσείς», «εγώ», «εμείς» και «αυτοί» και αναφέρονται στις πολιτισμικές κατασκευές της εξουσίας, της ταυτότητας και της σεξουαλικότητας.
Μια τέτοια εικόνα, με το χαρακτηριστικό της στυλ που συνδυάζει εικόνες και κείμενο, έγινε εξώφυλλο στο «New York Magazine» το 2008, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Έλιοτ Σπίτζερ, ήταν ο «Πελάτης 9» σε ένα σκάνδαλο που είχε να κάνει με τη σεξεργασία. Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, Άνταμ Μος, ακύρωσε το προγραμματισμένο εξώφυλλο, αναζητήθηκαν νέες ιδέες και η Μπάρμπαρα Κρούγκερ έκανε τη νικητήρια πρόταση: πάνω στο πορτρέτο του Σπίτζερ πρόσθεσε τη λέξη «BRAIN» και ένα βέλος που έδειχνε στη βουβωνική του χώρα, σατιρίζοντας την πτώση του κυβερνήτη και τις ιστορίες εξουσίας και επιθυμίας.
Άγρυπνη παρατηρήτρια της ποπ κουλτούρας, η Κρούγκερ συμπεριφέρεται ως ενεργή καταναλώτρια και καταπιάνεται με εικόνες και λέξεις που ρέουν και αναπαράγονται ακαριαία μέσω των μέσων ενημέρωσης, νοηματοδοτώντας τες εκ νέου. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερο, έντονα πολιτικό και κοινωνικά αιχμηρό. Υπάρχει μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις «ήπιες» εικόνες που επιλέγει και στην αμεσότητα που έχουν οι λεζάντες της. Έτσι ανοίγει έναν εσωτερικό διάλογο με τον θεατή, μεταφέροντας τα μηνύματά της, πρωτίστως για να αμφισβητήσει τα συστήματα εξουσίας και να αποκαλύψει τη διαφθορά τους.
Η Μπάρμπαρα Κρούγκερ ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες και είναι καθηγήτρια στη Σχολή Τεχνών και Αρχιτεκτονικής του UCLA. Γεννήθηκε το 1945 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ και μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής της αμερικανικής διαφήμισης, η οποία διαπέρασε όλες τις πτυχές της ζωής της και διαμόρφωσε το χαρακτηριστικό της στυλ και την πρακτική της, που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο αποδίδουμε νόημα σε οπτικά σημαίνοντα που έχουν να κάνουν με την πίστη, την ηθική και την εξουσία.
Σπούδασε για έναν χρόνο στο Πανεπιστήμιο Σίρακιουζ το 1964 και πέρασε ένα εξάμηνο στην Parsons School of Design στη Νέα Υόρκη το 1965, όπου σπούδασε κοντά στην Νταϊάν Άρμπους και στον γραφίστα Mάρβιν Ίσραελ. Το 1966 εργάστηκε στα περιοδικά «Mademoiselle» και «House & Garden» ως επικεφαλής επιμελήτρια εικόνων. Συνεργάστηκε με την Pictures Generation, μια ομάδα εννοιολογικών καλλιτεχνών που ασχολούνται με την κριτική ανάλυση και διάδοση της κουλτούρας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και συχνά μπαίνει στην ίδια κατηγορία με μεταμοντέρνες φεμινίστριες καλλιτέχνιδες όπως οι Τζένι Χόλτσερ, Σερί Λεβίν, Μάρθα Ρόσλερ και Σίντι Σέρμαν. Όπως η Χόλτσερ και η Σέρμαν, χρησιμοποιεί τις τεχνικές της μαζικής επικοινωνίας και της διαφήμισης για να διερευνήσει το φύλο και την ταυτότητα. Η ίδια μιλάει για το ενδιαφέρον της να αναπαραστήσει «το πώς είμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον».
Ένα δείγμα αυτής της επιρροής υπάρχει στο βιβλίο της «Untitled (You invest in the divinity of the masterpiece)» (1982), στο οποίο η κεντρική εικόνα είναι ένα τμήμα από τις τοιχογραφίες της οροφής στην Καπέλα Σιξτίνα του Μιχαήλ Άγγελου. Η σχέση μεταξύ της σαγηνευτικής ασπρόμαυρης αναπαραγωγής του Αδάμ που σχεδόν αγγίζει το δάχτυλο του Θεού και του συνθήματος που το συνοδεύει («Επενδύεις στη θεϊκότητα του αριστουργήματος») μας φέρνει αντιμέτωπους με το γεγονός ότι είμαστε συνένοχοι στην υπεράσπιση της σημασίας και της αξίας θεσμών, όπως η θρησκεία και η Ιστορία της Τέχνης.
Την επόμενη δεκαετία, η Κρούγκερ εργάστηκε ως γραφίστρια σε περιοδικά και σχεδίαζε εξώφυλλα βιβλίων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στράφηκε στην ποίηση, παρακολουθώντας αναγνώσεις και γράφοντας.
Τα πρώτα έργα της χρονολογούνται από το 1969. Μεγάλα υφαντά τοίχου από νήματα, χάντρες, πούλιες, φτερά και κορδέλες αποτελούν παράδειγμα της επαναπροσέγγισης της χειροτεχνίας την περίοδο αυτή. Η Κρούγκερ ασκεί κριτική στον καταναλωτισμό με αφίσες σε δημόσια πάρκα, πλατφόρμες σιδηροδρομικών σταθμών και άλλους δημόσιους χώρους. Ενώ πειραματίστηκε με βίντεο, φιλμ, ήχο και προβολές και πήρε μέρος στην Μπιενάλε Whitney το 1973, ένιωθε ότι η τέχνη της δεν μπορούσε να συνδεθεί με τις κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες της. Το φθινόπωρο του 1976, εγκατέλειψε την καλλιτεχνική δημιουργία και μετακόμισε στο Μπέρκλεϊ, όπου δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας για τέσσερα χρόνια και εμβάθυνε στα γραπτά του Βάλτερ Μπένγιαμιν και του Ρολάν Μπαρτ.
Αργότερα, ανέπτυξε ενδιαφέρον για τη φωτογραφία και το 1977 δημιούργησε αρκετές σειρές με ασπρόμαυρες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες από εξωτερικούς χώρους σε συνδυασμό με δικές της φράσεις για τον φεμινισμό. Όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 σταμάτησε να φωτογραφίζει, άρχισε να χρησιμοποιεί έτοιμες εικόνες που έβρισκε κυρίως σε αμερικανικά έντυπα των μέσων του 20ού αιώνα, πάνω στις οποίες τοποθετούσε κολάζ που έφτιαχνε με λέξεις. Ένα παράδειγμα τέτοιου κολάζ είναι το «Untitled (Perfect)» του 1980, το οποίο απεικονίζει το κορμί μιας γυναίκας που έχει τα χέρια της ενωμένα σαν να προσεύχεται, θυμίζοντας την Παναγία και συμβολίζοντας την ενσάρκωση της υποταγμένης θηλυκότητας.
Αυτά τα πρώιμα κολάζ, στα οποία η Κρούγκερ χρησιμοποίησε τεχνικές που είχε τελειοποιήσει ως γραφίστρια, εγκαινίασαν τα σχόλια της καλλιτέχνιδας για τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα, τα φυλετικά και τα έμφυλα στερεότυπα, την καταναλωτική κοινωνία και τον πολιτισμό, που αποτελούσαν μια συνεχή πολιτική, κοινωνική και κυρίως φεμινιστική πρόκληση.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Κρούγκερ τελειοποίησε το χαρακτηριστικό της στυλ, καθώς χρησιμοποιούσε περικομμένες, μεγάλης κλίμακας ασπρόμαυρες φωτογραφίες με κόκκινες γραμμές. Η χρήση προσωπικών αντωνυμιών σε έργα όπως το «Untitled (Your gaze hits the side of my face)» (1981) μπερδεύει τους θεατές, που πλέον δεν έχουν σαφή αντίληψη του ποιος μιλάει.
Το ποιος έχει φωνή στην κοινωνία αποτελεί κεντρικό θέμα στο έργο της Κρούγκερ. Η σειρά λιθογραφιών της «Untitled (We will no longer be seen and not heard)» από το 1985, στην οποία κάθε εικόνα έχει μια λέξη από τον τίτλο του έργου, θυμίζει μια απλή μορφή νοηματικής γλώσσας. Το έργο εκφράζει την επιθυμία της Κρούγκερ «να καταστρέψει ορισμένες αναπαραστάσεις» ιεραρχικών ρόλων μέσω του αντιφατικού τους μηνύματος: οι θεατές μπορούν να υποθέσουν ποιος μιλάει και ποιους περιλαμβάνει το «εμείς».
Αυτά τα αυστηρά συγκροτημένα ώριμα έργα λειτουργούν επιτυχημένα σε οποιαδήποτε κλίμακα. Η ίδια ενίσχυσε την αναπαραγωγή τους σε ομπρέλες, tote bags, καρτ ποστάλ, κούπες, μπλουζάκια, αφίσες κ.ο.κ., θέλοντας να μπερδέψει τα όρια μεταξύ τέχνης και εμπορίου και εφιστώντας την προσοχή στον ρόλο της διαφήμισης στον δημόσιο διάλογο. Θέλοντας να μεταφέρει το έργο της έξω από τον χώρο της τέχνης και μέσα στην καθημερινή ζωή, με τα σπιρτόκουτα Untitled (1986) διέδωσε έντονα και συχνά βίαια μηνύματα μέσα από εφήμερα αντικείμενα, καθιστώντας τις ιδέες της άμεσα προσβάσιμες. Ωστόσο, και αυτή η πρακτική της έφερε στο προσκήνιο άλλη μια συζήτηση για τον κόσμο του καταναλωτισμού και του merchandising και ερωτήματα γύρω από την πρωτοτυπία και την ιδιοκτησία.
Το 1988, προσκλήθηκε να επιμεληθεί την έκθεση «Picturing “Greatness”» στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA). Η έκθεση περιλάμβανε φωτογραφίες γνωστών καλλιτεχνών από τη συλλογή του μουσείου και έθετε ερωτήματα γύρω από το πώς κατασκευάζεται και παρουσιάζεται η καλλιτεχνική «μεγαλοσύνη». Στο εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης υποστήριξε ότι τα πορτρέτα «μας δείχνουν πώς το επάγγελμα και η κλίση ενός καλλιτέχνη παγιδεύονται σε κλισέ και στερεότυπα από την κάμερα, και πώς η φωτογραφία παγώνει στιγμές μέσα στον χρόνο και γράφει ιστορία».
Το 1990 προκλήθηκε σκάνδαλο με την πρότασή της να εγκαταστήσει στον τοίχο του κτιρίου του MoCA στο Little Tokyo ένα έργο μεγάλης κλίμακας με το πρόσωπο μιας μαύρης γυναίκας και την εμβληματική φράση «Το σώμα σου είναι πεδίο μάχης», θέλοντας να επιστήσει την προσοχή σε φεμινιστικά και φυλετικά ζητήματα. Η αντίδραση της αμερικανοϊαπωνικής κοινότητας του Λος Άντζελες ήταν άμεση, καθώς τα μέλη της θεώρησαν ότι η εικόνα και η τοποθέτησή της οικειοποιούνταν τον πολιτιστικό τους χώρο με ένα φεμινιστικό μήνυμα που δεν αναγνώριζε πλήρως την ιστορία τους, ειδικά όσον αφορά ζητήματα όπως ο εγκλεισμός και η ταυτότητα.
Αυτή η σύγκρουση έδωσε στην Κρούγκερ την αφορμή να επεκτείνει τις αισθητικές της αναζητήσεις στην τέχνη, δημιουργώντας δημόσιες εγκαταστάσεις των έργων της σε γκαλερί, μουσεία, δημοτικά κτίρια, σιδηροδρομικούς σταθμούς και πάρκα, καθώς και σε λεωφορεία και διαφημιστικές πινακίδες σε όλο τον κόσμο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ενσωμάτωσε τη γλυπτική στη διαρκή κριτική που ασκούσε στη σύγχρονη αμερικανική κουλτούρα.
Το 1994, το έργο της «L’empathie peut changer le monde» («Η ενσυναίσθηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο») εγκαταστάθηκε στην πλατφόρμα ενός σιδηροδρομικού σταθμού στο Στρασβούργο της Γαλλίας. Έναν χρόνο αργότερα, μαζί με τους αρχιτέκτονες Χένρι-Σμιθ Μίλερ και Λόρι Χόκινσον και τον αρχιτέκτονα τοπίου Nίκολας Κένελ, σχεδίασε με γλυπτά γράμματα τη φράση «Picture This» που απλωνόταν σε μια έκταση 60 μέτρων σε ένα υπαίθριο αμφιθέατρο στο Μουσείο Τέχνης της Βόρειας Καρολίνας, ενώ σε ένα site-specific έργο που δημιούργησε στο Μουσείο Τέχνης Parrish, το 1998, τοποθέτησε στην πρόσοψη του μουσείου έντονα κόκκινα γράμματα που έγραφαν: «You belong here».
Στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2005 εγκατέστησε μια ψηφιακά εκτυπωμένη τοιχογραφία από βινύλιο σε ολόκληρη την πρόσοψη του ιταλικού περιπτέρου με επιγραφές όπως «Προσποιήσου ότι τα πράγματα πάνε όπως τα έχεις σχεδιάσει» και «Ο Θεός είναι με το μέρος μου – μου το είπε».
Τα επόμενα χρόνια η Κρούγκερ έκανε ταινίες για να περάσει και με αυτό το μέσο τα καλλιτεχνικά της μηνύματα. Το βίντεο «Plenty» το 2008 χρησιμοποίησε διαφημίσεις για να σχολιάσει τον καταναλωτισμό και ήταν μέρος της viral έκθεσης δημόσιας τέχνης «Women in the City» του County Museum of Art του Λος Άντζελες.
Μία από τις εμβληματικές εγκαταστάσεις της ήταν αυτή του 2012 στο Hirshhorn Museum and Sculpture Garden στην Ουάσινγκτον, με τίτλο «Belief+Doubt», που καταλάμβανε 620 τ.μ. Το 2016, δημιούργησε ένα έργο διαμαρτυρίας ενάντια στην εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ για το εξώφυλλο του περιοδικού «New York» και συμμετείχε στο μποϊκοτάζ της τελετής ορκωμοσίας στις 20 Ιανουαρίου 2017.
Το 2022, κάλυψε το αίθριο Marron Family Atrium του MoMA με φράσεις για την εξουσία, την παρακολούθηση και τη φρίκη του πολέμου. Όπως έχει πει η ίδια, οι εγκαταστάσεις της «διαμορφώνουν και περικλείουν τις εμπειρίες μας», κάνοντάς μας να σκεφτούμε πώς μας επηρεάζουν οι χώροι στους οποίους βρισκόμαστε και τούμπαλιν. Το 2024, συγκαταλέχθηκε στους 18 καλλιτέχνες που επέλεξε η Λιμενική Αρχή της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ για τη δημιουργία εγκαταστάσεων στον νέο Τερματικό Σταθμό 6 του Διεθνούς Αεροδρομίου «John F. Kennedy», ο οποίος αναμένεται να ανοίξει το 2026.
«Δουλεύω με εικόνες και λέξεις επειδή έχουν τη δύναμη να καθορίζουν τι είμαστε και τι δεν είμαστε», λέει η Κρούγκερ. Αναπαράγοντας συγκεκριμένες λέξεις που συνδέονται με γεγονότα ή μυθοπλασίες, συμπυκνώνει νέες έννοιες και δημιουργεί νέες αφηγήσεις για ζητήματα που μας απασχολούν διαχρονικά και σήμερα είναι, όπως με λίγη θλίψη θα διαπιστώσει ο θεατής των έργων της, πιο επίκαιρα από ποτέ.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση «Untitled (Pride and Contempt)» εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.