Για την υπόθεση σύλληψης του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη μίλησε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ Κωνσταντία Δημογλίδου.
Με αφορμή το βίντεο που είχε ανεβάσει ο γνωστός γκαλερίστας για τη δημοπρασία ενός Ιερού Ευαγγελίου μετά από το οποίο ακολούθησε επίσημη καταγγελία στην Ελληνική Αστυνομία από κάποιον άνθρωπο, ο οποίος φαίνεται ότι γνώριζε περί αρχαιοτήτων, ξεκίνησε η επιχείρηση της Αστυνομίας, σύμφωνα με όσα ανέφερε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ Κωνσταντία Δημογλίδου στο ΕΡΤnews Radio 105,8 και στην εκπομπή «Πρωινές Διαδρομές», σχετικά με τη σύλληψη του Γιώργου Τσαγκαράκη και της υπαλλήλου του την περασμένη Παρασκευή.
«Υπήρχαν ήδη καταγγελίες από τις 24 Φεβρουαρίου στην Ελληνική Αστυνομία, ανώνυμες και επώνυμες, σχετικά με τη δραστηριότητα του συγκεκριμένου οίκου, οι οποίες μιλούσαν για δημοπρασίες στις οποίες φαίνεται να πραγματοποιείται αγοραπωλησία έργων τέχνης τα οποία είναι πλαστά. Αυτή ήταν η πληροφορία που έφτασε στην Αστυνομία και έτσι ξεκίνησε η δική μας έρευνα» τόνισε η κ. Δημογλίδου.
«Πρέπει να γνωρίζει ο κόσμος ότι η νομοθεσία έχει αλλάξει και είναι αρκετά αυστηρή και σχετικά με τα έργα τέχνης, αλλά και φυσικά ο νόμος περί αρχαιοτήτων. Παλαιότερα, για παράδειγμα, η απλή κατοχή των πλαστών έργων τέχνης δεν αποτελούσε αδίκημα, κάτι το οποίο τώρα αποτελεί αδίκημα, πόσω μάλλον η αγοροπωλησία αυτών» εξήγησε.
Και συνέχισε: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι. Μπορεί σε κάποιους να φαίνεται πολύ απλή αυτή η υπόθεση. Υπάρχει όμως περίπτωση να υπάρχει κόσμος ο οποίος έχει εξαπατηθεί και έχει αγοράσει κάποιο έργο τέχνης ως αυθεντικό και διαπιστώνει στη συνέχεια ότι πρόκειται περί πλαστού. Μιλάμε για πολύ μεγάλο θέμα και είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι έχουν επικοινωνήσει με την Ελληνική Αστυνομία, είναι η αλήθεια, μετά τη δημοσιοποίηση της σύλληψης για να λάβουν διευκρινίσεις και οδηγίες για το πώς πρέπει να κινηθούν από εδώ και πέρα, απ’ τη στιγμή που έχουν ένα έργο στα χέρια τους και δεν γνωρίζουν και οι ίδιοι».
Γιώργος Τσαγκαράκης: Τι να κάνουν όσοι έχουν αγοράσει έργα από την γκαλερί και θεωρούν ότι έχουν εξαπατηθεί
Εξηγώντας τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κανείς που θεωρεί ότι ενδεχομένως έχει εξαπατηθεί αγοράζοντας πλαστά έργα τέχνης, η κ. Δημογλίδου είπε:
«Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να γίνει η εκτίμηση από κάποιον αρμόδιο, ο οποίος γνωρίζει από τέχνη, για το αν πρόκειται για πλαστό έργο ή για αυθεντικό έργο και στη συνέχεια φυσικά να απευθυνθούν στην Ελληνική Αστυνομία από τη στιγμή που το έχουν αγοράσει ως αυθεντικό, σε περίπτωση που δεν είναι αυθεντικό. Άλλωστε ακόμα και η έρευνα της Αστυνομίας, η επί τόπου έρευνα έγινε με ιστορικό τέχνης από την αρμόδια υπηρεσία, όπως επίσης παρουσία αρχαιολόγου. Καταλαβαίνετε ότι οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε αυτή την υπηρεσία μπορεί να έχουν πολύ μεγάλη εμπειρία πάνω σε αυτό το κομμάτι, όμως δεν είναι ειδικοί για να πιστοποιήσουν την γνησιότητα ενός έργου τέχνης. Είναι κάτι που γίνεται από αρμόδιους ιστορικούς».
Σχετικά με την καταγγελία της κ. Λόλας Νταϊφά ότι είδε στις δημοπρασίες του κατηγορούμενου κοσμήματα που είχαν κλαπεί από το σπίτι της, η κ. Δημογλίδου σημείωσε «αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί. Είναι πολύ μεγάλη έρευνα που ξεκινάει ουσιαστικά».
«Μπορεί να έχουμε μπει στη διαδικασία της ανάκρισης και φυσικά αναμένουμε την απολογία του κατηγορουμένου αύριο και την περαιτέρω ποινική του μεταχείριση, τουλάχιστον για όσα στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί στην προανακριτική δικογραφία τη δική μας που, ουσιαστικά, η προανάκριση αυτή διήρκησε λιγότερο από ένα μήνα. Όμως, από εδώ και πέρα ανοίγει μια πολύ μεγάλη έρευνα σε περίπτωση που δεχτούμε νέες καταγγελίες για τον συγκεκριμένο επιχειρηματία, κάτι το οποίο εξετάζεται με προσοχή. Και να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν σημαίνει ότι από τη στιγμή που βρίσκεται ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί να αποτελεί προϊόν εγκλήματος στην κατοχή ενός ανθρώπου, άμεσα συνδέεται και με την παράνομη αφαίρεση του από τον ιδιοκτήτη. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διερευνηθεί, αν τελικά ταυτοποιηθεί ως αντικείμενο που έχει κλαπεί, έχει αφαιρεθεί με τη βία από κάποιον πολίτη, πώς έφτασε στην κατοχή ενός επιχειρηματία» πρόσθεσε η κ. Δημογλίδου.