Η Μεσόγειος φιλοξενεί μερικά από τα μεγαλύτερα ζώα του πλανήτη, όπως η πτεροφάλαινα, το δεύτερο μεγαλύτερο θαλάσσιο θηλαστικό στον κόσμο, και η φυσητήρας.
Παρά το εντυπωσιακό τους μέγεθος, όμως, η παρακολούθησή τους παραμένει δύσκολη.
Πλέον, οι επιστήμονες έχουν στα χέρια τους ένα νέο εργαλείο που αλλάζει τα δεδομένα: το περιβαλλοντικό DNA.
Whales Leave DNA 'Footprints' Across The Ocean. Here's How We Track Them #Whales #Leave #'Footprints' #Across #Ocean. #Here's #Track #Them #USA #Russia #Biden #Ukraine #War #Palestine #Gaza #Israel # https://t.co/caiuCuuJV5 pic.twitter.com/eMRzXk92vI
— MENAFN Business (@MENAFN) March 16, 2026
Οι «αόρατες» φάλαινες της Μεσογείου
Στα δυτικά της Μεσογείου ζουν εννέα είδη κητωδών, με πληθυσμούς που είναι γενετικά απομονωμένοι από αυτούς του Ατλαντικού. Οι φυσητήρες, για παράδειγμα, περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε μεγάλα βάθη -έως και 1.500 μέτρα- κυνηγώντας καλαμάρια και ψάρια.
Οι καταδύσεις τους μπορεί να διαρκούν έως και μία ώρα, ενώ εμφανίζονται στην επιφάνεια μόνο για λίγα λεπτά, κάτι που καθιστά τον εντοπισμό τους ιδιαίτερα δύσκολο.
Ταυτόχρονα, απειλούνται από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η ναυσιπλοΐα, η ηχορύπανση και η υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Για τον λόγο αυτό, τόσο οι φυσητήρες όσο και οι πτεροφάλαινες στη Μεσόγειο θεωρούνται απειλούμενα είδη.
Πώς μελετούνται μέχρι σήμερα οι φάλαινες
Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες -για τη μελέτη της φάλαινας- βασίζονταν κυρίως σε οπτικές παρατηρήσεις από πλοία ή αεροσκάφη, ηχογραφήσεις με υποβρύχια μικρόφωνα (υδρόφωνα), ηλεκτρονικούς πομπούς (tags) για την παρακολούθηση κινήσεων και σε εκβρασμένα ζώα, που δίνουν στοιχεία για τη διατροφή και τη γενετική των μεγάλων θηλαστικών.
Όμως όλες αυτές οι μέθοδοι έχουν περιορισμούς, είτε είναι χρονοβόρες είτε απαιτούν άμεση επαφή με τα ζώα και γι' αυτό κατέληξαν στην ιχνηλάτηση μέσω DNA. Εξάλλου, κάθε ζωντανός οργανισμός αφήνει πίσω του ίχνη DNA στο περιβάλλον, μέσω του δέρματος, των αποβλήτων ή των κυττάρων του.
Στην περίπτωση των φαλαινών, αυτά τα ίχνη καταλήγουν στο νερό. Έτσι, ακόμη κι αν δεν μπορεί να δει κανείς -ποτέ- το ζώο, μπορεί να αποδείξει ότι πέρασε από το συγκεκριμένο σημείο. Πλέον, με μια απλή δειγματοληψία νερού, οι επιστήμονες μπορούν να εντοπίσουν, να απομονώσουν και να αναλύσουν το εν λόγω DNA.
Χάρη σε μια τεχνική που ονομάζεται metabarcoding, μπορούν να εντοπίσουν πολλαπλά είδη ταυτόχρονα, από φάλαινες μέχρι ψάρια, καρχαρίες και θαλάσσιες χελώνες.
Τι δείχνουν τα πρώτα αποτελέσματα για τις φάλαινες
Από το 2023, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βαλένθια συλλέγουν συστηματικά δείγματα νερού στις ισπανικές ακτές, με τα αποτελέσματα να είναι εντυπωσιακά: έχουν εντοπίσει γενετικό υλικό από έως και πέντε είδη κητωδών, καθώς και από πολλά άλλα θαλάσσια ζώα.
Σύμφωνα με το περιοδικό «The Conversation», με αυτόν τον τρόπο μπορούν να χαρτογραφήσουν τις περιοχές όπου κινούνται τα ζώα, να κατανοήσουν εποχικά μοτίβα και να ενισχύσουν τον σχεδιασμό προστατευόμενων θαλάσσιων ζωνών.
Ένα ακόμη πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι μπορεί να εφαρμοστεί με χαμηλό κόστος, χρησιμοποιώντας πλοία που ήδη κινούνται στη Μεσόγειο,όπως φέρι, ερευνητικά ή αλιευτικά σκάφη.
Έτσι μειώνεται το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της έρευνας και ενισχύεται η συνεργασία μεταξύ επιστημόνων, φορέων και πολιτών.
Με πληροφορίες από The Conversation