The house is black
Άμνετ, Σαίξπηρ, Τζέσι Μπάκλεϊ, Φόρουγκ Φαροχζάντ, Τhe house is black, Όσκαρ ― ένα πολυπόστ
Μ' AΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ της Φόρουγκ Φαροχζάντ, μερικά πολύ. Το 1954 στην Τεχεράνη ήθελε κότσια να μπεις στα γραφεία ενός λογοτεχνικού περιοδικού και να αφήσεις το πρώτο χειρόγραφό σου, που περιγράφει τη σαρκική σου έκσταση (ναι, σαρκική· ναι, έκσταση) με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού. Και να δημοσιευτεί. Με το όνομά σου και τη φωτογραφία σου. Ενώ είσαι παντρεμένη με άλλον (με παιδί).
ΑΜΑΡΤΙΑ
της Forough Farrokhzād
Αμάρτησα μιαν αμαρτία γεμάτη ηδονή
σε μια αγκαλιά που ήταν ζεστή και πύρινη
αμάρτησα μέσα σε μπράτσα,
που ήταν καυτά, εκδικητικά και σιδερένια.
Σ’ εκείνο το καταφύγιο, το σκοτεινό και σιωπηλό
Κοίταξα μέσα στα μάτια του, τα γεμάτα μυστικά,
η καρδιά μου έτρεμε ανυπόμονη στο στήθος μου
από τις παρακλήσεις και τη λαχτάρα των ματιών του.
Σ’ εκείνο το καταφύγιο, το σκοτεινό και σιωπηλό
κάθισα δίπλα του, ζαλισμένη από τη μέθη,
τα χείλη του έχυσαν πόθο πάνω στα χείλη μου,
λυτρώθηκα απ' τη θλίψη της αγριεμένης μου καρδιάς.
Ψιθύρισα στ’ αυτιά του την ιστορία του έρωτα:
«Εσένα θέλω, αγαπημένε μου,
εσένα θέλω, αγκαλιά που με κάνεις να ζω,
εσένα, τρελέ μου εραστή.
Ο πόθος άναψε μια φλόγα στα μάτια του,
το κόκκινο κρασί χόρεψε στο ποτήρι,
το σώμα μου, στο μαλακό κρεβάτι,
ρίγησε απαλά πάνω στο στήθος του.
Αμάρτησα μιαν αμαρτία γεμάτη ηδονή
πλάι σε ένα σώμα που τρέμει εξαντλημένο.
Θεέ μου, πού να ξέρω τι έκανα
σ’ εκείνο το καταφύγιο, το σκοτεινό και σιωπηλό.

Το «Αμαρτία» έπεσε σαν κεραυνός πάνω στον οκνηρό μικροαστισμό της Περσίας του Σάχη. «Έτσι θα κάνουν τώρα οι γυναίκες μας;», σκέφτηκαν οι άντρες. Και οι γυναίκες διχάστηκαν. Οι μεν είδαν ότι η ζωή δεν τελειώνει στον τοίχο της αυλής τους, οι δε μίσησαν τη Φαροχζάντ επειδή διεκδίκησε όσα εκείνες δεν τολμούσαν.
«ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗ;» ρώτησε τη μεταφράστριά της στα αγγλικά, Sholeh Wolpe, μια συγγενής της στην Τεχεράνη. Aυτή περίπου ήταν η στάση της κοινωνίας τότε.
«Aυτή η πόρνη», όμως, είχε κάνει μια εκρηκτική ανατροπή στην περσική λογοτεχνική παράδοση – παράδοση που δεν τη λες και χθεσινή: Πρώτον εξέφραζε ως γυναίκα τον έρωτά της για έναν άντρα, μετά από αιώνες που συνέβαινε μόνο το αντίθετο. Δεύτερον, δεν χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, όπως συνηθιζόταν. Τρίτον, δήλωνε ότι έκανε σεξ εκτός γάμου. Τέταρτον, δεν υπήρχε ίχνος μεταμέλειας ή τύψης για την «αμαρτία» που διεπράχθη – δεν ήταν «παραστρατημένη», ούτε την εκμεταλλεύτηκαν, ούτε την αποπλάνησαν: ήθελε να πάει με έναν άλλο άντρα και πήγε! Φωτογραφίζεται κλείνοντας το μάτι σε ένα καμπαρέ κι ανάβει το τσιγάρο της με αέρα ντίβας. Κυβερνά ακόμη ο Σάχης, αλλά η κοινωνία μουσκεύει στο κουτσομπολιό – ένα πνευματικό χωριό η Τεχεράνη.
Το ένα σκάνδαλο θα φέρει το άλλο. Εγκαταλείπει τον άντρα της μετά από τρία χρόνια γάμου. Tο δικαστήριο τής αφαιρεί την επιμέλεια του παιδιού. Kάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Tην κλείνουν έναν μήνα σε ψυχιατρείο. «Είμαι πια μόνη, εντελώς» γράφει σε ένα γράμμα της από τον εγκλεισμό. Υφίσταται σειρά ηλεκτροσόκ. Ανανήπτει. Ταξιδεύει στην Ευρώπη. Ξαναερωτεύεται.
Η ποίησή της γίνεται όλο και πλούσια. Ειλικρινής, με την αφοπλιστική σκληρότητα που έχουν τα παιδιά. Ο αισθησιασμός της μονοθροεί και τρέμει σα μάτι ανθού που ξεδιπλώνεται στο πρώτο φως της άνοιξης, ώρες ώρες μού θυμίζει το Άσμα Ασμάτων, αυτήν τη δίχως σκέψεις παράδοση στην ευτυχία της σάρκας. Υπαρξιακά, το έχει δει όλο το παραμύθι, αλλά αντί για τον κυνισμό διαλέγει την αταραξία, το Nil Admirari. Είναι όμως και φύσει επαναστάτρια, φεμινίστρια πέραν του όρου: καταγγέλλει με ειρωνεία και τόλμη την υποκρισία της πνευματικής ελίτ, την καταπιεστική δομή της κοινωνίας.
Το 1979, οι μουλάδες έρχονται στην εξουσία. Διατάσσουν τον εκδότη της να πάψει να την τυπώνει. Αρνείται. Τον φυλακίζουν και το τυπογραφείο του γίνεται παρανάλωμα πυρός σε μια νύχτα.
Η Φαροχζάντ θα σκοτωθεί στα 32 της σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Όσα βιογραφικά σημειώματα διάβασα τελειώνουν με την ίδια εικόνα: τη θάβουν μια μέρα του Φεβρουαρίου στο νεκροταφείο της Τεχεράνης, υπό πυκνή χιονόπτωση.
Το σπίτι είναι μαύρο
«Υπάρχει αρκετή ασκήμια στον κόσμο· θα υπήρχε ακόμη περισσότερη αν αποστρέφαμε το βλέμμα μας από αυτή».
Η πλάκα είναι ότι μιλώ σήμερα για τα ποιήματά της, αλλά τη Φαροχζάντ τη γνώρισα μέσα από μια αποφασιστική στιγμή του σινεμά: το «The House Is Black» («Khaneh siah ast», «Το σπίτι είναι μαύρο»), ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, 22 λεπτών, που γύρισε το 1962 στην αποικία λεπρών του Baba Baghi, κοντά στην πόλη Ταμπρίζ.
Με voiceover από την Παλαιά Διαθήκη, το Κοράνι και δικούς της στίχους, δημιουργεί ένα κυριολεκτικά συγκλονιστικό οπτικό ποίημα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αυτών που βρίσκονται στο τελευταίο σκαλί της ύπαρξης, ρίχνοντας τον πρώτο σπόρο του ιρανικού νέου κύματος – ο Κιαροστάμι θα της αποδώσει τις δέουσες τιμές παίρνοντας έναν στίχο της για τίτλο στο επίτευγμά του «Ο άνεμος θα μας πάρει». Ειδικά η πρώτη σκηνή με τα παιδιά, τα παραμορφωμένα από τη λέπρα, που αναπέμπουν αίνους στον Κύριο επειδή τα αξίωσε να ζουν (θα υιοθετήσει δύο από αυτά στο τέλος των γυρισμάτων) συμπυκνώνει σε 3 λεπτά όλο τον Μπρεσόν και κάνει σκόνη κάθε σύμβαση του σινεμά – δεν ξέρεις πια αν κάτι το ζεις ή απλώς το βλέπεις.
ΝΑ ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΕ ΚΑΛΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Ο ΑΝΕΜΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΠΑΡΕΙ
της Forough Farrokhzād
Μέσα στη μικρή μου νύχτα, αλίμονο,
ο άνεμος έχει ραντεβού με τα φύλλα των δέντρων·
Στη μικρή μου νύχτα υπάρχει o φόβος
της καταστροφής.
Άκου.
Ακούς το φύσημα του σκοταδιού;
Με μάτια ξένου κοιτάω αυτή την ευτυχία.
Είμαι εθισμένη στη δική μου απελπισία.
Άκου.
Ακούς το φύσημα του σκοταδιού;
Κάτι περνά τώρα μέσα στη νύχτα. Το φεγγάρι
είναι κόκκινο και ταραγμένο· και πάνω από αυτή τη στέγη
που είναι έτοιμη να καταρρεύσει
τα σύννεφα, σαν πλήθος πένθιμο,
περιμένουν τη στιγμή που θα ξεσπάσουν σε βροχή.
Μια στιγμή—
κι ύστερα, τίποτα.
Πίσω απ’ αυτό το παράθυρο η νύχτα τρέμει
και η γη σταματάει να περιστρέφεται.
Πίσω απ’ αυτό το παράθυρο, κάποιος άγνωστος
ανησυχεί για σένα και για μένα.
Ω, εσύ, πράσινη από την κορφή ως τα νύχια—
βάλε τα χέρια σου σα φλογερή ανάμνηση
μέσα στα χέρια μου…
που σε αγαπάνε.
Και τα χείλη σου,
σαν μια ζεστή αίσθηση ζωής,
δώσε τα
στο χάδι των χειλιών μου
που διψούν από έρωτα.
Ο άνεμος θα μας πάρει.
Ο άνεμος θα μας πάρει.
[Οι μεταφράσεις των δυο ποιημάτων είναι δικές μου, βιαστικές, με δάνεια από τρεις αγγλικές μεταφράσεις και τη μετάφραση των πρωτότυπων φαρσί, μεσω ΑΙ]
Συνειρμοί και συμπτώσεις Ανακατεύοντας τη λάσπη της ζωής με την ύλη των ονείρων
Είδα κι εγώ το «Άμνετ», είμαι φαν της Κλόε Ζάο, ειδικά μετά το αριστουργηματικό «Nomadland». Έξοχο και το «Άμνετ» από πολλές απόψεις (σοβαρή, ποιητική ταινία, όχι τζούφια, ούτε χαριτωμένη, ούτε εξυπνακίστικη, και με εκπληκτική ερμηνεία της Τζέσι Μπάκλεϊ) – μου φάνηκε όμως ότι υπήρξε μια κάποια συμβατικότητα στην κινηματογράφηση, μια αχρείαστη μεϊνστριμίλα.
Σύμπτωση πρώτη: η ταινία (και το βιβλίο της Μάγκι Ο'Φάρελ στο οποίο βασίστηκε) δείχνει πώς ο θάνατός του μικρού Άμνετ συγκλόνισε τον Σαίξπηρ και πώς το πένθος του μεταστοιχειώθηκε σε ποίηση, δίνοντας τραγικό βάθος στον «Άμλετ» και το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι». Ένα παιδί, στο «Παραμύθι», «θεραπεύει μέσα μου σκέψεις που θα πήζαν το αίμα μου» – «He makes a July’s day short as December, / And with his varying childness cures in me / Thoughts that would thick my blood»).
Το ίδιο συνέβη και στη Φαροχζάντ. Στην ουσία αναγκάστηκε να διαλέξει ανάμεσα στο παιδί της και την τέχνη της. Το σπαρακτικό ποίημα του 1957 «Ποίημα για σένα», αφιερωμένο στον γιο της, τελειώνει με την ελπίδα ότι η σχέση τους θα ζήσει μέσα από τα λόγια της:
«Θα με ψάξεις στα λόγια μου
και θα πεις στον εαυτό σου:
Η μητέρα μου — αυτή ήταν».
Η κορυφαία σκηνή του «Άμνετ» μιλά ακριβώς γι' αυτό: είναι η στιγμή που η γυναίκα του Σαίξπηρ, ζώντας μέσα στο Globe τον θρίαμβο του «Άμλετ», συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος του γιου της έχει βλαστήσει κι έχει γίνει ποίημα, ότι οι απλές γυναίκες δίπλα της κλαίνε όπως κι αυτή για τη χαμένη του νιότη. Συνειδητοποιεί δηλαδή την πρώτη και κύρια λειτουργία της τέχνης, που είναι να βρίσκει την κοινή ρίζα του πένθους ή της χαράς μέσα σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, πλούσιους και φτωχούς, αγράμματους και μορφωμένους. Και συνακόλουθα καταλαβαίνει ότι ο άντρας της δεν ήταν ένας αναίσθητος πατέρας που τους εγκατέλειψε μόνους στο Στάφορντ, αλλά το κορυφαίο από αυτά τα μαγεμένα μέντιουμ, μεταξύ γης κι ουρανού, που ονομάζονται ποιητές και δουλειά τους είναι να μιλούν με τα φαντάσματα και τους νεκρούς, ανακατεύοντας τη λάσπη της ζωής με την ύλη των ονείρων.
Τα έχει πει ωραία και ο Γκρίνμπλατ στο δοκίμιό του «Πώς ζει ο Σαίξπηρ σήμερα»
Η δραματουργική μαεστρία του Σαίξπηρ πρόσφερε απόλαυση, όχι όμως το είδος της απόλαυσης που μπορούσε να προσδώσει πολιτιστικό γόητρο σε όσους τη γεύονταν. Ήταν ο μάγος της μαζικής διασκέδασης, προσιτής εξίσου στους αγράμματους θαμώνες του Γκλόουμπ που στέκονταν όρθιοι στην αυλή όσο και στους ανθρώπους της ελίτ που κάθονταν αναπαυτικά στα μαλακά τους καθίσματα. Τα έργα του αναμείγνυαν το υψηλό και το ευτελές παραβιάζοντας με μια καρναβαλική ματιά τις αρχές της ευπρέπειας. Αψηφούσε τους κανόνες και αντιτασσόταν στις προσπάθειες οριοθέτησης του καλλιτεχνικού γούστου. Τα γραπτά του άγγιζαν κορυφές εξαίσιας λεπτότητας, και το ίδιο αβίαστα βουτούσαν στα χυδαία λογοπαίγνια και στις λαϊκές μπαλάντες.
― Stephen Greenblatt, O Σαίξπηρ σήμερα, μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης, ΜΙΕΤ
Σύμπτωση δεύτερη: Στο βιβλιαράκι αυτό του ΜΙΕΤ, το πρώτο δοκίμιο έχει τίτλο «Ο Σαίξπηρ στην Τεχεράνη» και περιγράφει την εμπειρία του Γκρίνμπλατ από το πρώτο συνέδριο για τον Σαίξπηρ στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης το 2014. Ο Greenblatt λέει περίπου ότι όλοι οι τύραννοι έχουν την ίδια φάτσα σε όλο το άνυσμα της Ιστορίας, από την ελισαβετιανή Αγγλία μέχρι το Ιράν των μουλάδων – η πανταχού παρούσα μυστική αστυνομία, η κρατική λογοκρισία, η μισαλοδοξία.
Λέει πως έργα του Σαίξπηρ που πραγματεύονται την εξουσία (όπως ο «Ριχάρδος Β'» ή ο «Μάκβεθ») αποκτούν ιδιαίτερο βάρος σε ένα αυταρχικό καθεστώς, λειτουργώντας ως «κρυφή» γλώσσα επικοινωνίας. Και πως ο Σαίξπηρ λειτουργεί ως ένα είδος «μαγικού χαλιού» ανάμεσα σε δυο κουλτούρες που κατέληξαν να αλληλομισιούνται, ωστόσο μπορούν να συγκινούνται από το ίδιο ποίημα.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ «ΑΜΝΕΤ» ΤΗΣ ΚΛΟΕ ΖΑΟ
the rest is silence
Τούτων λεχθέντων, και επειδή όλοι οι ημιεγγράμματοι έχουνε ήδη αλαλιάσει με τα Όσκαρ, να επαναλάβουμε ότι Όσκαρ δεν σημαίνει αναγκαστικά σπουδαίο σινεμά. Άλλο το Χόλιγουντ και άλλο η πνοή του μεγάλου σινεμά. Ασφαλώς και αρκετές φορές συμπίπτουν· αλλά όχι πάντα. Το πρώτο προϋποθέτει πολύ χρήμα, πολύ εμπόριο, κοπαδιαστά κοινά που τα έχει τρελάνει το hype και το μάρκετινγκ, κόκκινα χαλιά και υστερικό λόμπινγκ· το άλλο είναι άλλου παπά βαγγέλιο. Τα τελευταία χρόνια το Χόλιγουντ σαν να έχει καταπιεί κατά κράτος ολόκληρη την έννοια του σινεμά, έτσι όπως το χρήμα έχει καταπιεί τις Τέχνες γενικώς, ακόμη και το underground. Το γκλάμουρ θεωρείται κάτι περίπου ισοδύναμο με την ποίηση. Είναι ανώμαλο αυτό. Πιστεύω ότι μια μέρα, η μεγάλη, αληθινή ποίηση θα αυτονομηθεί ξανά από το μεγα-εμπόριο που την αποχυμώνει – και θα δείξει το μέγεθός της: απέναντι στον Χρόνο, αυτή είναι η μόνη Κυρά. Τη χρονιά που η Σαντάλ Άκερμαν έβγαζε τη δεδηλωμένα σπουδαιότερη ταινία της ιστορίας του σινεμά, τα δύο κορυφαία Όσκαρ πήγαιναν στο «Ρόκι».
Καταλαβαίνεις...