Οι ζήτουλες της νιότης― ένα πολυπόστ
Tα media που ζητιανεύουν την προσοχή των νέων, ένας νέος ποιητής που αξίζει, ένα κόμικ για τον Νίκο Γούναρη, ένας σουδανέζικος ψαλμός σε μια εκκλησία του Ζαμάλεκ, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου γυμνός.
Εξ αφορμής...Τα ποιήματα του Μανόλη Καραφύλλη που μόλις βγήκαν απ' τους Αντίποδες μ' αρέσουνε πολύ. Κι όχι επειδή είναι 23 χρονών και μεγάλωσε στην Κάλυμνο (ίσως να μένει εκεί ακόμη). Ούτε επειδή είναι ομορφόπαιδο και σ' ένα ποίημά του μιλάει για techno. Τα κατεστημένα media νοιώθουν σαν την Μαριάννα Βαρδινογιάννη όταν μιλούν για το προλεταριάτο της φήμης, τους πολύ νέους και άγνωστους― αισθάνονται ότι κάνουν μια συμφερτική φιλανθρωπία. Βασικά, γερνούν ευχαριστημένα με ό,τι ήδη ξέρουν και σποραδικά κάθονται με τη νεολαία, επειδή ζαχαρώνουν την τσέπη της.
Αλλά έτσι δε γίνεται δουλειά ― ποτέ! Κανείς δεν θα σε πλησιάσει αν δεν πιστεύεις αυτό που λες, όσο ψηστήρι κι αν του κάνεις. Απλώς θα καταχωρηθείς στους βαψομαλλιάδες μια ώρα αρχύτερα. Βλέπω τίτλους με ιστορία που νεάζουν ανοήτως, επειδή κάποιος βαρυεστημένος μαρκετίερ τούς έδωσε εντολή να κατεβάσουν το ηλιακό τους γκρουπ. Αν η εξουσία και το χρήμα σε έχουν φυτέψει σε ένα μοιραίο τραπέζι της Αθηναϊκής Λέσχης, αν έχεις απομακρυνθεί από τη ζύμωση του δρόμου, όσους 20άρηδες κι αν προσλάβεις, πάλι η θεία μου η χίπισσα θα είσαι. Ταυτόχρονα θα έχεις προδώσει τα δύο-τρία πράγματα στα οποία ενδεχομένως ήσουνα καλός ― θα έχεις κάψει το image σου ανεπιστρεπτί. Άσε που ώφειλες να ξέρεις ότι δεν είναι όλοι οι 20άρηδες τεφαρίκι. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι αυριανοί ηλίθιοι. Τ' αυριανά ροχαλητά. Λίγοι αξίζουν, κάτσε βρες τους. Δεν φτάνουν τα ωραία μαλλάκια και λίγη σλανγκ για να εκφράσεις τη γενιά σου.
Αλλά και ταλέντα να προσλάβεις, ανεμίζοντας δεσμίδες, πρέπει να ξέρεις τι θα εκμαιεύσεις από αυτά. Αν σε περιφρονούν, περιφρόνηση θα σου δώσουν. Αν σε βλέπουν ως sugar daddy, μετά την πρώτη του μηνός σε ξέχασαν. Θυμάμαι όταν ο «Ταχυδρόμος», στο αργοσβήσιμό του, προσπάθησε να επιζήσει ως βαμπίρ. Προσέλαβε τα πιο καυτά παιδιά της εποχής, που ήδη έσκιζαν στα free press και τους ζήτησε ένα πράγμα: Γράψτε όπως γράφατε στη LIFO, μοντέρνα, για τη γενιά σας, τολμηρά, με γλώσσα ιδιωματική, ακτιβισμό, LGBTQI και τέτοια. Το αποτέλεσμα ήταν σα μαραμένη βιόλα. Μπορείς να γράψεις κουίρ άρθρα για ένα ομοφοβικό αφεντικό;
Τα σημαντικά media παγκοσμίως ουδέποτε προσπαθούν να είμαι «μοντέρνα». Φροντίζουν να είναι ανοιχτόμυαλα, και μέσα στη ζωή, κάθε ειδους ζωή, υψηλή ή χαμηλή, παλιά ή νέα, τόσο στους θώκους της εξουσίας όσο και στα υπόγεια όπου εξυφαίνονται οι πρωτοπορίες. Διότι τους ενδιαφέρει να καταγράφουν τη ζωή εν τη γενέσει της, απροκατάληπτα, ανεξίθρησκα, χωρίς εμμονικά κολλήματα και λαγνεία με τις ποσοστώσεις― με περιέργεια ειλικρινή. Δεν τρέχουν πίσω από τους νέους σα ζήτουλες. Οι μαρκετίερ σού λένε «πήγαινε να 'βρεις τους νέους εκεί που συχνάζουν», εγώ λέω «να έρθουν οι νέοι σε μένα όταν βαρεθούν την καβλάντα των σόσιαλ ή την αυτοαναφορικότητα των παρεΐστικων φανζίν». Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να έχω κάτι ουσιώδες και ειλικρινές να τους δώσω.
Αλλά εδώ, τα media μόνο ειλικρίνεια δεν έχουν. Κάνουν δουλίτσες με τους ισχυρούς, είναι οι ισχυροί, η δημοσιογραφία είναι το μέσο τους να κλείνουν καλύτερα ντιλ ή να αυτοθαυμάζονται ανοήτως. Πίριοντ.
•
Μια λοιπόν που παρασύρθηκα, ας παρασυρθώ εντελώς...
Ο Μιχάλης Μιχαήλ (σε πρώτο πλάνο, CEO της LIFO), ήταν ο πρώτος που σε ένα μίτινγκ είπε, «Παιδιά, ας τελειώνει η καραμέλα με τους νέους. Ας μάς διαβάζουν μόνο όσοι θέλουν. Το άγχος αυτό έχει κλείσει τα καλύτερα σπίτια. Πόσοι 18άρηδες διαβάζανε εφημερίδες ακόμα κι όταν οι εφημερίδες πούλαγαν 300.000 φύλλα; Είναι ενήλικο σπορ τα μεγάλα media, εκτός κι αν θες να βγάλεις περιοδικό για εφήβους.» Ήταν η πιο σωστή κουβέντα που άκουσα. Έκτοτε, η LIFO έγινε πιο ανοιχτή στα νέα πράγματα, ακριβώς επειδή δεν σφιγγόταν κάτι να αποδείξει.
Ο Γιάννης Καρλόπουλος (δεξ.), ισόβιος creative της LIFO και φίλος αντοχής, είναι της ιδίας σχολής. O τολμηρός, απόκοτος σχεδιασμός του, ποτέ δεν είχε την αγωνία της χιπστεριάς. Στηρίζεται σε σοβαρή σκευή και άρτια γνώση της παράδοσης (μέχρι αγιογράφος ήταν). Υπήρξε ανέκαθεν βαθύτατα μοντέρνος επειδή με φιλοπεριέργεια, γνώσεις και επικοινωνιακό ένστικτο ήθελε να μιλήσει με τον δικό του τρόπο, ασχέτως άν τον άκουγε ένας εσχατόγερος ή ένας πιτσιρικάς. Όλα αυτά είναι εμφανή και στο βιβλίο που μόλις εξέδωσε στους Αντίποδες με καρτ ποστάλ της Θεσσαλονίκης. Είναι ένας νέος τρόπος αφήγησης με λόγια και εικόνες, ατρόμητος και σοβαρός.
Εδώ, πριν λίγες μέρες στο γραφείο μου, με το νέο σύντροφό μας εν όπλοις, Γιάννη Μαρκάκη, art director της ΔΥΟ ΔΕΚΑ.
•
Συνεχίζω εμμονικώς...
Όλα αυτά βέβαια, που λέμε σήμερα γύρω απ' τη φωτιά, είναι ανεφάρμοστα εάν δεν τα έχεις ήδη μέσα σου. Εάν δεν έχεις το ένστικτο του εκδότη, εννοώ. Ο Χατζιδάκις μάς έλεγε, «Δεν με ενδιαφέρουν όλοι οι νέοι, αλλά εκείνοι που είναι πρόθυμοι να με ανακαλύψουν». Κάπως αλαζονικό, αλλά μη ξεχνάμε, ήταν ο Χατζιδάκις! Ως πρώτο άρθρο στο πρώτο τεύχος του Τέταρτου τού πρότεινα τον Χριστιανόπουλο. Μου είπε αμέσως ναι. Ήμουν 23 ετών, δεν μού ζήτησε να γράψω κάτι «νεανικό» που «ν' αγγίξει τη γενιά μου».
•
Μοιραία αναφορά στο 01...
Το 01 ήταν το πιο τολμηρό νεανικό πείραμα που εκδόθηκε από πιτσιρικάδες στην Ελλάδα ever (εξαιρώ εξαίσια φανζίν ή underground εκδόσεις όπως π.χ. η Τρύπα ή το Κοντροσόλ ). Κι όμως, παρότι ήμασταν στην πρώτη γραμμή των νέων πραγμάτων, όταν το Κλικ αποβλάκωνε το πανελλήνιο με μοντέλες και μαγκιές, ειλικρινά ποτέ δεν σκεφτήκαμε αν κάποιος είναι νέος ή γέρος· αν κάτι φάινεται παλιομοδίτικο ή πρωτοποριακό· αν υπάρχει επαρκής woke ποσόστωση. Πιστεύαμε ότι νέο είναι οτιδήποτε ενδιαφέρον. Κι ας έχει ειπωθεί, δεκαετίες πριν. Το ίδιο πιστεύουμε και στη LIFO.
Κάτι τελευταίο. Δεν χρειάζεται να ψάχνεις ταλέντα. Αν είσαι ok, σού χτυπάνε αυτά την πόρτα σου. Το θέμα είναι να ακούς το χτύπο. Στο 01, η πόρτα της εισόδου ήταν πάντα ανοιχτή, κυριολεκτικά. Μπούκαρε όποιος ήθελε. Είχαν συσπειρωθεί εκεί, από μόνα τους, τα πιο άξια (και άγρια) παιδιά της πιάτσας. Ο Γεώργας έλεγε «Αυτό είναι το Factory της Αθήνας». Δέχομαι ευμενώς το κοπλιμάν.
•
Πο πο παιδιά, ξεχάσαμε τον Μανόλη!
Χάθηκα στα δικά μου, σόρι, επιστρέφω στον Μανόλη. Ήθελα να σας πω πόσο γνήσιος ποιητής μού φαίνεται. Τα λίγα ποιήματά του (το «Αγία Κυριακή» έχει μόλις 24 σελίδες), έχουν κατά τη γνώμη μου θηριώδη γλωσσικό έλεγχο, παρά τη νερένια τους ρευστότητα― είχα συνέχεια την αίσθηση ότι με θαμπώνει μια θάλασσα που αστράφτει στον ήλιο, ποιητικές εικόνες αλλεπάληλες γεμάτες αίνιγμα και ένα ρυθμό ορίτζιναλ, μαμίσιο, εργοστασίου― δηλαδή γνήσιο.
Είναι υπέροχος. Και ξεχωρίζει από δεκάδες ανάλογα παιδιά με ωραίο θράσος, αλλά μηδέν οράματα. Δεν αρκεί να είσαι ωμός και να λες «μουνί» και «πούτσος» για να σοκάρεις τη θεία σου. Χρειάζονται νέες εικόνες, εν φαντασία και λόγω. Ο Μανόλης τις έχει.
Δημοσιεύω δύο ποιήματα, με την σύσταση να αγοράσετε τα υπόλοιπα δέκα.
ΦΑΕΘΩΝ
Όποιος τον ήλιο εκοίταξε μ’ επιμονή πολλή,
τα μάτια χαμηλώνοντας θα του φανεί θολή,
μαύρη κηλίδα γύρω του ν’ αργοπεταλουδίζει.
Έτσι κι εγώ θρασύς πολύ κάποτε νεαρός...
Gérard de Nerval, «Η μαύρη κηλίδα»,
μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας
...Μια νύχτα άνοιξα την πόρτα. Κίνησα για την
Ανατολή. Απάνω που έφτασα στη θάλασσα,
ένα δελφίνι φάνηκε σαν απ’ αλλού σταλμένο
Όλο το σεληνόφως γυάλιζε απάνω του,
βουτούσε, αναδυότανε σαν πέτρα πεταχτή –
Πιάστηκα απ’ τη ράχη του, περνώντας κάθε κύμα
ώς τον ορίζοντα. Μετά την πτώση βρέθηκα
στα σύνορα του Παραδείσου. Έρμος βάδισα
μες τις αγρέλες. Άδεια χάμω έβλεπα φυσίγγια,
θρύμπη, ερπετά, κεραμική, μαντρότοιχους παλιούς,
στην πέτρα πάνω πέτρες. Από μια σπηλιά κοντά
έβγαινε φως. Κρυμμένο μέσα, τέθριππο του Ήλιου!
Άλογα φτερωτά ήταν ζεμένα, ήρεμα
ανέβηκα στο άρμα ίδιος ο πατέρας μου,
κι ως να κρατούσα χαρταετό ουρανοετοιμασμένο,
χτύπησα τα ηνία! – Υψωθήκαμε αργά
στην Πλάση, κι άμα έγινε η νύχτα ντροπαλή,
έμπλασε η μέρα χρώματα που ζουν για μια στιγμούλα.
•
(ΑΤΙΤΛΟ)
Ο Γιάννης-Ενδυμίων, όταν έχει αϋπνίες
ανεβαίνει στην ταράτσα
Βλέπει τα αστέρια, σαν κεράκια που όλο σβήνουν
μ’ ένα φύσημα φωτός
Και μένουνε μονάχα στα γενέθλια της μέρας
Η Σελήνη, ο Γιάννης κι ο Αυγερινός
Ο Γιάννης-Ενδυμίων τυραννιέται, σαν ζακέτας
φερμουάρ που έχει χαλάσει
Κλάταραν τα μάτια του, δεν κλείνουν κι άμα κλείσουν
δε θα κλείσουνε εντάξει
Σελήνη Σεληνούλα και εσύ Αυγερινάκι
Πείτε νάνι νάνι, νάνι νάνι το Γιαννάκη
Πάνω στην ταράτσα, δίπλα στον ηλιακό
Υπάρχει μια καρέκλα ξεβαμμένο πλαστικό
Πάνω στην ταράτσα, δίπλα στον ηλιακό
Ο Γιάννης-Ενδυμίων κάθεται στο κινητό
ένα κόμικ για το Νίκο Γούναρη
Μ' αρέσει ο Γούναρης παιδιόθεν. Πακέτο με τα πατρικά, κιθάρες, ο πονεμένος άντρας κ.λπ. Aλλά νομίζω τον κατάλαβα τα χρόνια της «αισθηματικής μου αγωγής», πέριξ των 20, όταν ήθελα να αισθάνομαι δραματικά, αφού η νιότη θέλει ανέκαθεν να έχει μεγαλύτερη σκιά από το ύψος της. «Σ' αρέσει το μελόδραμα», μού είχε πει κάποιος τότε, υποτιμητικά. Αλλά εγώ το πήρα ως κοπλιμέντο. Δεν έχει γκρίζες ζώνες το μελόδραμα, ούτε ευθύνη ο ήρωας, όλα είναι ακραία, μοιραία― κι η σκεπή μας στάζει, δεν πειράζει, δεν πειράζει. Έτσι ένοιωθα, για να μη πω ότι έτσι νοιώθω ακόμα. Δεν παίζει λογική όταν πατάω το Spotify, θέλω απλώς να πήξω, να πλαντάξω. Αλλά κι η υπερβολή έχει τα όριά της. Ξενερώνω όταν η φωνή φτιάχνεται από το ίδιο της τον καημό και καταλήγει σε ένα λιγωτικό α-α-α, η-η-η, σα να αντηχεί μέσα στον εαυτό της. Είναι σα να κλαις μπροστά στο καθρέφτη σου και να ξεχνάς τι σ' έκανε να κλάψεις ― να κλαις επειδή σε βλέπεις να κλαις. Ε, ο Γούναρης δεν το'χει αυτό. Ειδικά στην Αμερική. Η φωνή του ποτέ δεν λιγώνει, ποτέ δεν πέφτει στο γκρεμό· «στοχάζεται» στο χείλος του. Και τα τραγούδια του, παρέλαση αριστουργημάτων.
Για να περάσει η ώρα, έπαιξα με ένα ειδικά, που αγαπάω πολύ. Στίχοι όχι τυχαίοι, του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη.
ΤΗ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΠΟΡΤΟΥΛΑ ΑΝΟΙΓΩ
Την περασμένη βδομάδα μπήκα τυχαία σε μια εκκλησία του Ζαμάλεκ. Ήταν μαζεμένες Χριστιανές από το Σουδάν, υπάρχει μεγάλη κοινότητα στο Κάιρο. Έψαλαν κάτι ακατάληπτο για μένα ― το γνωστό τριπάκι του ψαλμού, μια φράση που επαναλαμβάνεται προς το θείο, και ανεβαίνει σα σπιράλ και όλο εντείνεται, κάτι σαν το Κυριελέησον, το αρχέγονο trance anthem των ανθρώπων που θέλουν πάντα σκάλες να ξεφεύγουν, να ψηλώνει ο νους τους― προς το θεό, ή κάθε άλλη λησμονιά.
Χωρίς αυτό, σίστερ, δεν παλεύεται η ζωή και ειδικά ο Ιανουάριος.
Τις ηχογράφησα με το κινητό. Ευχές στις ανεπρόκοπες και στις αντροχωρίστρες.