«ΓΙΑΓΙΑ, Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ήταν ποτέ νέος;». Ο Αλέξανδρος Τομπάζης (1939-2024), από τους επιφανέστερους Έλληνες αρχιτέκτονες, πρέπει ν’ ανακάλεσε αρκετές φορές αυτήν την «αμίμητη» απορία του εγγονού του, όσο ετοίμαζε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Η όμορφη καμηλοπάρδαλη» (Πατάκης, 2009). Ταξιδεύοντας, ωστόσο, προς τα πίσω για ν’ ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Μισέλ Φάις και να μας ξεναγήσει στην «κουζίνα» του επαγγέλματός του, έλυσε κάμποσες απορίες ακόμη: Πώς διαμορφώνεται το βλέμμα ενός αρχιτέκτονα; Ποιοι δάσκαλοι μένουν αξέχαστοι; Τι διδάγματα αντλεί από τις αστοχίες του; Προς τα πού βαδίζει η αρχιτεκτονική;
Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του βιβλίου. Στα μάτια του Τομπάζη, η εικόνα μιας όμορφης καμηλοπάρδαλης ταυτίζεται με τον ιδανικό εαυτό του. Κι αυτό, επειδή είναι πλάσμα που πατά σταθερά στη γη απορροφώντας χωρίς βιασύνη τις ουσίες της, ενώ παράλληλα έχει το κεφάλι ψηλά στον ουρανό, δεν έχει ανάγκη να σκύψει για να βρει τροφή. Η καμηλοπάρδαλη «βλέπει μακριά, έχει όραμα, όπως πρέπει να ’χουμε κι εμείς». Κι επιπλέον, «κάπου στο μεταξύ έχει και μια καρδιά. Γιατί αρχιτεκτονική χωρίς καρδιά δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει».
Αν και σφραγισμένος από το ενδιαφέρον του πατέρα του για τη φωτογραφία, στην εφηβεία του ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος. Κι ήταν ο ναΐφ καλλιτέχνης Καρτσωνάκης, πλάι στον οποίο μαθήτευσε, που τον ώθησε προς την αρχιτεκτονική – «θα του είμαι για πάντα ευγνώμων».
Απόγονος του Υδραίου ναυμάχου Μανώλη Τομπάζη, γεννημένος στο Καράτσι το 1939, ο Αλέξανδρος Τομπάζης ξεριζώθηκε από τον γενέθλιο τόπο του όταν η μητέρα του αρρώστησε βαριά. Κι έπειτα από έναν χρόνο παραμονής στην Αγγλία, που συνέπεσε με την ορφάνια του και με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσγειώθηκε σε μια βίλα του Ψυχικού με κοτέτσι και λαχανόκηπο, πάνω σ’ έναν χωματένιο παράδρομο της στενής ακόμα Κηφισίας, υπό τις εντολές μιας αυστηρότατης Ολλανδέζας νταντάς.
Τι κι αν αφιερώνει σεβαστό μέρος του βιβλίου του στις ειδυλλιακές αναμνήσεις του από τις Ινδίες, στο πολιτισμικό σοκ που δέχτηκε στα σχολεία που άλλαξε –δημοτικό στο Κολλέγιο, εσωτερικός στο γυμνάσιο Αναβρύτων, τελειόφοιτος στη Σχολή Μωραΐτη– ή σε σημαδιακές γνωριμίες όπως με τον Κριστιάν Ζερβός, φίλο μεταξύ άλλων του Πικάσο και του Λε Κορμπιζιέ. «Ούτε που κατάλαβα για πότε πέρασαν τα σχολικά χρόνια… Βιαζόμουν, όπως πάντα, να προχωρήσω παρακάτω». Αν και σφραγισμένος από το ενδιαφέρον του πατέρα του για τη φωτογραφία, στην εφηβεία του ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος. Κι ήταν ο ναΐφ καλλιτέχνης Καρτσωνάκης, πλάι στον οποίο μαθήτευσε, που τον ώθησε προς την αρχιτεκτονική – «θα του είμαι για πάντα ευγνώμων».
Ομολογημένος «σπασίκλας» ως φοιτητής, «μονόχνοτος και αποφασιστικός, όπως μάλλον είμαι και σήμερα», ο Τομπάζης εμπέδωσε για τα καλά στο Πολυτεχνείο ότι αρχιτεκτονική και πλουραλισμός πάνε μαζί. Μέσα από τις σελίδες της «Όμορφης καμηλοπάρδαλης» αναδύονται οι φιγούρες τού Κυπριανού Μπίρη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Μίμη Φατούρου, του Νίκου Εγγονόπουλου αλλά και του πρώτου εργοδότη του, του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, καθώς όλοι τους, καθένας με τον τρόπο του, στάθηκαν για τον ίδιο φωτεινοί οδηγοί. Κάτι άλλο που συνειδητοποίησε σπουδάζοντας ήταν η απέχθειά του για την κομματικοποιημένη πολιτική. Κι ακόμα, το πάθος του για τα ταξίδια, αυτήν την τόσο ζωογόνο κι αποκαλυπτική εμπειρία τού να αντικρίζεις σπουδαία έργα τέχνης κι αρχιτεκτονήματα από κοντά, μετρώντας τις δυνάμεις σου κι ακονίζοντας ταυτόχρονα τις φιλοδοξίες σου.
Πρωτοπόρος της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, καθώς από την εποχή της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης στράφηκε στη χρήση της ηλιακής ενέργειας, ο πολυβραβευμένος Τομπάζης συνέδεσε το όνομά του και με σημαντικά έργα λατρείας, όπως μια εκκλησία χωρητικότητας εννέα χιλιάδων καθήμενων στην Φάτιμα της Πορτογαλίας, ή ένα τζαμί στο Ντουμπάι χωρητικότητας εννιακοσίων ορθίων. Κύριο χαρακτηριστικό και των δύο, όπως γράφει, ήταν το πλάσιμο του χώρου με το φυσικό φως που μπαίνει από την οροφή. Και βασικό ζητούμενο, η γαλήνη, «που ενώνει τους ανθρώπους μακριά από κάθε φανατισμό και προκατάληψη».
Δημιουργός, μεταξύ άλλων, του Ηλιακού Χωριού στην Πεύκη, του Μποδοσάκειου Κολλεγίου στην Κάντζα και του πύργου κατοικιών «Δίφρος» στο Χαλάνδρι, ο Τομπάζης μιλάει στο βιβλίο του για το πολύτιμο, αλλά όχι πάντα εφικτό, πάρε-δώσε του αρχιτέκτονα με τους μελλοντικούς χρήστες των έργων του, για την τέχνη τού να διοικείς αλλά και να εμψυχώνεις ένα γραφείο με 60 αρχιτέκτονες όπως το δικό του, αλλά και για τους κινδύνους που εγκυμονεί το μεταμοντέρνο παρόν, όπου οτιδήποτε είναι αποδεκτό κι όπου προέχει πια μόνο ο εντυπωσιασμός. Με το πέρασμα του χρόνου, ο Τομπάζης, όσο περισσότερο προβληματιζόταν για το «υπερφίαλο εγώ» κάποιων συναδέλφων του, άλλο τόσο εκτιμούσε εκείνους τους καταξιωμένους που δεν έχουν χάσει «το ανθρώπινο πρόσωπό τους».