Η Όπυ Ζούνη υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες μορφές της αφαιρετικής τέχνης στη μεταπολεμική Ελλάδα. Πρωτοπόρος και ακούραστα δημιουργική, με ανήσυχο πνεύμα και τόλμη που ξεχώριζε, διαμόρφωσε ένα απολύτως προσωπικό εικαστικό σύμπαν. «Βλέπω την τέχνη σαν μια άσκηση πειθαρχίας, μάθημα ελευθερίας και, το κυριότερο, απελευθέρωση της φαντασίας», έλεγε, και αυτή η φράση συμπυκνώνει τη βαθιά της πίστη στη δύναμη της δημιουργίας. Για την ίδια, η τέχνη δεν ήταν απλώς έκφραση. Αποτελούσε στάση ζωής και αυστηρή δέσμευση. «Η τέχνη είναι ένα επάγγελμα που δεν σηκώνει μετριότητα. Αν ασχοληθείς με την τέχνη, πρέπει να ασχοληθείς σοβαρά και να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό», υποστήριζε.
Στη σκέψη της γεννιόταν πάντοτε μια ιδέα που ζητούσε μορφή. Δημιουργούσε φανταστικούς, σχεδόν μεταφυσικούς χώρους, βασισμένους στη δύναμη του ενστίκτου και στη μαθηματική ακρίβεια της γεωμετρίας. Καλλιέργησε ένα ιδιότυπο λεξιλόγιο γεωμετρικής αφαίρεσης, το οποίο ανέπτυξε με συνέπεια στη ζωγραφική, στη γλυπτική και στις τρισδιάστατες κατασκευές της. Το έργο της διερευνούσε τη σχέση κενού και απείρου, φωτός και σκιάς. Οι συνθέσεις της μοιάζουν να πάλλονται ρυθμικά, δημιουργώντας μια αίσθηση ισορροπίας, τάξης και εσωτερικής αρμονίας. Μέσα από γεωμετρικά περιβάλλοντα και πολύχρωμα αρχιτεκτονικά τοπία, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Ήταν μια γυναίκα που καθοδηγούνταν από το πάθος του βλέμματος, μια δημιουργός που μετέτρεψε τη γεωμετρία σε ποίηση και την πειθαρχία σε ελευθερία.
Είναι εντυπωσιακό ότι ο χώρος παραμένει σχεδόν όπως τον άφησε πριν από τον θάνατό της, το 2008, σαν να έχει μόλις ακουμπήσει τα πινέλα της πάνω στο τραπέζι και να πρόκειται να επιστρέψει από στιγμή σε στιγμή.
Το πρωινό είναι ηλιόλουστο καθώς φτάνω στα ορεινά της Πεντέλης. Με αφορμή την έκθεση που πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, αφιερωμένη σε έξι πρωτοποριακές γυναικείες φωνές τής γεωμετρικής αφαίρεσης, βρέθηκα στο σπίτι της. Εκεί με υποδέχτηκαν ο σύζυγός της, Αλέκος, και ο γιος της, Πέτρος. Η συζήτηση δεν έμεινε στα βιογραφικά στοιχεία. Γρήγορα μετατράπηκε σε μια αφήγηση ζωής. Μπαίνοντας στον χώρο, καταλαβαίνω αμέσως πως δεν πρόκειται απλώς για μια κατοικία που φιλοξενεί έργα τέχνης. Είναι ένα σύμπαν όπου η γεωμετρία αναπνέει, οι γραμμές επιμένουν και το φως λειτουργεί ως δομικό υλικό. Εδώ, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Κάθε επιφάνεια, κάθε γωνία, κάθε σκιά μοιάζει να έχει μελετηθεί ως μέρος μιας ευρύτερης εικαστικής σκέψης. Στους τοίχους, στα ράφια, ακόμη και στις πιο απόμερες γωνιές, τα έργα συνθέτουν έναν διαρκή διάλογο ανάμεσα στο αυστηρό και το ποιητικό, στο μαθηματικό και το βαθιά ανθρώπινο.
Αμέσως αντιλαμβάνεσαι ότι ο χώρος αυτός είναι της Όπυς Ζούνη, μιας καλλιτέχνιδας που μετέτρεψε τη γεωμετρία σε προσωπική κοσμοθεωρία. Στην αρχή της συνομιλίας, μου επισημαίνουν και οι δύο με πόση εμμονή δούλευε πάνω στη δομή, ότι αντιμετώπιζε τη γεωμετρία όχι ως σχήμα αλλά ως φιλοσοφία. Περιγράφουν μια καθημερινότητα αυστηρά οργανωμένη: ώρες αφοσίωσης στο εργαστήριο, επανεξέταση σχεδίων, αδιάκοπες διορθώσεις, μελέτη του φωτός σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας. Είναι ξεκάθαρο ότι σε αυτήν την κατοικία το φως δεν ήταν απλώς στοιχείο της σύνθεσης.
«Σ’ αυτό το σαλόνι η μητέρα μου και ο πατέρας μου υποδέχονταν φίλους, γνωστούς και πολλούς ανθρώπους που ίσως κανείς δεν φαντάζεται ότι έχουν περάσει από αυτό το σπίτι», θυμάται ο γιος της, Πέτρος Ζούνης. Το σαλόνι, ακόμη και σήμερα, δεν έχει τη στατικότητα ενός χώρου μνήμης. Στους τοίχους και στις γωνιές του σπιτιού συναντά κανείς έργα φίλων και καλλιτεχνών, ανθρώπων που πέρασαν, συζήτησαν, διαφώνησαν, αντάλλαξαν ιδέες. Το σπίτι πάντοτε λειτουργούσε ως ένας ζωντανός κόμβος δημιουργικών συναντήσεων. Ήταν ένας χώρος κοινωνικοποίησης, διαλόγου και πνευματικής ζύμωσης.
Ο σύζυγός της, Αλέκος Ζούνης, το διατυπώνει με απλότητα: «Ήταν ένας άνθρωπος που σήκωνε το τηλέφωνο για να βοηθήσει χωρίς να περιμένει τίποτα». Και συμπληρώνει: «Δεν ήταν μονόπλευρος άνθρωπος». Όπως μου εξηγούν, η καλλιτεχνική της ταυτότητα δεν λειτουργούσε αποκομμένα από την καθημερινότητα. Ούτε την περιόριζε ούτε την επισκίαζε. Η αυστηρότητα που εφάρμοζε στη σύνθεση συνυπήρχε με μια γενναιοδωρία απέναντι στους άλλους.
Η Όπυ Ζούνη υπήρξε από τις πιο συνεπείς και διεθνώς αναγνωρισμένες εκπροσώπους της γεωμετρικής αφαίρεσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το σπίτι, η πορεία της δεν αποτυπώνεται ως μοναδικό κεφάλαιο ενός καλλιτεχνικού ρεύματος. Αφιέρωσε τη ζωή της στη μορφή, στο φως, στη σιωπή. Γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1941 στο Κάιρο της Αιγύπτου. Γονείς της ήταν ο Γιάννης Σαρπάκης και η Ελένη Μπατίστα, με ρίζες στη Σαντορίνη και την Κρήτη. Πήρε το όνομα της γιαγιάς της, Καλλιόπης. Όμως ο αγαπημένος της θείος Πέτρος τη φώναζε «Όπυ», ένα όνομα που τελικά έγινε η ταυτότητά της σε όλη της τη ζωή. Οι πρώτες της εικόνες ήταν ποτισμένες από το φως και τα χρώματα της Αιγύπτου. Στο κίτρινο, που χρησιμοποιούσε συχνά στα έργα της, έβλεπε την αντανάκλαση της ερήμου. Όταν αργότερα εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, το αττικό φως την επηρέασε βαθιά. Σταδιακά, η παλέτα της πέρασε στο γκρίζο και ύστερα μετατοπίστηκε προς το λευκό. Η ζωή της σημαδεύτηκε από νωρίς από την εμπειρία της απώλειας, καθώς έχασε γρήγορα τους γονείς της. Συχνά έλεγε πως το καλύτερό της έργο ήταν η οικογένειά της, καθώς και ό,τι ζωντανό υπάρχει γύρω μας.
Η σχέση της με τη ζωγραφική ήταν σχεδόν υπαρξιακή. «Συνήθως ζωγραφίζω από το πρωί μέχρι το βράδυ. Είναι το πρώτο πράγμα που κάνω το πρωί και το τελευταίο πριν κοιμηθώ. Ζωγραφίζω μέχρι που με πονάνε τα χέρια μου. Όμως έτσι γαληνεύω», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή της. Για εκείνη, η τέχνη δεν ήταν απλώς επάγγελμα ή δημιουργική έκφραση. Ήταν τρόπος να ισορροπεί τον κόσμο και να ισορροπεί η ίδια μέσα σε αυτόν.
Λίγο αργότερα ανεβαίνουμε στο ατελιέ της. Σχέδια, προσχέδια, σημειώσεις. Σε ορισμένα σημεία οι τοίχοι καλύπτονται από έργα της: γεωμετρικές συνθέσεις, αυστηρές γραμμές, διαβαθμίσεις του φωτός. Είναι εντυπωσιακό ότι ο χώρος παραμένει σχεδόν όπως τον άφησε πριν από τον θάνατό της, το 2008, σαν να έχει μόλις ακουμπήσει τα πινέλα της πάνω στο τραπέζι και να πρόκειται να επιστρέψει από στιγμή σε στιγμή. Εδώ αποκαλύπτεται η διαδικασία στην οποία οφείλεται η καθαρότητα των τελικών έργων. Τίποτα δεν ήταν αυθόρμητο με την πρόχειρη έννοια του όρου. Είναι οφθαλμοφανές ότι κάθε γραμμή είχε προηγουμένως μετρηθεί, κάθε επιφάνεια είχε δοκιμαστεί, κάθε χρωματική απόφαση είχε περάσει από διαδοχικά στάδια σκέψης. Το ατελιέ αυτό υπήρξε για δεκαετίες ο πυρήνας της δημιουργίας της, ο τόπος όπου η ιδέα μετατρεπόταν σε μορφή και το φως αποκτούσε δομή. Σήμερα εξακολουθεί να αντανακλά τη φιλοσοφία της και να φιλοξενεί ορισμένους από τους εμβληματικούς πίνακές της, διατηρώντας ζωντανή την αίσθηση ότι η παρουσία της δεν έχει πραγματικά αποχωρήσει από τον χώρο.
Ο Πέτρος Ζούνης μιλά για τη μητέρα του με συγκρατημένη υπερηφάνεια αλλά και βαθιά επίγνωση της διεθνούς της διαδρομής: «Είναι σημαντικό ότι η μητέρα μου συμμετέχει αυτήν τη στιγμή ενεργά, μέσα από το έργο της, σε δύο πολύ σημαντικές διεθνείς εκθέσεις: στη “Γεωμετρική Αφαίρεση” στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη στην Αθήνα, και στην “Graphics in Europe” στο Vasarely Múzeum στη Βουδαπέστη. Πρόκειται για δύο διοργανώσεις με έντονη ευρωπαϊκή διάσταση, όπου η παρουσία της αποτελεί μια ουσιαστική ελληνική συμμετοχή στον διεθνή διάλογο της γεωμετρικής αφαίρεσης.
Η διεθνής της παρουσία δεν ήταν ποτέ κάτι συγκυριακό. Υπήρξε συνεχής σε όλη τη διάρκεια της πορείας της, κάτι που αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην αναλυτική βιογραφία και βιβλιογραφία της. Εκπροσώπησε πολλές φορές την Ελλάδα σε διεθνείς εκθέσεις και διοργανώσεις. Προερχόταν από μια σημαντική οικογένεια Ελλήνων της Αιγύπτου. Ο παππούς της και ο πατέρας της υπήρξαν εθνικοί ευεργέτες· το 1938 δώρισαν δύο πολεμικά αεροσκάφη για την εθνική άμυνα της Ελλάδας και τιμήθηκαν με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος». Η δημιουργία ήταν το προσωπικό της καταφύγιο, ένας τρόπος ύπαρξης και αυτοπροσδιορισμού. Η στάση της απέναντι στη ζωή συνδεόταν άρρηκτα με την ταυτότητά της. «Παρ’ όλα αυτά, η μητέρα μου δεν έμεινε ποτέ σε αυτό το κεφάλαιο της οικογενειακής ιστορίας. Με το όνομα Ζούνη ξεκίνησε ουσιαστικά από την αρχή τη δική της, δύσκολη καλλιτεχνική πορεία, χωρίς να επαναπαυτεί σε τίτλους ή καταγωγή. Στη ζωή της και στην τέχνη της έδειξε απίστευτη γενναιότητα, απαράμιλλο θάρρος και μεγάλη γενναιοδωρία, κυριολεκτικά μέχρι το τέλος».
Η θέα από το εργαστήριο είναι εντυπωσιακή. Το βλέμμα ανοίγει προς τον ορίζοντα και το φως εισχωρεί γενναιόδωρα στον χώρο, κάτι που η ίδια επιθυμούσε να συμβαίνει κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας. Περιεργάζομαι τους χώρους: πολυάριθμα πινέλα, σωληνάρια με χρώματα διάσπαρτα σε διαφορετικά σημεία, χειρόγραφες σημειώσεις, μελέτες, μακέτες, προσωπικά αντικείμενα. Γύρω τους, τα απαραίτητα σύνεργα της δουλειάς της και διάφορα τραπέζια, όπου άπλωνε τις συνθέσεις της για να τις επανεξετάσει από απόσταση.
Τα ίχνη της δουλειάς της κυριαρχούν ακόμη και στο πάτωμα. Μικρές κατασκευές, δοκιμές, ανάγλυφα σκορπισμένα σαν τεκμήρια μιας αδιάκοπης αναζήτησης. Άλλωστε, της άρεσε να χαράζει και να σκάβει επίπεδες πλάκες με άγρια επιφάνεια, να μετατρέπει το επίπεδο σε πεδίο βάθους, να δίνει στο φως τη δυνατότητα να εισχωρεί και να δημιουργεί νέες διαστάσεις. Επίσης, δεν πετούσε τίποτα. Κάθε αντικείμενο μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για δημιουργία, από ένα πέταλο μέχρι ένα μικρό σουβενίρ που έφερνε από τα ταξίδια της. Όλα εντάσσονταν σε μια διαρκή διαδικασία μεταμόρφωσης, σε μια σκέψη που δεν σταματούσε ποτέ να επεξεργάζεται τον κόσμο γύρω της. Ακόμη και μια παλιά τηλεόραση που στέκει σε μια γωνία του εργαστηρίου δεν βρίσκεται εκεί τυχαία. Δεν είναι απομεινάρι μιας άλλης εποχής, αφού όλα μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε φως, γραμμή, χώρο. Όπως τόνιζε: «Παρατηρώ επίμονα την πραγματικότητα και τις διεργασίες της φύσης, ωστόσο ερεθίζομαι και από τις εικόνες και τα χρώματα της τηλεόρασης ή του ηλεκτρονικού υπολογιστή».
«Άρχιζε να δουλεύει στις δέκα το πρωί και τελείωνε βράδυ», λέει ο Αλέκος Ζούνης, επισημαίνοντας ότι έχει κρατήσει σχεδόν τα πάντα ανέγγιχτα, ως έναν ύστατο φόρο τιμής. Μάλιστα, επιμένει ιδιαίτερα στη διανοητική της πειθαρχία: «Μελετούσε μέχρι το τέλος της ζωής της». Αυτή η αφοσίωση ίσως εξηγεί και τη στάση της στα δύσκολα χρόνια της ασθένειας. «Στη διάρκεια της ασθένειας έκανε ίσως περισσότερα έργα από όσα είχε κάνει μέχρι τότε», αναφέρει ο σύζυγός της, προσθέτοντας πως «επειδή ασχολούνταν με τη δουλειά της, γι’ αυτό άντεξε τόσα χρόνια με τον καρκίνο».
Το σπίτι δεν θυμίζει σε καμία περίπτωση μνημείο. Δεν έχει τη σιωπή ενός χώρου που έχει «παγώσει» στον χρόνο. Όλα είναι τοποθετημένα σαν να συνεχίζεται ακόμη η καθημερινότητα. «Αυτό για μένα είναι μια θεραπεία μετά την απώλεια», εξομολογείται ο Αλέκος Ζούνης. Και προσθέτει: «Όταν βλέπεις πράγματα που τα έζησες την ώρα που τα έφτιαχνε…». Η φράση μένει μετέωρη, όπως συχνά συμβαίνει με τα συναισθήματα που δεν περιγράφονται με λέξεις.
Το 1996, η υγεία της κλονίζεται από μια επιθετική μορφή καρκίνου, κι όμως συνεχίζει. «Μεταστάσεις, χημειοθεραπείες, νοσοκομεία, σωληνώσεις, εγχειρήσεις. Δεν παύω όμως να δουλεύω όσο μπορώ, αντιστάθμισμα για να επιζήσω», θα πει. Για δώδεκα χρόνια η ζωή της μετριέται σε κύκλους θεραπείας και σε κύκλους εργασίας. Το σπίτι αυτό στην Παλαιά Πεντέλη, όπως και το εργαστήριό της, μετατρέπεται σε κυψέλη δημιουργίας. Έναν χρόνο προτού πεθάνει πραγματοποιεί μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Οι αίθουσες γεμίζουν. Στις 5 Δεκεμβρίου 2008, η Όπυ Ζούνη αφήνει την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Metropolitan. Ήταν 67 ετών και είχε ήδη διανύσει μια πλούσια και συνεπή πορεία στον ελληνικό και διεθνή εικαστικό χώρο, όπου καθιερώθηκε για τις φωτεινές συνθέσεις γεωμετρικών σχημάτων.
Έλεγε συχνά: «Πολλές φορές αναρωτιέμαι και αναζητώ πού έχω δει αυτούς τους χώρους. Μήπως αναδύονται από τα όνειρα που είχα;». Η απορία αυτή φανέρωνε ουσιαστικά τη βαθύτερη πηγή της έμπνευσής της. Πίστευε ότι «ο καλλιτέχνης είναι δημιουργός εικόνας». «Τα έργα μου είναι αυτόνομα, αλλά τα βλέπω και ως μονάδες που συνθέτουν μια σκηνογραφία. Είναι για μένα μια διαμόρφωση χώρου», συνήθιζε να λέει. Έτσι εξηγείται και η αίσθηση που αφήνουν οι συνθέσεις της, σαν τόποι που καλούν τον θεατή να τους διασχίσει με το βλέμμα, να σταθεί μέσα τους, να αναμετρηθεί με το φως και την προοπτική.
Το βλέμμα μου πέφτει σε ένα από τα τελευταία της κείμενα, γραμμένο για μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Μια ιδέα τη σκέπτεσαι, ωριμάζει μέσα σου και κάποια στιγμή, σαν όνειρο, βγαίνει ολοκληρωμένη. Η συγκεκριμένη ιδέα είναι μέσα στο πνεύμα της δουλειάς μου, όπου η λάμψη της φωτιάς μεταλλάσσεται εγκεφαλικά σε φωτεινό πράσινο της άνοιξης, της ανανέωσης. Δυστυχώς έπρεπε να ζήσω πολλές φωτιές στην Πεντέλη για να έχω αυτές τις εμπειρίες. Μετά από λίγες μέρες, μέσα στη μαυρίλα του καμένου δάσους, η φύση είχε ξεφυτρώσει τα χλωρά της πράσινα φύλλα. Αυτό μας μαθαίνει η φύση: μέσα από μια καταστροφή θα βγει πάλι η ζωή. Αυτός ο διάλογος με τις ιδέες που τρέφω μέσα μου προχωρεί την οπτική μου εικόνα, εμπλουτίζεται δε συνέχεια από το φανταχτερό σύγχρονο περιβάλλον που κρύβει μια ατέλειωτη μοναξιά».
Φεύγοντας από το σπίτι της Όπυς Ζούνη, η αίσθηση δεν είναι αυτή μιας επίσκεψης σε έναν μουσειακό χώρο, αλλά σε ένα εργαστήριο που εξακολουθεί, κατά κάποιον τρόπο, να λειτουργεί. «Το φως μπαίνει από τα παράθυρα με την ίδια ακρίβεια που θα το παρατηρούσε κι εκείνη», αναφέρει ο σύζυγός της. Όλα όσα συγκροτούν το εικαστικό της σύμπαν, όπως τα τραπέζια, οι επιφάνειες και οι σημειώσεις, δεν μοιάζουν εγκαταλειμμένα. Τελικά, όσο παραμένεις σε αυτόν τον χώρο, γίνεται σαφές ότι η πραγματική της κληρονομιά δεν περιορίζεται στους πίνακες που κρέμονται στους τοίχους ούτε στις εκθέσεις που γέμισαν αίθουσες. Βρίσκεται στη μέθοδο, στη συστηματικότητα, στην πειθαρχία της αδιάκοπης αναζήτησης. Ίσως ακριβώς μέσα από αυτήν τη συνέπεια να καθιερώθηκε ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής τέχνης: όχι μόνο για όσα δημιούργησε, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να δημιουργεί.
Καθώς στέκομαι μπροστά στο έργο με τις κολόνες που βρίσκεται στην αυλή, οι επιφάνειες αλλάζουν όψη με το φως της ημέρας και οι σκιές μετακινούνται αργά πάνω τους, τα λόγια της ηχούν, για άλλη μια φορά, σαν σημείωμα αποχαιρετισμού: «Υπάρχει πάντα ένα φυσικό ερέθισμα, αλλά μετά πλάθω την εικόνα στο μυαλό μου και την καταγράφω. Οι συνθέσεις μου ανήκουν στη γεωμετρική τέχνη, όμως ο τρόπος δουλειάς μου βασίζεται στο ένστικτο. Ζωγραφίζω από τη στιγμή που θα με ερεθίσει κάτι, που θα μου δώσει ένα λόγο δημιουργίας […] Δεν υπάρχει προγραμματισμός της επόμενης μέρας στην τέχνη, είναι αυτό το απίθανο απρόβλεπτο που υπάρχει στη φύση. Δεν ξέρω πότε, πώς, θα είναι το επόμενο έργο μου. Δεν μπορείς να πορεύεσαι ανεξάρτητα από όσα συμβαίνουν γύρω σου. Τελικά τον αγώνα τον κάνεις με τον ίδιο σου τον εαυτό για μια καθημερινή βελτίωση. Παλεύεις για ένα γόνιμο, ερευνητικό, γνήσιο και ζωντανό έργο. Η τέχνη είναι η ίδια η ζωή».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO