Το πλακάκι είναι μια επιφάνεια που δεν την κοιτάς μόνο – τη ζεις. Είναι απτό, έχει βάρος, όγκο και υφή. Το ακουμπάς, το καθαρίζεις, περπατάς πάνω του, το συναντάς ξανά και ξανά στην καθημερινότητά σου. Σε αντίθεση με έναν πίνακα ζωγραφικής που κρατάς μια απόσταση ή με μια τοιχογραφία που σε περιβάλλει, αλλά δεν την αγγίζεις, το πλακάκι έχει μια διαφορετική αμεσότητα: είναι τρισδιάστατο, λειτουργικό, παρόν. Δεν ζητά απλώς να το δεις· ζητά να συνυπάρξεις μαζί του.
Όταν αυτή η επιφάνεια γίνεται επιφάνεια ζωγραφικής, η σχέση με του έργου με τον χώρο αλλάζει ριζικά. Η τέχνη δεν στέκεται πια απέναντι στη ζωή, συμμετέχει σε αυτήν. Γίνεται μέρος του χώρου, της κίνησης, της φθοράς και της φροντίδας. Το έργο δεν προστατεύεται από απόσταση – ζει, χρησιμοποιείται και ωριμάζει μαζί σου.
Στα χέρια της Μυρσίνης Αλεξανδρίδη, το πλακάκι μεταφέρει και κάτι ακόμη: εικόνες, σχήματα και χρώματα που αντλούν από την ελληνική παράδοση, από σύμβολα που έβλεπε στο σπίτι στο οποίο μεγάλωσε και από τη μεσογειακή αισθητική. Άφυλες μορφές που θυμίζουν κυκλαδικά ειδώλια, αρχιτεκτονικά μοτίβα από αυλές, καμάρες και τοιχοποιίες, μια χρωματική παλέτα που φέρνει στο μυαλό το μπλε της θάλασσας, το κεραμιδί του πηλού, το πράσινο της ελιάς και την ώχρα του καλοκαιρινού φωτός. Όχι ως διακοσμητικά στοιχεία αλλά ως φορείς μνήμης – σαν ίχνη ενός τόπου που επιστρέφει ξανά και ξανά μέσα από τη μορφή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, εκεί όπου η ύλη συναντά τη μνήμη και η καθημερινότητα συναντά την παράδοση, τοποθετείται η δουλειά της.
«Με ενδιαφέρει το πώς κάτι μικρό και ταπεινό μπορεί, μέσα από την επανάληψη, να αποκτήσει δύναμη»
Η Μυρσίνη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, αλλά η μνήμη που επανέρχεται πιο συχνά όταν μιλά για την αρχή της σχέσης της με τη ζωγραφική δεν βρίσκεται στην πόλη. Βρίσκεται στη Σκόπελο, το νησί των γονιών της, εκεί όπου περνούσε όλα της τα καλοκαίρια. «Θυμάμαι τον εαυτό μου να ζωγραφίζει για ώρες, δίπλα στη θάλασσα», λέει. «Άκουγα τα κύματα και παρατηρούσα το φως να αλλάζει μέσα στη μέρα».
Μεγάλωσε πολύ κοντά με τους παππούδες της και συνήθισε από μικρή να περνά χρόνο μόνη της. Η μοναχικότητα αυτή, αντί να λειτουργήσει απομονωτικά, έγινε χώρος συγκέντρωσης και παρατήρησης. Η ζωγραφική υπήρχε ήδη στο σπίτι –η μητέρα της ζωγράφιζε–, αλλά για τη Μυρσίνη έγινε κάτι περισσότερο από οικογενειακή επιρροή. Έγινε τρόπος σκέψης. «Η μαμά μου ζωγραφίζει υπέροχα, οπότε σίγουρα από εκείνη πήρα την αγάπη για την τέχνη».
Η απόφαση να σπουδάσει Αρχιτεκτονική ήρθε σχεδόν φυσικά. Το σχέδιο ήταν ήδη η γλώσσα της και ο χώρος το πεδίο όπου μπορούσε να την εξελίξει. Στις σπουδές της στην Ελλάδα, αλλά και αργότερα στο μεταπτυχιακό της στο Berlage στην Ολλανδία, η εικαστική ματιά δεν λειτούργησε ως συμπλήρωμα αλλά ως δομικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής σκέψης της. «Η εικόνα, η σύνθεση, η αφήγηση του χώρου ήταν πάντα εκεί», λέει.
Μετά το τέλος των σπουδών της εγκαταστάθηκε στη Στοκχόλμη, όπου εργάστηκε για περίπου επτά χρόνια σε αρχιτεκτονικό γραφείο. Ξεκίνησε από την ομάδα του urban design και, περνώντας από διαφορετικές ομάδες και κλίμακες έργων, ασχολήθηκε και με interior design – από μεγάλα επαγγελματικά έργα μέχρι ιδιωτικές κατοικίες. Ήταν μια περίοδος εντατικής μάθησης. «Είδα πώς λειτουργούν διαφορετικές πτυχές της αρχιτεκτονικής στην πράξη», λέει. «Πώς ένα έργο περνά από το σχέδιο στην υλοποίηση».
Η σχέση της με το πλακάκι ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, όταν ζούσε στο Άμστερνταμ, περίπου δέκα χρόνια πριν. «Ήμουν σε μια φάση που πιεζόμουν πολύ, περνούσα απανωτές κρίσεις πανικού, και τυχαία, καθώς έψαχνα σε ένα μικρό thrift shop, βρήκα ένα κουτί με λευκά πλακάκια. Τα αγόρασα και απλώς σκέφτηκα: θα τα ζωγραφίσω». Εκείνη η αυθόρμητη απόφαση αποδείχθηκε καθοριστική.
Ακολούθησαν χρόνια πειραματισμού. Διαφορετικά υλικά, τεχνικές, τρόποι ψησίματος, αποτυχίες και επαναλήψεις. Σταδιακά διαμόρφωσε τη μέθοδο που χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα: ζωγραφική πάνω σε κεραμικές επιφάνειες, με τελείες και γραμμές. «Μου άρεσε πολύ η ιδέα ότι δουλεύω πάνω σε ένα καθημερινό, σχετικά οικονομικό υλικό», λέει.
«Είναι κάτι που συνήθως δεν το σκεφτόμαστε ως φορέα τέχνης. Όταν πριν από περίπου οκτώ χρόνια αποφάσισα να αφοσιωθώ αποκλειστικά στα πλακάκια, έκανα μια εκτενή έρευνα για να καταλάβω τι υπήρχε ήδη στην αγορά. Ήταν η εποχή που το Instagram άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία και μου έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσω καλλιτέχνες και designers που διαφορετικά δεν θα είχα βρει. Μέσα από αυτή την έρευνα, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, συνάντησα πολλούς αξιόλογους κεραμίστες και δημιουργούς που ασχολούνται με το πλακάκι, αλλά δεν είδα κανέναν που να χρησιμοποιεί τη δική μου τεχνική. Για να καταλάβεις, τα έργα μου λειτουργούν ως ένα επιτοίχιο σύστημα που δίνει ανεξαρτησία και ευελιξία στα πλακάκια. Με αυτό τον τρόπο έδωσα στα έργα μου τη δυνατότητα να τοποθετούνται με ευκολία, να προσαρμόζονται σε διαφορετικούς χώρους. Έτσι, μπόρεσα να καλύψω ένα κενό που υπήρχε στην αγορά, ενώ παράλληλα τα έργα μου έχουν τη δική τους ταυτότητα και λειτουργικότητα».
Τα πλακάκια είναι μικρές μονάδες, αλλά όταν συνδυάζονται δημιουργούν μεγαλύτερες συνθέσεις, κάτι σαν παζλ. Για τη Μυρσίνη, αυτή η πολλαπλότητα έχει σημασία. «Με ενδιαφέρει το πώς κάτι μικρό και ταπεινό μπορεί, μέσα από την επανάληψη, να αποκτήσει δύναμη». Είναι επίσης ένα υλικό που δεν φοβάται την επαφή. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί, να φθαρεί. «Λατρεύω τον τρόπο που κάθονται τα χρώματα πάνω στην κεραμική επιφάνεια – ρευστά, έντονα, ζωντανά. Είναι μια διαδικασία που με κρατάει συνεχώς σε εγρήγορση, με κάνει να νιώθω χαρούμενη».
Η έμπνευση έρχεται συχνά μέσα από ιστορίες, άλλοτε προσωπικές, άλλοτε από τους ανθρώπους που της αναθέτουν ένα έργο. Η ίδια στρέφεται συχνά στο παρελθόν για να βρει ειλικρίνεια και βάθος. «Η επιλογή των παραδοσιακών στοιχείων που ενσωματώνω στα έργα μου εξαρτάται κάθε φορά τόσο από το είδος του έργου όσο και από τον τόπο στον οποίο προορίζεται να τοποθετηθεί», λέει, μιλώντας περισσότερο για την αίσθηση του χώρου παρά για τη θέση του στο κτίριο.
«Ένα σημείο αναφοράς είναι για μένα οι καλλιτέχνες της γενιάς του ’30 – Τσαρούχης, Μόραλης, Νίκος Νικολάου, Αναστασιάδης. Με γοητεύει ο τρόπος που συνδύασαν το μοντέρνο με το αρχέγονο, την ελληνικότητα με την αφαιρετικότητα, το προσωπικό με το συλλογικό. Οι μορφές τους, συχνά γήινες και ήσυχες, κουβαλούν βάθος χωρίς να κραυγάζουν. Αυτή η ισορροπία με έχει επηρεάσει βαθιά – ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια στην αρχιτεκτονική. Μέσα από τα έργα μου πάντα θέλω να αφηγούμαι μια ιστορία, οπότε πάντα προηγείται μια διαδικασία έρευνας και παρατήρησης: μελετώ την ιστορία, την αρχιτεκτονική, τα μοτίβα, ακόμη και τους μύθους ενός τόπου. Άλλοτε ενσωματώνω πιο αρχιτεκτονικά στοιχεία και άλλοτε αντλώ έμπνευση από την παραδοσιακή αισθητική ή τη μυθολογία. Τα στοιχεία αυτά δεν τα χρησιμοποιώ διακοσμητικά, αλλά ως φορείς μνήμης, οι οποίοι εμπλουτίζουν την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ μέσα από κάθε έργο».
Η ελληνική ταυτότητα στη δουλειά της αποτυπώνεται αυθόρμητα. «Δεν είναι κάτι που επιλέγω να εκφράσω», λέει. «Απλώς υπάρχει μέσα μου».
Τα τελευταία χρόνια, τα έργα της έχουν τοποθετηθεί σε ξενοδοχεία στην Ελλάδα –από την Πάτμο και το Costa Navarino μέχρι τη Μύκονο– αλλά και σε ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, έχει αρχίσει να δουλεύει όλο και περισσότερο πάνω σε αυτό που αποκαλεί «χρηστικά έργα»: συνθέσεις από ζωγραφισμένα πλακάκια που εντάσσονται σε κουζίνες, μπάνια ή πισίνες. «Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η συνάντηση της τέχνης με την καθημερινότητα», λέει. «Το να μην είναι το έργο αποκομμένο, αλλά να ζει μαζί με τους ανθρώπους».
Πριν από δύο χρόνια, πήρε την απόφαση να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη ζωγραφική. Σήμερα ζει με την οικογένειά της στη Στοκχόλμη, σε μια καθημερινότητα όπου το σπίτι, το σχολείο των παιδιών και το ατελιέ της απέχουν μόλις λίγα λεπτά το ένα από το άλλο, δημιουργώντας «ένα μικρό τρίγωνο ισορροπίας», όπως λέει η ίδια.
Αν έπρεπε να συνοψίσει τη δουλειά της σε μία ιδέα, θα επέστρεφε στη φράση του Άρη Κωνσταντινίδη: «Η ζωή στην Ελλάδα είναι υπαίθρια». «Για μένα, δεν περιγράφει μόνο έναν τρόπο ζωής αλλά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία: ζούμε έξω, στο φως, στο “μεταξύ”, στην αυλή, στο μπαλκόνι, στο πεζοδρόμιο, στην πλατεία. Η καθημερινότητα έχει μια απλότητα και ταυτόχρονα μια μικρή “δραματουργία”, σαν μια σκηνή θεάτρου που δεν κλείνει ποτέ την αυλαία της. Αυτό το στοιχείο το κουβαλώ και στον τρόπο που δουλεύω, ακόμα κι όταν τα έργα μου τοποθετούνται σε εσωτερικούς χώρους. Οι συνθέσεις και οι εικόνες που δημιουργώ επιδιώκουν πάντα να γεφυρώνουν το έξω με το μέσα, να συνδέουν το αντικείμενο με το περιβάλλον, να αφήνουν χώρο για φως, κίνηση και ζωή. Είναι ένας διάλογος ανάμεσα στην τέχνη, τον χώρο και τον άνθρωπο που την κοιτάζει».
Για τη Μυρσίνη, η φράση του Κωνσταντινίδη δεν περιγράφει μόνο έναν τρόπο ζωής αλλά μια στάση απέναντι στον χώρο και την τέχνη. Τα έργα της λειτουργούν ως μικρά πεδία συνάντησης μεταξύ του μέσα και του έξω, του χρηστικού και του ποιητικού, της αφήγησης και της σιωπής.