Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Από παιδί ήταν ντροπαλός και δυσκολευόταν με τις λέξεις, αλλά κατάφερε να φτιάξει με το σχέδιο τη δική του γλώσσα. «Το σχέδιο ήταν για μένα ο τρόπος να εκφράσω αυτά που σκεφτόμουν και δεν ήξερα πώς να πω αλλιώς», λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Στο σχολείο, κάποιοι δάσκαλοι είχαν πει στους γονείς του ότι φαινόταν μια κλίση του προς το σχέδιο. Στο λύκειο ξεκίνησε να κάνει μαθήματα ελεύθερου και γραμμικού σχεδίου στο πλαίσιο της προετοιμασίας του για την Αρχιτεκτονική, μια εναλλακτική της Καλών Τεχνών, στην οποία ήθελε αρχικά να μπει. «Οι γονείς μου με έσπρωξαν προς το Πολυτεχνείο. Ήθελαν να έχω κάτι πιο τεχνικό στα χέρια μου».
Στη σχολή «ξεζούμιζε» όποιο μάθημα αφορούσε το χρώμα, τη σύνθεση και το σχέδιο. Δεν ήταν πολλά αυτά τα μαθήματα και σίγουρα δεν έφταναν γι’ αυτό που ήθελε να κάνει. Κάπου εκεί, χωρίς να έχει ξεκάθαρη εικόνα για το πώς λειτουργεί ο χώρος της εικονογράφησης, έστειλε σχέδια σε έναν διαγωνισμό εικονογράφησης στην Κύπρο. Υπήρχε ένα μικρό χρηματικό έπαθλο και ο νικητής θα εικονογραφούσε ολόκληρο το βιβλίο. «Όταν διάβασα αυτή την ανακοίνωση, ένιωσα ότι βρήκα ένα κενό σε κάτι που με χωρούσε». Κέρδισε τον διαγωνισμό. Έτσι εικονογράφησε το «Ζει το ντόντο;» της Μαρίας Πιερή-Στασίνου (εκδ. Κέδρος).
«Προσωπικά, με ανησυχεί η ταχύτητα με την οποία προβάλλονται όλα στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Βλέπεις όλον αυτόν τον κόσμο να παράγει τέχνη μπροστά στα μάτια σου σε time-lapse. Δεν το κρίνω, απλώς σκέφτομαι πως ενισχύει την πεποίθηση ότι η τέχνη είναι κάτι που γίνεται γρήγορα».
Μετά από λίγο, ήρθε μία ακόμα πρόταση για εικονογράφηση και, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής, δούλευε και σπούδαζε παράλληλα. Παρ’ όλα αυτά, δεν ζούσε από αυτό. Οι σπουδές του είχαν τεράστιες απαιτήσεις σε χρόνο και η δουλειά προχωρούσε αργά. Μετά την αποφοίτησή του αποφάσισε να δώσει μια ευκαιρία στην Αρχιτεκτονική. Έφυγε στο Παρίσι για πρακτική πάνω στη σκηνογραφία μουσείων. «Όταν γύρισα στην Αθήνα, αποφάσισα πως δεν ήθελα να ασχοληθώ καθόλου με αυτό που είχα σπουδάσει». Έστειλε το portfolio με τα σχέδιά του σε εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα, πολύ γρήγορα ήρθε η πρώτη ανάθεση και πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει είχε γίνει full-time εικονογράφος.
Αν δεν έχεις έμπειρο μάτι, οι εικονογραφήσεις του σχεδόν σε ξεγελούν, γιατί το στυλ του είναι ελεύθερο, αλλάζει ανάλογα με την ιστορία και τις εικόνες που του έρχονται στο μυαλό ενώ διαβάζει κάθε ιστορία. Ο ίδιος λέει: «Το στυλ μου δυσκολεύομαι να το περιγράψω, δεν έχει πολύ νόημα να αναλύσουμε αν είναι μινιμαλιστικό ή πολύχρωμο. Αυτό είναι ένα στοιχείο που κάποιοι το αναγνωρίζουν ως πρόβλημα, όμως είναι κάτι το οποίο έχει λειτουργήσει πάρα πολύ καλά στη δουλειά μου, γιατί δεν επαναλαμβάνομαι.
Αυτό συμβαίνει γιατί έτσι λειτουργώ όταν έρχεται στα χέρια μου ένα κείμενο για να το εικονογραφήσω, και μετά ένα άλλο. Τα αντιμετωπίζω ως διαφορετικά πράγματα, οπότε αποφασίζω ότι θα ασχοληθώ με άλλο τρόπο με κάθε νέα ιστορία.
Στην αρχή δεν το καταλάβαινα ότι το κάνω αυτό. Στη σχολή, για παράδειγμα, μας πίεζαν πολύ να βρούμε τη γραμμή μας, τι είμαστε, το προσωπικό μας brand. Εγώ αυτό το βρίσκω σχεδόν αηδιαστικό, πάει τελείως κόντρα στον σχεδιασμό και στη λειτουργία του, γιατί είναι σαν να υπονοείς ότι έχεις μια ιδέα, θα την αναπαράγεις για πάντα, ό,τι κι αν συμβαίνει, αλλά θα κάνεις μικρές προσαρμογές χωρίς να πεις “ωραία, πάμε να το δούμε λίγο από την αρχή αυτό”. Δεν λέω πως ξεκινάω πάντα από το μηδέν. Υπάρχει η εμπειρία πλέον που με βοηθάει να πλάθω τους κόσμους μου».
Αυτή την ελευθερία τη χρωστάει σε ένα βιβλίο που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη σκέψη και την εξέλιξή του, το «Arrival» του Shaun Tan, ένα silent book που έφτασε στα χέρια του όταν ήταν περίπου 18 ετών. «Το έμαθα από μια φίλη μου, πολύ ενημερωμένη για τις ξένες εκδόσεις. Αυτό το βιβλίο μού έδωσε μια ηρεμία. Με βοήθησε να συνειδητοποιήσω ότι τα πράγματα μπορούν να είναι πάρα πολύ περίπλοκα και πάρα πολύ απλά ταυτόχρονα. Όταν κολλάω, επιστρέφω σε αυτό. Βλέπω λεπτομέρειες και πράγματα που έχει σκεφτεί ο καλλιτέχνης τα οποία δεν υπάρχουν στο χαρτί, αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι τα έχει μελετήσει για να δημιουργήσει αυτό το αποτέλεσμα».
Όλα θέλουν χρόνο, πόσο μάλλον η ίδια η δημιουργία. Για να γίνεις αναγνωρίσιμος και περιζήτητος, εκτός από πολλή δουλειά χρειάζεται και ενεργή παρουσία στα social media. «Προσωπικά, με ανησυχεί η ταχύτητα με την οποία προβάλλονται όλα στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Βλέπεις όλον αυτόν τον κόσμο να παράγει τέχνη μπροστά στα μάτια σου σε time-lapse. Δεν το κρίνω, απλώς σκέφτομαι πως ενισχύει την πεποίθηση ότι η τέχνη είναι κάτι που γίνεται γρήγορα. Και όλο αυτό επηρεάζει τον κόσμο. Με παίρνουν πελάτες και μου λένε “μπορείς να μου το έχεις μέχρι την Κυριακή;” και σκέφτομαι “ξέρεις πόση δουλειά και σκέψη χρειάζεται αυτό;”».
Κάπου εδώ όμως μπαίνει και η πιο ωμή πλευρά του χώρου του βιβλίου στην ελληνική πραγματικότητα: «Το πολύ ενδιαφέρον στην Ελλάδα είναι πως οι μικροί εκδοτικοί οίκοι, αυτοί που κάνουν λίγο πιο DIY τα πράγματα, είναι συχνά και οι πιο τυπικοί. Είναι αυτοί που θα είναι πιο ελαστικοί στο budget, που θα σου δώσουν αυτό που αξίζεις, που θα σου δώσουν δικαιώματα, που θα φροντίσουν να πουν το όνομά σου όταν μιλήσουν για την εικόνα».
Η πιο αγαπημένη του δουλειά μέχρι στιγμής είναι τα «Πουλιά» (εκδ. Καστανιώτη) της Αναστασίας Σταματοπούλου, ένα σκοτεινό βιβλίο για όλες τις ηλικίες, που η συγγραφέας έγραψε όταν ήταν μόλις 17 ετών. «Η ιστορία είναι σκοτεινή, έχει κάτι που μοιάζει να βγήκε από ταινία του Ταρκόφσκι. Μιλάει για πράγματα που στην Ελλάδα φοβόμαστε να πούμε. Τα παιδιά δεν τραυματίζονται από τα βιβλία. Τραυματίζονται από την οικογένεια, από το σχολείο και την κοινωνία».
Φέτος, ο Βασίλης Κουτσογιάννης μπήκε στη long list του Bologna Children’s Book Fair, του μεγαλύτερου φεστιβάλ εικονογράφησης παιδικού βιβλίου στον κόσμο. «Η shortlist είναι ένα σχεδόν άπιαστο όνειρο για μένα, εκεί βρίσκεται η αφρόκρεμα της εικονογράφησης παγκοσμίως. Και μόνο αυτή η διάκριση σημαίνει πάρα πολλά».