Το ωραίο μάς
προδίδει
πρώτο. Πάντα.
🜹
Η λάμψη θέλει θύματα και φέτος τα δείχνει. Η Lana Del Rey εγκαταλείπει τον μύθο της σαν παλιά στολή, το All of Us Stars επανέρχεται σαν queer ψίθυρος που αρνείται να πεθάνει, και η Zendaya με τον Robert Pattinson φωτογραφίζονται σαν δύο άνθρωποι που κατάλαβαν πολύ αργά ότι η ομορφιά δεν σώζει μόνο αποκαλύπτει.
Η Στιγμή που η Lana Del Rey Σταμάτησε να Είναι Μύθος και Έγινε Γυναίκα
Στο νέο της βίντεο, η Lana Del Rey εγκαταλείπει τη δραματική περσόνα της προηγούμενης εποχής και επιστρέφει σε μια πιο άμεση, ώριμη εκδοχή του εαυτού της
Μερικοί καλλιτέχνες δεν ακολουθούν εποχές∙ τις σημαδεύουν. Κι όταν αυτοί οι καλλιτέχνες αλλάζουν, αλλάζει μαζί τους και ο τρόπος που θυμόμαστε τον εαυτό μας.
Η Lana Del Rey υπήρξε το πρόσωπο μιας δεκαετίας όπου η μελαγχολία δεν ήταν αδυναμία αλλά στιλ, όπου ο έρωτας έμοιαζε με ταινία που έχει ήδη χαθεί, όπου η pop κουλτούρα διαμόρφωνε εικόνες πιο γρήγορα από όσο προλαβαίναμε να τις ζήσουμε. Στο νέο της βιντεοκλιπ για το White Feather Hawk Tail Deer Hunter, η Lana εμφανίζεται σαν μια γυναίκα 41 ετών που κουβαλά όλο το αρχείο των προηγούμενων εκδοχών της: το κορίτσι που γράφει για τους εραστές της, την outsider φιγούρα που διαμόρφωσε μια γενιά αισθητικού ρομαντισμού, τη μυθολογία της απώλειας και της σπατάλης.
Αλλά εδώ, κάτι μετατοπίζεται: η φωνή της έχει μια νέα παιδικότητα, όχι ως επιστροφή αλλά ως άνοιγμα. Σαν κάποια που δεν χρειάζεται πια τη μελαγχολία για να δικαιολογήσει την ενήλικη τρυφερότητα. Σαν μια γυναίκα που μπαίνει σε νέο κύκλο προσωπικό και καλλιτεχνικό και τον εκφράζει όχι με μεγάλα σύμβολα αλλά με μικρές χειρονομίες: ένα φούρνο που ανοίγει, λίγο ψεύτικο χιόνι που πέφτει στην αυλή, μια κουζίνα που γίνεται σημείο μετάβασης.
Εδώ δεν τελειώνει μια εποχή∙ ολοκληρώνεται. Και μέσα σε αυτή την ολοκλήρωση, ξεκινά κάτι πιο αθόρυβο, πιο ώριμο, πιο σχεδόν-τρυφερό. Η Lana δεν αποχαιρετά το παρελθόν της. Το μεταφέρει μαζί της σαν κάτι που μπορείς να πιάσεις με τα χέρια και να το αφήσεις πάνω στον πάγκο της νέας σου ζωής.
Κι αυτό κάνει το νέο της τραγούδι τόσο συγκινητικό: όχι επειδή αλλάζει η Lana, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος που την κοιτάμε. Και μέσα σε αυτό το βλέμμα, αναγνωρίζουμε και τους δικούς μας κύκλους που τελείωσαν, τις δικές μας εποχές που έκλεισαν χωρίς φασαρία, τις δικές μας παιδικότητες που επιτρέπουμε , ίσως για πρώτη φορά, να ξαναρχίσουν.
Υπάρχει μια στιγμή σπάνια, σχεδόν αόρατη, όπου ένας μύθος κουράζεται να καίγεται. Δεν παραιτείται∙ αλλάζει κατεύθυνση. Η φλόγα χαμηλώνει, και τότε το σώμα που άλλοτε έκαιγε αρχίζει απλώς να νιώθει τον εαυτό του. Σαν κάτι που ξυπνά μετά από μακρύ χειμώνα.
Αυτή η μετατόπιση βρίσκεται στο White Feather Hawk Tail Deer Hunter. Όχι σαν νέο single, αλλά σαν πέρασμα. Μια πόρτα που δεν ανοίγει προς το κοινό, αλλά προς το εσωτερικό δωμάτιο της del Rey, εκεί όπου η εικόνα παύει να διεκδικεί και μένει μόνο η αναπνοή.
Το πρώτο πλάνο δεν είναι η γυναίκα, είναι το παιδί. Ένα παιδί που κοιμάται κρατώντας ένα λούτρινο ζώο, ενώ δίπλα του αναπνέει ένας λύκος. Το άγριο και το τρυφερό δεν αντιμάχονται∙ συνυπάρχουν. Και σε αυτή τη συνύπαρξη κρύβεται μια αλήθεια: η Lana δεν αντιστέκεται πια στην αγριότητα που τη συνόδευε ως μύθος. Την αναγνωρίζει ως μέρος της.
Στα είκοσι επτά της, στην εποχή του Born to Die, έφτιαξε μια περσόνα που ζούσε στο όριο του δράματος. Ήταν η δεκαετία που έκανε τη μελαγχολία αισθητική και την ευαλωτότητα υλικό. Το τραγούδι δεν ήταν αφήγηση∙ ήταν κλίμα. Κι εκείνη βρέθηκε στο κέντρο του.
Αλλά κανένας μύθος δεν μένει ακίνητος. Αν δεν μετακινηθεί, φθείρεται. Στο Norman Fucking Rockwell! η εικόνα άρχισε να καθαρίζει. Στο Ocean Blvd η φωνή μίλησε πιο άμεσα. Και τώρα, στο White Feather, κάτι επιστρέφει στο σώμα.
Το βίντεο ξεκινά σαν home movie. Σκοτεινή αυλή. Μια κάμερα που τρέμει. Ψεύτικο χιόνι που πέφτει σε λάθος εποχή. Το χιόνι μοιάζει με μνήμη που δεν εγκαταλείπει το σώμα, μια λεπτή υπενθύμιση ότι ό,τι έχουμε υπάρξει δεν χάνεται, απλώς μεταμορφώνεται.
Η Lana κινείται μέσα στη νύχτα όχι σαν περσόνα, αλλά σαν γυναίκα που γνωρίζει τις παλιές της εκδοχές και δεν τις φοβάται. Υπάρχει μια ηρεμία, μια αποδοχή, μια αίσθηση πως ο χρόνος δεν την κυνηγά πλέον· τον συναντά.
Και τότε εμφανίζεται ο καθρέφτης. Η στιγμή όπου ο μύθος αντικρίζει τον εαυτό του χωρίς να χρειάζεται να επιβεβαιωθεί. Ένα μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο. Σαν αναγνώριση ότι η εποχή του θεαματικού πόνου έχει περάσει.
Η κάθοδος στο γκαράζ αλλάζει τον τόνο. Εκεί υπάρχουν σκόνη, μέταλλο, εργαλεία. Το υπόγειο της αμερικανικής εικόνας: όχι το στιλ, αλλά η ύλη του. Και στο κέντρο, ένας φούρνος. Δεν λειτουργεί ως σύμβολο απειλής, αλλά ως σημείο μεταμόρφωσης. Όταν σκύβει μέσα, δεν εξαφανίζεται όπως η ποιήτρα Σύλβια Πλαθ , αφήνει πίσω κάτι που δεν χρειάζεται πια.
Μετά, χρώμα. Το πέρασμα από το sepia στο παρόν θυμίζει σώμα που επανέρχεται στη θερμοκρασία του. Δεν υπάρχει δραματική διακήρυξη. Υπάρχει καθημερινότητα: μαγείρεμα, άγγιγμα, μια αθόρυβη οικιακή κίνηση που γίνεται χώρος ζωής. Ένα σώμα που δεν καίγεται, αλλά ζεσταίνεται.
Στους στίχους, η γλώσσα μικραίνει. Γίνεται απλή, σχεδόν παιδική. Όχι γιατί επιστρέφει πίσω, αλλά γιατί ανοίγει χώρο. “He’s in my bone marrow.” Μια φράση που δεν ζητά μεγαλοπρέπεια. Μιλά για τον έρωτα όχι ως σκηνή, αλλά ως κάτι που κυκλοφορεί ήσυχα μέσα στο αίμα.
Και ύστερα: “I’m a ghost, doesn’t mean I feel nothing.” Όχι ως εξομολόγηση, αλλά ως διαύγεια. Το φάντασμα δεν είναι πια απειλή∙ είναι τρόπος ύπαρξης. Μια υπενθύμιση ότι μπορούμε να αλλάζουμε χωρίς να χάνουμε ό,τι υπήρξαμε
Η Αμερική στο βίντεο δεν εμφανίζεται ρομαντική. Είναι μια χώρα όπου το οικείο και το άγριο συνυπάρχουν. Σπουργίτια που πέφτουν σαν σημάδια, υγρασία που κολλάει στο δέρμα, σκουριασμένες μηχανές που μοιάζουν να θυμούνται άλλους ανθρώπους. Ίσως αυτό να ήταν πάντα το πραγματικό της τοπίο.
Και κάπου εκεί, χωρίς φασαρία, η Lana αγγίζει μια νέα ενηλικίωση. Όχι μέσα από εντυπωσιακές κινήσεις. Μέσα από μικρές πράξεις: το άνοιγμα ενός φούρνου, μια φωνή που χαμηλώνει, ένα τέλος που δεν ζητά τίποτα.
Το White Feather δεν παρουσιάζει μια νέα Lana. Παρουσιάζει μια Lana που ολοκληρώνει έναν κύκλο και επιτρέπει στον επόμενο να αρχίσει χωρίς θόρυβο. Η εικόνα της δεν καταρρέει. Απλώς αποκτά θερμοκρασία.
Κι ίσως αυτό να είναι τελικά η ενηλικίωση στην τέχνη και στη ζωή: να μπορείς να κρατάς όλες τις προηγούμενες εκδοχές σου χωρίς να χρειάζεται να τις κάψεις για να προχωρήσεις
All of Us Stars: Όταν το Glamour Έγινε Καταφύγιο
Στη Νέα Υόρκη των 70s και 80s, ο Bobby Busnach και η Geraldine Visco έφτιαξαν ένα μικροσκοπικό βασίλειο μέσα σε ένα διαλυμένο διαμέρισμα. Εκεί, μια ομάδα από queer, trans, ατίθασα παιδιά της πόλης δημιουργούσαν φωτογραφίες όχι για να θυμηθούν τον εαυτό τους, αλλά για να μη σβηστούν από τον κόσμο.
Υπάρχουν queer photobooks που μοιάζουν με μνήμη. Και υπάρχουν άλλα που μοιάζουν με επιστροφή των νεκρών.
Το All of Us Stars ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν διαβάζεται σαν φωτογραφικό λεύκωμα, ούτε σαν ιστορικό τεκμήριο μιας εποχής που αγαπήσαμε από δεύτερο χέρι. Διαβάζεται σαν μια πόρτα που ανοίγει σε ένα δωμάτιο όπου κάποτε έζησαν άνθρωποι που δεν είχαν χρόνο να περιμένουν αναγνώριση. Ήξεραν ότι την ίδια στιγμή που δημιουργούσαν τον εαυτό τους, ο κόσμος ήδη τους έσβηνε. Γι’ αυτό και οι εικόνες δεν είναι ωραίες. Είναι αναγκαίες.
Ο Bobby Busnach και η Gerry Visco σκηνοθέτησαν ένα διαμέρισμα στο Upper West Side σαν να ήταν καταφύγιο από έναν κόσμο που τους χρωστούσε περισσότερους θανάτους απ’ όσους μπορούσαν να κουβαλήσουν. Ό,τι βλέπουμε στις φωτογραφίες,οι γούνες, τα ντεκαπάζ, η γκλίτερ αναπνοή του Hollywood πάνω σε φτωχικά πατώματα δεν είναι μόνο queer αισθητική επιλογή. Είναι άμυνα. Όταν δεν έχεις τίποτα σταθερό να σε κρατήσει, ποζάρεις. Κι όταν η ζωή μοιάζει με μια υπόσχεση που δεν τηρούν ποτέ, γίνεσαι δικό σου είδωλο. Γιατί το είδωλο αντέχει πιο πολύ από το σώμα.
Η glamour επιτέλεση αυτής της εποχής δεν είναι camp. Δεν είναι παιχνίδι. Είναι στρατηγική επιβίωσης σε ένα τοπίο όπου queer παιδιά εξαφανίζονταν χωρίς ίχνος, χωρίς ιστορικό, χωρίς φωτογραφική απόδειξη ότι υπήρξαν. Κι έτσι έφτιαξαν τις δικές τους εικόνες. Έφτιαξαν ένα σύμπαν που δεν τους ζητούσε να απολογηθούν για τίποτα. Αντί να τους σβήσουν, αυτοί φώτισαν τους εαυτούς τους τόσο έντονα που, δεκαετίες αργότερα, ακόμα βλέπουμε τις σκιές τους.
Το glamour, σ’ αυτές τις φωτογραφίες, λειτουργεί σαν προστατευτικό φιλμ. Όχι για να ομορφύνει, αλλά για να κρύψει τα τραύματα χωρίς να τα αρνηθεί. Όχι για να ξεγελάσει το βλέμμα, αλλά για να το διδάξει.
Κάτω από αυτές τις drag ντίβες των 70s κρύβονται παιδιά που γνώρισαν πολύ νωρίς τι σημαίνει να ξεφεύγεις από το σπίτι, να βρίσκεις καταφύγιο σε μια σκηνή που σε θέλει υπερβολικό για να υπάρξεις, να μεταμορφώνεις την έλλειψη σε παράσταση. Το Park Royal δεν ήταν στούντιο. Ήταν ψυχολογικό τοπίο, ένα μέρος όπου η φαντασία λειτουργούσε σαν θεραπεία, αλλά και σαν πληγή. Εκεί οι φιλίες αποκτούσαν δομή οικογένειας, και η οικογένεια ήταν κάτι που όλοι τους είχαν χάσει ξανά και ξανά..
Και οι φωτογραφίες του Busnach το δείχνουν καθαρά: η πόλη μπορεί να διαλύεται, οι σχέσεις μπορεί να βυθίζονται στη συναισθηματική εξάντληση, το queer σώμα μπορεί να γίνεται στόχος∙ αλλά μπροστά στον φακό, όλα αποκτούν μια παράξενη ισχύ. Μια ομορφιά που δεν είναι αθώα. Μια λάμψη που δεν τρέφει ματαιοδοξία, αλλά συλλογική μνήμη. Στις εικόνες αυτές βλέπεις ανθρώπους να αυτομυθοποιούνται γιατί κανείς άλλος δεν θα το έκανε για αυτούς.
Αυτό που συγκινεί περισσότερο στο All of Us Stars δεν είναι τα ρούχα, ούτε το styling, ούτε η camp υπερβολή. Είναι η τρυφερότητα. Η σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα σε φίλους που φωτογραφίζουν ο ένας τον άλλο για να μην αφήσουν τον χρόνο να τους κλέψει. Η ανάγκη να ανήκουν κάπου, παρότι ο κόσμος τους πετούσε έξω από παντού. Η αγωνία να καταγραφεί μια ύπαρξη που ξέρει ότι η κοινωνία δεν θα της δώσει δεύτερη ευκαιρία.
Κάθε φωτογραφία είναι μια μικρή τελετουργία αθανασίας. Κάθε πόζα μια υπόσχεση ότι ο πόνος δεν θα είναι η μόνη αφήγηση. Κάθε λάμψη μια προσπάθεια να μείνει κάτι ζωντανό όταν όλα γύρω πεθαίνουν.
Το necro-glamour είναι η στιγμή που η εικόνα γίνεται queer αντίσταση. Και οι φωτογραφίεςτου Busnach είναι ένας κόσμος όπου οι αόρατοι έγιναν φωτεινοί, όχι επειδή τους το επέτρεψε η εποχή τους, αλλά επειδή το απαίτησε η ψυχή τους.
Σε αυτές τις φωτογραφίες, η λάμψη δεν κολακεύει. Προστατεύει. Και σε ένα μέλλον όπου τα αρχεία μας θα διαβάζονται ως τεκμήρια, όχι ως παραμύθια, η δουλειά του All of Us Stars θυμίζει κάτι τρομερά απλό και τρομερά αληθινό:ότι η queer ζωή δεν άντεξε επειδή ήταν δυνατή. Άντεξε επειδή έλαμψε, εκεί που δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνει.
Όταν το Ωραίο Σαπίζει
και Αρχίζει να Μας
Κοιτάζει Πίσω
Το νέο editorial της Zendaya και του Robert Pattinson μέσα από τον φακό της Nadia Lee Cohen δεν σοκάρει επειδή είναι «disturbing». Σοκάρει επειδή αρνείται να είναι όμορφο.
Δεν ξέρω πότε συνέβη ακριβώς, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησα να βλέπω το νέο editorial της Zendaya και του Pattinson για το Interview magazine σαν εικόνα και άρχισα να το αισθάνομαι πάνω στο δέρμα μου. Ένα μικρό ρίγος, σαν να σε αγγίζει κάτι πριν καταλάβεις ότι έχει αρχίσει να σαπίζει. Δεν ήταν η περούκα, ούτε το μουτζουρωμένο στόμα, ούτε η Baby Jane αναφορές.
Κάτι στο σώμα της Zendaya, που γαντζωμένο πάνω στον Pattinson, δεν θυμίζει πόζα. Θυμίζει υπόλειμμα. Θυμίζει το λεπτό σημείο όπου η οικειότητα παύει να είναι τρυφερή και γίνεται υγρή, ασταθής, σαν ιδρώτας που δεν ξέρει αν είναι έλξη ή φόβος. Το βλέμμα της δεν θα το περιέγραφα ως acting∙ είναι fatigue μια ομορφιά εξαντλημένη από τον ίδιο της τον μύθο. Κι εκείνος μοιάζει να αισθάνεται το είδωλό του να μένει λίγο πίσω, σαν κάτι που δεν προλαβαίνει το ίδιο του το σώμα.
Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν βλέπεις δύο σταρ. Βλέπεις δύο φαντάσματα που προηγήθηκαν του εαυτού τους. Μια δυάδα που δεν ποζάρει αλλά επιπλέει πάνω από το glamour, σαν να βγήκε από δωμάτιο όπου η ομορφιά πέθανε πρώτη και το φως συνεχίζει να λειτουργεί από αδράνεια. Η εικόνα δεν ζητά ερμηνεία. Ζητά παραδοχή: δεν είναι αντικείμενο. Είναι κάτι που αναπνέει. Κάτι που επιστρέφει το βλέμμα.
Κι όσο μένεις μαζί της, όχι με τα πρόσωπα αλλά με τη θερμοκρασία τους, νιώθεις ότι η Cohen δεν φωτογραφίζει ανθρώπους. Φωτογραφίζει την κόπωση σαν αισθητική, την αποδόμηση σαν τρυφερότητα, την ομορφιά σαν σώμα που επιτέλους θέλει να ξαπλώσει. Η εικόνα παύει να είναι ασπίδα και γίνεται ιστός, κι αν τον ακουμπήσεις, κολλάς.
Ο χώρος γύρω τους δεν είναι σκηνικό. Είναι δωμάτια που περίμεναν χρόνια να αδειάσει. Ένα σπίτι που δεν ανήκει πια σε κανέναν, αλλά επιτρέπει στα σώματα να διαλυθούν χωρίς θεατρικότητα. Η Cohen ξέρει ότι ο τρόμος δεν ζει στις σκιές αλλά στο φως που αρνείται να γίνει απαλό. Γι’ αυτό κάθε πτυχή, κάθε μουτζούρα, κάθε ατέλεια μοιάζει με ομολογία: «Έτσι είναι τα σώματα όταν δεν ξέρουν αν πρέπει να σωθούν ή να αφεθούν».
Υπάρχει μια περίεργη ζεστασιά εδώ, όχι ακριβώς ανθρώπινη, αλλά η θερμοκρασία ενός χώρου που έχει μνήμη. Η Zendaya και ο Pattinson δεν λειτουργούν ως icons αλλά ως υπολείμματα. Δύο σύμβολα που κουράστηκαν να τους ανήκει το κοινό και τώρα διεκδικούν το πιο επικίνδυνο πράγμα: την ιδιωτική τους αποσύνθεση.
Κάπου εκεί η εικόνα αποκτά μεταφυσική κίνηση. Η αίσθηση ότι το ωραίο έχει φθαρεί τόσο που μόνο η αλήθεια μπορεί να σταθεί. Και η αλήθεια δεν εμφανίζεται με φως∙ εμφανίζεται με ρωγμή.
Και τότε η εικόνα αρχίζει να σε κοιτάζει πίσω. Όχι η Zendaya, ούτε ο Pattinson, η εικόνα. Σαν να έχει δικό της νευρικό σύστημα. Η Cohen δεν ολοκληρώνει χειρονομίες∙ αφήνει την εικόνα ανοικτή, σαν πληγή που ακόμη δεν έχει αποφασίσει τι θα γίνει. Κι αυτό τρομάζει περισσότερο από το ίδιο το αίμα.
Γιατί η αστάθεια δεν είναι «αισθητική». Είναι βία. Η βία του να μην ξέρεις πού να σταθείς μέσα στην εικόνα. Η μικρή, ανεπαίσθητη σύσπαση που προηγείται της συναισθηματικής ερμηνείας. Και τότε το timeline ουρλιάζει. Όχι επειδή σοκάρεται. Αλλά επειδή χάνει την ισορροπία του.
Οι άνθρωποι δεν αντέχουν το ακαθόριστο. Θέλουν εικόνες που επιβεβαιώνουν, όχι εικόνες που ραγίζουν. Θέλουν glamour που δεν ζητά δουλειά. Θέλουν μια Zendaya–αρχέτυπο, έναν Pattinson–μύθο. Όχι δύο σώματα που δεν μπορούν να κρατήσουν τη μορφή τους.
Όταν το editorial δεν τους έδωσε τίποτα από αυτά, ο πανικός ήταν αναμενόμενος. Τα σχόλια τύπου “disturbing”, “gross”, “humiliation ritual” δεν περιγράφουν τις εικόνες. Περιγράφουν τον θεατή. Περιγράφουν την εποχή που δεν αντέχει την κόπωση, μόνο την υπερβολή. Την εποχή που φοβάται κάθε ρήγμα σαν απειλή.
Το editorial έγινε «σκανδαλώδες» όχι επειδή πήγε μακριά, αλλά επειδή πήγε κοντά. Εκεί όπου η εικόνα είναι ανθρώπινη και όχι σανίδα σωτηρίας.
Κι έτσι μένουμε με το πιο λεπτό σημείο, τη μεταφυσική της εικόνας. Τη στιγμή που η φωτογραφία παύει να είναι θέαμα και γίνεται συνείδηση. Η Cohen δεν ενδιαφέρεται για την ομορφιά αλλά για το υπόλοιπό της. Για το τι μένει όταν τελειώσει η λάμψη.
Η Zendaya και ο Pattinson δεν είναι μόνο hollywood icons. Είναι και μάρτυρες της εποχής τους. Η μία κρατά μια θηλυκότητα που στέκεται όρθια από πείσμα∙ ο άλλος μια αρρενωπότητα που δεν ξέρει πια πού ανήκει. Μαζί δημιουργούν μια εικόνα που λέει: η εποχή κουράστηκε. Κουράστηκε να παράγει μύθους, να υπηρετεί glamour, να προσποιείται πως έχει νόημα.
Και η Cohen το δείχνει με ησυχία: η εικόνα δεν είναι πια για να την θαυμάζεις. Είναι για να σε εξετάζει. Αυτό είναι το νέο horror: όχι το τέρας στο κάδρο, αλλά το φως που αρνείται να γίνει όμορφο.
Η εικόνα γίνεται τελετουργική αποκαθήλωση. Ο μύθος της ομορφιάς πεθαίνει χωρίς σκάνδαλο, μόνο με αλλαγή βλέμματος. Η Zendaya και ο Pattinson μοιάζουν με δύο μορφές που προσφέρουν το πρόσωπό τους ώστε η εποχή να δει επιτέλους τον εαυτό της: κουρασμένο, υπερφορτωμένο, παραμορφωμένο από την ανάγκη για τελειότητα.
Και η Cohen λέει: «Τίποτα δεν είναι καθαρό Και δεν χρειάζεται να είναι.» Αυτή είναι η νέα θεολογία της : ότι για να εμφανιστεί η αλήθεια, το ωραίο πρέπει να σαπίσει. Κάποια στιγμή, η εικόνα παύει να μας ανήκει. Δεν είναι αυτό που κοιτάμε είναι αυτό που μας κοιτάζει. Η φωτογραφία έχει πάψει να υπακούει. Δεν προσφέρει καταφύγιο. Προσφέρει ρήγμα.
Κι ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό πράγμα του 2026: ότι η εικόνα έγινε άνθρωπος κι εμείς δεν ξέρουμε πώς να σταθούμε απέναντί της.
🜹