Η «ΦΟΝΙΣΣΑ» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε το 1903 στο περιοδικό «Παναθήναια», αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και επιβλητικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στο κέντρο της δεσπόζει η Χαδούλα, η θλιβερή Φραγκογιαννού, μια γυναίκα σμιλεμένη από τη φτώχεια, την καταπίεση και τα άγρια ήθη της εποχής. Κουβαλώντας στο κορμί και στην ψυχή της τα σημάδια μιας ζωής που δεν της χαρίστηκε ποτέ, φτάνει στο σημείο να σκοτώνει κορίτσια για να τα «λυτρώσει» από τη μοίρα που η ίδια γνώρισε.
Καθώς οι πράξεις της πολλαπλασιάζονται, το σύμπαν γύρω της μοιάζει να στενεύει∙ άνθρωποι και συνειδήσεις την κυκλώνουν. Και στο τέλος, λίγο πριν από την άβυσσο, η Φραγκογιαννού βρίσκεται αβοήθητη ανάμεσα στη γη και το θείο, σαν ψυχή που πάει να γλιστρήσει από τα χέρια της μοίρας προς μια δικαιοσύνη υπερκόσμια και αμείλικτη.
Από τις 26 Ιανουαρίου 2026, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Χώρος, η νεοσύστατη ομάδα Φάος παρουσιάζει μια θεατρική διασκευή της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η διασκευή και η σκηνοθεσία έγιναν από τον γνωστό για τις μουσικοθεατρικές του προσεγγίσεις σκηνοθέτη Θοδωρή Αμπαζή.
Ως άψογα συντονισμένα μέλη μιας συμφωνικής ορχήστρας, οι ηθοποιοί μετατρέπουν την περίφημη γλώσσα του Παπαδιαμάντη σε μουσικοθεατρικές χειρονομίες, προβάλλοντας τον ηχητικό πλούτο του κειμένου και μετατρέποντας την «εσωτερική μουσική» σε σκηνική δράση.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την εμβληματική παράσταση «Οι έμποροι των εθνών» που ανέβηκε το 2011 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, ο Θοδωρής Αμπαζής επιστρέφει στον Παπαδιαμάντη. Αυτήν τη φορά συνεργάζεται με 14 νέους ηθοποιούς που ερμηνεύουν το κείμενο του Παπαδιαμάντη με ακρίβεια, ευαισθησία και χιούμορ.
Για τον Θοδωρή Αμπαζή η επιστροφή στον Παπαδιαμάντη υπήρχε ως επιθυμία εδώ και χρόνια. Αυτό που την κατέστησε δυνατή ήταν η συνάντησή του με μια ομάδα νέων, εξαιρετικά αφοσιωμένων ηθοποιών, πρώην μαθητών του, που συγκρότησαν την ομάδα Φάος. Μαζί τους μπόρεσε να προσεγγίσει το έργο χωρίς προαποφασισμένο σκηνικό στόχο, αφήνοντας το ίδιο το κείμενο να τους οδηγήσει. Η συλλογική τους συνοχή, η πειθαρχία και η πίστη στη διαδικασία άνοιξαν νέες δυνατότητες σκηνικής ανάγνωσης του παπαδιαμαντικού λόγου, αξιοποιώντας παράλληλα την εμπειρία του από την πρώτη παράσταση με έργο του Παπαδιαμάντη: τους «Εμπόρους των Εθνών».
«Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιλογή παίζει και η ίδια η γλώσσα του Παπαδιαμάντη: μια γλώσσα ιδιότυπη και πολυεπίπεδη, που συνδυάζει την καθαρεύουσα της αφήγησης με τη ζωντανή δημοτική των διαλόγων, εμποτισμένη με εκκλησιαστικό και βιβλικό ιδίωμα, τοπικά ιδιωματικά στοιχεία και έναν εσωτερικό ρυθμό που προκύπτει από την προφορικότητα. Πρόκειται για έναν λόγο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως φορέας νοήματος και ως ηχητικό και συναισθηματικό τοπίο, απαιτώντας από τους ηθοποιούς ακρίβεια, βαθιά ακρόαση και σεβασμό. Αυτή η γλωσσική πυκνότητα και η ηθική λεπτότητα του παπαδιαμαντικού κόσμου αποτέλεσαν βασικό κίνητρο της νέας προσέγγισης», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής. «Η γλώσσα αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο πυρήνα της παράστασης. Ο παπαδιαμαντικός λόγος –η λαϊκή προφορικότητα, οι σκιαθίτικοι ιδιωματισμοί, η μεικτή και η αμιγής καθαρεύουσα– αντιμετωπίζεται ως ηχητική ύλη. Ο ρυθμός, η φωνητική δομή, η στίξη και η συντακτική οργάνωση μεταπλάθονται σε μουσικοθεατρικές χειρονομίες, ώστε συχνά ο ήχος να συμπίπτει με το νόημα».
Ο σκηνοθέτης συγκινήθηκε ξανά από την ανάγνωση της «Φόνισσας», ενός συγκλονιστικού έργου που αποτυπώνει με αμείλικτη καθαρότητα τη βία που γεννούν η κοινωνική αδικία και η έμφυλη καταπίεση. Η Φραγκογιαννού δεν εμφανίζεται ως μεμονωμένη εγκληματική μορφή αλλά ως προϊόν μιας ζωής στερήσεων, φτώχειας και υπαρξιακής ασφυξίας. Αυτή η συλλογική διάσταση της ευθύνης καθώς και η μετέωρη ισορροπία του τέλους μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου καθόρισαν την επιλογή του έργου. «Στον πυρήνα βρίσκονται ο λόγος και η βία που ενσωματώνει, όχι ως εξωτερικό γεγονός αλλά ως εσωτερικευμένη κοινωνική συνθήκη. Η πράξη της Φραγκογιαννούς λειτουργεί ως στρεβλή απόπειρα “λύτρωσης”, αποκαλύπτοντας πώς η κοινωνική καταπίεση μετατρέπεται σε αυτοδικία. Το έργο φωτίζει τη συλλογική ευθύνη και αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της δικαιοσύνης, χωρίς εύκολες απαντήσεις», λέει ο σκηνοθέτης. «Η χορική αφήγηση βρίσκεται στον πυρήνα της σκηνικής μου σκέψης εδώ και πολλά χρόνια και αποτελεί συνέχεια της δουλειάς που ξεκίνησε στους “Εμπόρους των Εθνών”, όπου διαμορφώθηκε η αντίληψη του συνόλου ως ζωντανής ορχήστρας, με τον λόγο, τη φωνή και το σώμα να λειτουργούν συλλογικά».
Ως άψογα συντονισμένα μέλη μιας συμφωνικής ορχήστρας, οι ηθοποιοί μετατρέπουν την περίφημη γλώσσα του Παπαδιαμάντη σε μουσικοθεατρικές χειρονομίες, προβάλλοντας τον ηχητικό πλούτο του κειμένου και μετατρέποντας την «εσωτερική μουσική» σε σκηνική δράση. Όλα ορίζονται από μια τρισδιάστατη παρτιτούρα όπου κάθε ήχος, κάθε χειρονομία, ομαδικές και ατομικές χορογραφίες, πολυφωνικά τραγούδια και εμβόλιμα δραματικά επεισόδια δημιουργούν οπτικές και ηχητικές εικόνες και οδηγούν σε μια πολυσχιδή χορική αφήγηση.
Με λιγοστά σκηνικά αντικείμενα (δεκατέσσερα κουτιά, τρεις γραφομηχανές, έναν κουβά, μπουκάλια με νερό και μια σκάφη πλυσίματος), αξιοποιώντας τα σώματα και τις φωνές των ερμηνευτών, η παράσταση συνιστά μια ανατρεπτική, καθηλωτική σκηνική ανάγνωση του διηγήματος, που τιμά τον μεγάλο ποιητή της πεζογραφίας μας και αναδεικνύει τον γλωσσικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας, σε μια εποχή που αυτή απερίσκεπτα συρρικνώνεται.
«Στη “Φόνισσα”, καθώς το ίδιο το έργο φέρει μια βαθιά συλλογική διάσταση, το συλλογικό σώμα γίνεται φορέας μνήμης, κρίσης και ευθύνης. Η ιστορία της Φραγκογιαννούς δεν αφορά ένα μεμονωμένο πρόσωπο αλλά έναν ολόκληρο κοινωνικό μηχανισμό. Το σύνολο των ερμηνευτών συγκροτεί έτσι έναν ενιαίο Χορό, που άλλοτε λειτουργεί ως αδιαίρετο σώμα και άλλοτε αποσπά στιγμιαία επιμέρους φωνές, επιτρέποντας στο κείμενο να ακουστεί πολυφωνικά και να αποκαλύψει την ηθική και κοινωνική του πυκνότητα.
Η παράσταση συγκροτείται ως μια τρισδιάστατη παρτιτούρα. Οι ηθοποιοί λειτουργούν ως ζωντανή ορχήστρα, όπου λόγος, φωνή, σώμα, χειρονομία, κίνηση και χωρικές μετατοπίσεις υπακούουν σε ενιαία μουσική λογική. Πολυφωνικά τραγούδια, χορογραφίες, ταυτοφωνίες, ετεροφωνίες και δραματικά επεισόδια συνθέτουν μια χορική αφήγηση στην οποία το χιούμορ συνυπάρχει με τη βαθιά συγκίνηση», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής.
Για τον σκηνοθέτη η επιστροφή στον Παπαδιαμάντη είναι πράξη ευθύνης. «Ο κόσμος της “Φόνισσας” δεν ανήκει στο παρελθόν· οι μηχανισμοί κοινωνικού αποκλεισμού, βίας και σιωπής παραμένουν ενεργοί. Παράλληλα, η ανάδειξη του πλούτου της ελληνικής γλώσσας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, σε μια εποχή γλωσσικής φτώχειας. Τα κλασικά κείμενα, όταν προσεγγίζονται ως ζωντανή ύλη και όχι ως μουσειακά αντικείμενα, μπορούν, μέσω μιας σύγχρονης σκηνικής εμπειρίας, να ενεργοποιήσουν τη συλλογική συνείδηση», λέει.