Ο Γιάννης Αγγελάκας με υποδέχεται στη «γειτονιά» του όπως αποκαλεί τα Πετράλωνα, που ανακάλυψε πριν από μια δεκαετία και εδώ μένει κάθε φορά που οι υποχρεώσεις του τον καλούν στην Αθήνα· πραγματικά, δεν περνά άνθρωπος που να μην τον χαιρετήσει σαν παλιό γείτονα. Μου λέει ότι αυτή η γειτονιά είναι ο μόνος λόγος που κάνει την Αθήνα να του φαίνεται ευχάριστη και λίγο πιο ήρεμη, σαν να βρισκόμαστε χιλιόμετρα μακριά από το πολύβουο κέντρο. Αυτή τη φορά θα μείνει για μήνες στην Αθήνα, κάνοντας πρόβες για το «Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα» που θα ανεβάσει στη Στέγη, φτιάχνοντας επί σκηνής ένα σύμπαν από λόγια και σκέψεις που γνέφουν καταφατικά στην αγάπη, τη φιλία και τη ζωή, από ήχους, μουσικές και τραγούδια, διαπλανητικά ταξίδια, πολέμους, τον Πιλότο και τον Μικρό Πρίγκιπα. Πρόκειται για περιπέτειες που θα αφηγηθούν μουσικοί και ερμηνευτές οι οποίοι έρχονται να μας υπενθυμίσουν την αξία της χαμένης, συχνά υποτιμημένης παιδικότητας σε μια εποχή βίαιη και τρομακτική.
Δυο χρόνια έπειτα από τη «Νέκυια», που ανέβηκε στη Στέγη με τον ίδιο και την Όλια Λαζαρίδου, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Παπαδόπουλου –η παράσταση έγινε έγινε sold-out, εκδόθηκε σε βιβλίο και ταξίδεψε σε Άμστερνταμ και Θεσσαλονίκη–, θα μιλήσουμε για κάτι εντελώς διαφορετικό, ένα πρότζεκτ που δουλεύει με χαρά, «πάντα με χαρά» όπως λέει· με τους εξαιρετικούς μουσικούς που θα είναι live επί σκηνής, με τον Γιώργο Γούση που θα έχει τη σκηνοθετική επιμέλεια και τους ερμηνευτές-αφηγητές. Το κείμενο της παράστασης βασίζεται στη μετάφραση του Στρατή Τσίρκα, ενώ ο ίδιος μαζί με τη Θεοδώρα Καπράλου υπογράφουν την ελεύθερη διασκευή και τους στίχους. «Τα κείμενα είναι καινούργια, ακολουθούν την περιπέτεια του Μικρού Πρίγκιπα και την “πειράζουν” λίγο προς το φινάλε, αλλά δεν θα τα αποκαλύψουμε όλα εδώ», λέει. «Είναι η ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα, αλλά με έναν άλλο τρόπο, έμμετρο, πιο ζωηρό και τραγουδιστικό».
«Αυτό που εξακολουθεί να με συγκινεί είναι η καθαρότητα, ο τρόπος που ο Εξιπερί είδε τους βασικούς χαρακτήρες και τα ελαττώματα των ανθρώπων. Η αφήγησή του φτάνει από την τρυφερότητα μέχρι τον θάνατο και τις συγκλονιστικές στιγμές της ζωής που καταγράφει σε ένα βιβλίο το οποίο δεν είναι παιδικό και οι δικοί μας ευγενείς στόχοι είναι να θυμίσουμε την ιστορία σε ενήλικες».
Όπως και η «Νέκυια» ήταν ένα σχέδιο που είχε στο συρτάρι για περισσότερα από δέκα χρόνια και αν δεν είχε συναντηθεί με τους ανθρώπους της Στέγης μάλλον δεν θα γινόταν ποτέ, έτσι και η ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα έχει βαθιές ρίζες στον χρόνο και τη ζωή του Γιάννη.
«Όταν τέλειωσε η “Νέκυια”, σκέφτηκα “αν ήθελες να ξανακάνεις κάτι, αν ήθελες να ζήσεις αυτήν την εμπειρία, τι θα έκανες;”. Και απάντησα αμέσως, τον “Μικρό Πρίγκιπα”», λέει. «Ο “Μικρός Πρίγκιπας” είναι ένα ανάγνωσμα που ευτυχώς διάβασα μεγάλος, μετά την εφηβεία. Ήμουν 18-19 χρονών, οπότε το διάβασα σε όλα τα επίπεδα. Για πολλά χρόνια το κουβάλαγα μέσα μου, στη βιβλιοθήκη το είχα τοποθετημένο έτσι ώστε να φαίνεται όχι μόνο η ράχη αλλά και το εξώφυλλο. Ήθελα να έχω οπτική επαφή με αυτό το βιβλίο, είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω. Ένιωθα συνδεδεμένος με το “μυστικό” του, με αυτό που ένιωθα, ότι σε όλη μου τη ζωή πάλευα να παραμείνω παιδί ή να εξελιχθώ σαν παιδί. Οπότε αυτό ήταν ένα μανιφέστο για τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, για τον τρόπο που θέλεις να την αντέξεις. Για μένα, δεν είναι επιθυμία η παιδικότητα, είναι αγώνας, η επιθυμία έχει προϋπάρξει. Και πιστεύω πως στον απολογισμό, ή τον λογαριασμό, στο τεφτέρι της ζωής, το μετράς: “κρατήθηκε ζωντανή αυτή η παιδικότητα;”. Εγώ, νομίζω, το βρήκα αυτό το μονοπάτι, μέσα από κανόνες επιβίωσης που είναι πολύ σκληροί και για τους άντρες και για τις γυναίκες. Όπως προχωράει η ιστορία στον πλανήτη και στη χώρα μας, όπου είναι πάντα όλα δύσκολα, και όπως πάει το πράγμα, η παιδικότητα, η καθαρότητα των ψυχών μας είναι μολυσμένη, οι άνθρωποι αναγκάζονται να τσαλαπατήσουν, να βιάσουν, να αφήσουν να σκάσει το παιδί μέσα τους, για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους και να επιβιώσουν. Το παιδί που έχουμε μέσα μας είναι μια πολυτέλεια ακόμα και να το κουβεντιάζουμε. Με αυτή την οπτική, είναι η κατάλληλη εποχή να ξανακοιτάξουμε τον “Μικρό Πρίγκιπα”, το δημιούργημα ενός μελαγχολικού δημιουργού, που μου αρέσει γιατί ήταν ρομαντικός και ελεύθερος μέχρι το κόκκαλο».
Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για τις μουσικές που άκουγε ο Γιάννης όταν ήταν μικρός από τα ραδιοφωνάκια, από τις εκπομπές της δεκαετίας του ’60 στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης, μια συνοικία που ήταν φτωχή, αλλά, όπως δεν κουράζεται να λέει, ο κόσμος εκεί δεν ήταν μίζερος, ούτε δυστυχισμένος. Στο σπίτι του έμπαιναν εφημερίδες, αλλά βιβλία δεν υπήρχαν. Αφηγείται μια ιστορία, σαν παραμύθι, μεταμορφωτική για τον ίδιο και το πώς διαμορφώθηκε η ζωή του στη συνέχεια.
«Όταν ήμουνα δέκα χρονών, μου λέει ο πατέρας μου “θα σε πάω στους προσκόπους”. Κανονικά, λόγω ηλικίας, έπρεπε να πάω στα λυκόπουλα, αλλά δεν ξέρω τι συνέβη και με έβαλαν με τους προσκόπους, τους μεγάλους. Ήμουνα ο βενιαμίν εκεί, έτσι με φωνάζανε. Σε εκείνη την ωραία και αθώα ηλικία έκανα παρέα με μεγαλύτερα παιδιά και από εκεί έμαθα μουσικές και διάβασμα εξωσχολικό.
Στο Σύστημα Προσκόπων –έτσι λεγόταν– υπήρχε μια δανειστική βιβλιοθήκη και εγώ έπαιρνα από εκεί βιβλία. Eίχα εθιστεί στο διάβασμα και δεν το είχα καταλάβει, με αποτέλεσμα την πρώτη χρονιά που έγινε μια γιορτή και έδιναν βραβεία για διάφορους “άθλους” των πιο μεγάλων παιδιών, να ακούσω και το δικό μου όνομα. Πήρα βραβείο γιατί είχα διαβάσει τα περισσότερα βιβλία και μου έκαναν δώρο δύο βιβλία».
Έτσι ξεκινάει, από πολύ μικρός, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, να διαβάζει και να του δανείζουν βιβλία και οι μεγαλύτεροι, μέχρι που διάβασε αυτό που αποκαλεί μέχρι σήμερα «κοσμική εμπειρία», «ένα παράθυρο που άνοιξε σε έναν κόσμο άγνωστο». Ήταν κάτι που συνέβη τυχαία, χάρη σε μια ιδέα που είχε ο πατέρας του.
«Το πρώτο βιβλίο με το οποίο έπαθα πλάκα ήταν το “Άνθρωποι και Ποντίκια”. Ως τότε ήξερα ότι κάτι είναι ή καλό ή κακό, ότι υπάρχει ο ήρωας και ο κακός, και ξαφνικά διάβασα για δυο ανθρώπους που τους ένιωθα, που με είχαν γοητεύσει τρελά, αλλά ο ένας τους σκότωνε. Αυτή ήταν μια ανατροπή όλων όσα πίστευα για το τι μπορεί να είμαστε. Άλλαξε και ο τρόπος που διάβαζα, μπήκα στα νερά της μεγάλης λογοτεχνίας, διάβασα όλο τον Ντοστογιέφσκι. Είχε μπει ένας σπόρος, και μέσα στις δικές μου εποχές, που άλλαζαν κι αυτές, το βιβλίο πρωταγωνιστούσε. Υπάρχουν βιβλία που με καθόρισαν, με έκαναν να νιώσω άλλους κόσμους, του Κέρουακ, του Μπάροουζ, των κλασικών».
Σήμερα οι ρυθμοί ανάγνωσης του Γιάννη έχουν αλλάξει, μπορεί να μείνει σε ένα βιβλίο περισσότερο χρόνο. Έχουν αλλάξει και οι αναγνωστικές του προτιμήσεις: διαβάζει λιγότερα μυθιστορήματα, εκτός αν του συστήσουν κάποιο «καταπληκτικό», όπως λέει. Επιστρέφει σε παλιότερες αναγνώσεις, διαβάζει δοκίμια, φιλοσοφία, ενώ δεν έχει απομακρυνθεί από την ποίηση που διαβάζει ξανά και ξανά. «Είναι όπως όταν ξανακούς ένα τραγούδι. Έχω μερικούς ποιητές που τους διαβάζω πάντα. Σήμερα θα διαβάσω Έλιοτ, αύριο θα διαβάσω Ουίλιαμ Μπλέικ, λατρεμένους ποιητές». Αυτά τα διαβάσματα αποτυπώθηκαν και συνδέθηκαν με πολλούς από τους στίχους που έχει γράψει – όταν ολοκλήρωνε ένα τραγούδι, ήξερε την πηγή της αναφοράς του. Eκτός από τα βιβλία, ο κινηματογράφος τού ασκούσε πάντα γοητεία και τον επηρέαζε. «Λιγότερο από όλα ασχολήθηκα με το θέατρο, αν και είχα την τύχη να δω το “Ντα” με τον Κατράκη, μου έχει μείνει αλησμόνητο».
Τι σημαίνει να βρίσκεται σε μια σκηνή και να παρουσιάζει ένα υβρίδιο, ή αλλιώς μια παράσταση που δεν κατατάσσεται εύκολα, δεν είναι αναλόγιο ούτε συναυλία; Πώς του φάνηκε η πρώτη εμπειρία με τη «Νέκυια»; Ομολογεί ότι πέρασε πολύ ωραία, ιδίως όταν κατάλαβε ότι πέρα από την επιτυχία, η παράσταση «δούλεψε» γιατί κατάφερε να μεταφέρει τη συγκίνηση που ένιωθε κι εκείνος. «Γενικά είμαι ευχαριστημένος γιατί ένιωσαν αυτό που έκανα, το κατάλαβαν. Είναι ωραίο να νιώθεις χρήσιμος, το πιο σημαντικό στην τέχνη είναι ότι μπορείς να δίνεις δύναμη, ότι βρίσκεις ένα κανάλι από το οποίο δίνεις και παίρνεις ενέργεια, και αυτό γίνεται με γνώση, με χαρά, τίμια. Όλη αυτή η διαδρομή πάντα ξεκινάει από μια συγκίνηση που έχεις νιώσει εσύ και θέλεις να τη μεταφέρεις στους άλλους, από κει ξεκινάει και όλος ο αγώνας. Μπορεί να τα καταφέρεις, μπορεί και όχι, αλλά είναι ένα ωραίο άγχος μέσα στο οποίο ρισκάρεις. Σαν δημιουργός λες “αυτό το αίσθημα θέλω να το μεταφέρω”, είναι μια δημιουργική συνθήκη, γιατί κάθε φορά ξεκινάς από την αρχή, ξεκινάς από το άλφα».
Δεν μπορούμε να μη μιλήσουμε για την επίδραση της μουσικής στο κοινό, που είναι πιο άμεση από αυτή κάθε τέχνης. «Το έχω νιώσει, γιατί έτσι είναι αυτή η τέχνη, οι μουσικοί είμαστε οικογένεια, μια φαμίλια, ένας κόσμος αυτόνομος. Λέω καμιά φορά ότι μπορεί να γκρεμίζεται ο κόσμος και σε ένα υπόγειο να παίζει μια μπάντα τρελή από χαρά γι’ αυτό που φτιάχνει. Το έχουμε αυτό οι μουσικοί, βγαίνουμε, παίζουμε και η ανταπόκριση είναι άμεση, συμβαίνει το ίδιο την ίδια στιγμή, για πολλούς είναι σαν την αίσθηση μιας τελετουργίας, η μουσική είναι η πιο άμεση τέχνη που συνοδεύει τη ζωή μας. Σκέψου τι θα ήταν οι θρησκείες χωρίς τη μουσική, πώς ήθελε ο Ρόθκο οι πίνακές του να αποπνέουν το ίδιο αίσθημα που ένιωθε όταν άκουγε τη μουσική του Μότσαρτ και πώς τα κινήματα της τέχνης προσπαθούσαν να προκαλέσουν τα συναισθήματα που προκαλεί η μουσική».
Για τον Γιάννη Αγγελάκα ο «Μικρός Πρίγκιπας» ανασύρει από τη μνήμη του συναισθήματα, έρχεται σαν συνέχεια της εντύπωσης που του είχε κάνει όταν ήταν παιδί. Αυτή τη φορά όλο το ταξίδι στους πλανήτες είναι έμμετρο και τραγουδιέται από την αρχή μέχρι το τέλος.
«Αυτό που εξακολουθεί να με συγκινεί», λέει, «είναι η καθαρότητα, ο τρόπος που ο Εξιπερί είδε τους βασικούς χαρακτήρες και τα ελαττώματα των ανθρώπων. Η αφήγησή του φτάνει από την τρυφερότητα μέχρι τον θάνατο, τις συγκλονιστικές στιγμές της ζωής που καταγράφει σε ένα βιβλίο που δεν είναι παιδικό και οι δικοί μας ευγενείς στόχοι είναι να θυμίσουμε την ιστορία σε ενήλικες. Για μένα, πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο πρίγκιπας αλλά και ο Πιλότος. Από τη δική του μεριά, διαβάζω την ιστορία ενός μαχητή που έχει πέσει στην έρημο, γι’ αυτό βάζουμε με πολύ ισχυρό τρόπο και το θέμα του πολέμου. Είναι συναρπαστική η προσωπική ιστορία του Εξιπερί και η επιθυμία του να πολεμήσει, και στη δική μου φαντασίωση ο πόλεμος γίνεται στην έρημο, εκεί που πέφτει με το αεροπλάνο του και συναντά έναν νεότερο εαυτό, και η συζήτηση γίνεται σαν προθανάτιο όραμα με την ψυχή του που βλέπει στην πιο καθαρή της μορφή. Ο Εξιπερί στον “Μικρό Πρίγκιπα” υπονοεί τον πόλεμο. Εμείς τον τονίσαμε γιατί βρισκόμαστε σε διαρκή πόλεμο ως κοινωνία, έχοντας τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας, με τη φύση μας να έχει μεταλλαχθεί και να παρακολουθεί όλα τα δραματικά γεγονότα γύρω μας με απάθεια. Η ανθρωπότητα έχει φτάσει να μη θέλει ούτε βαθιά συναισθήματα ούτε βαθιές σκέψεις, θέλουμε ένα βιντεάκι του μισού λεπτού, ανάλαφρο, για να κοιμηθούμε, και ο κόσμος έχει μοιραστεί σε αυτούς που υπερασπίζονται τη ζούγκλα και σε αυτούς που λένε “τι κάνουμε;”. Το πιο τραγικό είναι ότι αυτή τη ζούγκλα την έχουν αποδεχτεί οι νέοι, γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να τους εμπνεύσει. Το βλέπουμε γύρω μας, αυτά τα παιδιά έχουν μεγαλώσει σε μια οικονομική και υγειονομική κρίση, σε μια ατελείωτη φτώχεια, σε μια παράνοια. Οι γονείς τρέχουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, εκτός εαυτού, τα παιδιά χάνουν από πολύ νωρίς την παιδικότητά τους, μεγαλώνουν μπροστά σε μια οθόνη και δεν φταίνε σε τίποτα».
Εδώ και ενάμιση χρόνο, τον Γιάννη Αγγελάκα έχει απορροφήσει η προετοιμασία του «Μικρού Πρίγκιπα». «Μου αρέσει να νιώθω ότι ξεκινάω από την αρχή, θέλω να νιώσω ότι η παράσταση έφτασε εκεί που έπρεπε να φτάσει, να νιώσω γεμάτος, κι αυτό δεν σχετίζεται με την εμπορική επιτυχία ή την οικονομική, όσο με τη δυνατότητα που μου δίνει ένα ίδρυμα να πραγματοποιήσω ένα όνειρό μου», λέει. Σε μια χώρα που δίνει πολύ λίγο χώρο στους δημιουργούς, ειδικά σε νέους, μου θυμίζει ότι πάντα συνέβαινε αυτό. Οι Τρύπες, από το 1983 μέχρι το 1993, πεινούσαν, αλλά συνέχιζαν να κάνουν μουσική. «Κάναμε χίλιες δουλειές και ηχογραφούσαμε παράλληλα και μόνο το ’93-’94, έχοντας περισσότερο από μια δεκαετία στον δρόμο, με πείσμα και πίστη, νιώσαμε για πρώτη φορά ότι μπορούμε να ζήσουμε από τη μουσική. Δεν έχει κάθε νέος το κουράγιο να κυνηγήσει από τα 22 μέχρι τα 35 του ένα όραμα, θέλει μεγάλες αντοχές, τεράστια ψυχικά αποθέματα και μια παράλογη πίστη για να τα καταφέρεις, αλλά αυτή η χώρα προχωράει με τους τρελούς της. Όσο για μένα, το κυριότερο είναι να μένουμε στις καρδιές των ανθρώπων‧ αυτό σε γεμίζει, ότι κατάφερες να τρυπώσεις εκεί».
