Υπάρχουν δύο νύχτες, σύμφωνα με τον Μορίς Μπλανσό. Η πρώτη είναι ανοιχτή, προσβάσιμη, υποδεκτική: μια ζώνη ρευστή αλλά διακριτή, εντός της οποίας αναπαυόμαστε, ονειρευόμαστε, πεθαίνουμε. Είναι απόρροια της μέρας, «το απόθεμα και το βάθος της»,¹ αλλά, επειδή της αντιτίθεται η μέρα τη διαλύει, επιβάλλοντας κάθε φορά τη δική της κυριαρχία.
Η δεύτερη νύχτα δεν διαλύεται. Δεν υπακούει στις φωνές της μέρας, δεν έχει σχέση μ’ αυτήν. Είναι κλειστή, απρόσιτη, ακάθαρτη. Είναι πάντα άλλη, κι ας βαυκαλιζόμαστε, στους αφελείς ρεμβασμούς μας, πως τη γνωρίζουμε. Όχι, σε αυτή, την άλλη νύχτα, δεν έχουμε πρόσβαση. Μας αφήνει διαρκώς εκτός.
Υπάρχει, φυσικά, η δυνατότητα να περάσουμε από τη μια νύχτα στην άλλη. Κανένας, όμως, δεν δύναται να υποδείξει ποια είναι η καίρια στιγμή γι’ αυτό το πέρασμα. Ούτε ποιο το όριο για να σταθούμε και να γυρίσουμε πάλι πίσω. Δεν υπάρχει τέτοιο όριο. Δεν υπάρχει χάρτης, ούτε εγχειρίδιο μεταπήδησης. «Μεσονύκτιο με μεσονύκτιο δεν συμπίπτουν ποτέ. Είναι μεσονύκτιο όταν τα ζάρια έχουν ριχτεί, δεν δυνάμεθα όμως να ρίξουμε τα ζάρια παρά μόνο το μεσονύκτιο», συνεχίζει αινιγματικά ο Μπλανσό.
Λυτρωμένοι από το βάρος των πραγμάτων, παρασυρόμαστε αλαφιασμένοι, εκ νέου προικισμένοι με λαχτάρα για ζωή, για υπέρβαση, για παραφορά.
Αυτή την –τόσο νιτσεϊκή– ζαριά στην καρδιά της νύχτας επιχειρούν ξανά και ξανά οι δαιμόνιοι περφόρμερ της Φρέιτας. Εξόχως προετοιμασμένοι, αλλά, συγχρόνως, απροετοίμαστοι: πώς να προβλέψεις την ώρα και το σχήμα της καταστροφής; Ευάλωτοι και αθωράκιστοι, εντούτοις πλήρως αποφασισμένοι, ανοίγονται στις απαιτήσεις του απρόσμενου. Τους περιμένει απόλυτη εξάντληση, μια οριακή δοκιμασία. Στις αποσκευές τους μονάχα φτηνά μαχαιροπίρουνα, τενεκεδένιες κούπες, πλαστικές λεκάνες, βινύλ ποδιές και μαξιλαροθήκες – πόσο να τους προφυλάξουν αυτά τα ταπεινά εξαρτήματα από τους δράκους του Σουλτάνου;
Δεν υπάρχουν «Χίλιες και μία νύχτες»: μονάχα μία, η αποψινή. Καμία οικονομία δυνάμεων, καμία σύνεση: αφήστε το κεφάλι σας να καεί,² μια γυναίκα αγωνίζεται για τη ζωή της. Οι συνοδοί της χτυπούν τα κατσαρολικά, το τέμπο επιταχύνεται, τα κρουστά παραφρονούν, οι «Γάμοι» του Στραβίνσκι σφυροκοπούν: η νύφη-σφάγιο, βιδωμένη στο σκαμπό, με τα χέρια της να σχίζουν τον αέρα, με μια πληγή ανάμεσα στα πόδια της και φίδια στα μαλλιά της, γουρλώνει τα μάτια, τραγουδάει με τρόμο, με πάθος, με θυμό. Πρωτόγονη τελετουργία; Κρουστή διαμαρτυρία; Μπαλέτο έγκλειστων φρενοβλαβών; Τι είναι τούτο το άχαρο, γυμνό μέρος με τα λευκά διαχωριστικά πλέγματα, τα κρεβάτια στη σειρά και τα σεντόνια γεμάτα αίματα;
Η Σεχραζάτ δεν κρατείται στο παλάτι αλλά σε κάποια ψυχιατρική δομή, όπου όλοι οι ασθενείς έχουν γίνει Σεχραζάτ. Θέατρο μέσα στο θέατρο, Θέατρο της Σκληρότητας, «Μαρά/Σαντ», Αρτό. Τι είδους ιστορίες πρέπει να αφηγηθούν, ώστε να μην αφανιστούν; Ποιες ιστορίες, ποιες χειρονομίες μπορούν να σαγηνεύσουν την εξουσία, ώστε να τους χαρίσει λίγες μέρες ζωής παραπάνω;
Οι έγκλειστοι κάνουν ό,τι μπορούν, με ό,τι διαθέτουν. Συγκοινωνούντα σώματα επινοούν λύσεις και μεταμορφώσεις. Μια μαξιλαροθήκη γίνεται πανί καθαρισμού, μαντίλι χορού, σακούλα εμετού, όπλο χαστουκιού. Η ακραία συνθήκη κινητοποιεί τα αποκοιμισμένα αντανακλαστικά. Η προοπτική του θανάτου αφυπνίζει το πιο ρηξικέλευθο παραλήρημα. Ας αφηγηθούμε το τέλος του κόσμου. Ας υμνήσουμε το χάος εντός μας, αυτό που δεν δαμάζεται, δεν κατευνάζεται, δεν ηρεμεί, δεν λησμονεί, αρνείται την ευταξία, αγαπάει την ασχήμια, την ακαθαρσία, τα σωματικά απόβλητα, τους μεταλλικούς ήχους, το πανκ πανδαιμόνιο, τα μαροκινά πνευστά στο Τινερχίρ και τους θανατοποινίτες που χορεύουν εκστασιασμένοι ένα βράδυ στο κελί τους, κοπανώντας τα κάγκελα με τα κουτάλια τους.
Η δράση είναι σπειροειδής, ο ένας κύκλος γλιστράει μέσα στον άλλο, ενώ κάθε περίοδος εξημμένης κινητικότητας ακολουθείται από μια περίοδο παύσης, περισυλλογής, ανασύνταξης. Τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται, οι ίδιες «σπασμένες» κινήσεις, οι ίδιες υπερβολικές γκριμάτσες, στρώσε-ξέστρωσε τα κρεβάτια, οι περφόρμερ μοιάζουν κουρδισμένοι, ανίκανοι να ξεφύγουν από τον ψυχαναγκασμό τους, μία τριάδα στα έγχορδα, μία άλλη στα μικρόφωνα, και τούμπαλιν, συνεχείς εναλλαγές, συνεχείς επιστροφές, ένα rotation δίχως τέλος, και όμως: μέσα σε αυτόν τον φαινομενικό αυτοματισμό συντελείται υπογείως μια διαδικασία συσσώρευσης, ένα layering πτυχώσεων, εντάσεων, προσδοκιών, ροών, που όλο και φουσκώνει, όλο και φουσκώνει, υπερχειλίζει τις όχθες, σπάει το φράγμα, καταργεί τον Νόμο, απελευθερώνει τις επιθυμίες.
Λυτρωμένοι από το βάρος των πραγμάτων, παρασυρόμαστε αλαφιασμένοι, εκ νέου προικισμένοι με λαχτάρα για ζωή, για υπέρβαση, για παραφορά.
Επανάληψη και διαφορά. Επανάληψη και διακοπή. Ένα απότομο cut, ένα χάσμα, από το οποίο ποτέ δεν ξέρουμε αν θα ξεπηδήσουν θηρία ή καλικάντζαροι. Στις παραστάσεις της Φρέιτας, οι θεατές συμμετέχουν με πλήρη αίσθηση του κινδύνου που διατρέχουν. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί το «καλύτερο» και το «χειρότερο». Ένας περφόρμερ πετάει προς το μέρος μας μια λεκάνη αφόδευσης ή πατάει πάνω στα καθίσματα της πλατείας δρασκελίζοντας πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Αδυνατούμε να εικάσουμε πότε η κατάσταση θα ξεφύγει, τι παρανοϊκό έπεται, τι μορφή θα πάρει, τι στριγκλιές θα βγάζει, αν θα πιτσιλάει σαπουνάδες ή ψεύτικα αίματα. Τρεις μασκοφορεμένες με μαντίλια στο κεφάλι εκτελούν αυτοσχέδιες χειρουργικές επεμβάσεις: με τα νυστέρια τους αφαιρούν η μία το μάτι της άλλης. Ποιος θα αντέξει και ποιος θα χαθεί; Ποιος θα βγει ολόκληρος και ποιος πετσοκομμένος; Ένας άνδρας γίνεται μωρό, κουνάει τα ποδαράκια του και γοά «Can you see me? Have you seen my brother?». O ψηλόλιγνος μαύρος Χριστός λικνίζει τους γοφούς του με τη λευκή φουστίτσα τένις και μας υποδέχεται στην κόλαση: «Bonjour! Bonsoir! Bienvenue!». Ποιος είναι ευπρόσδεκτος και ποιος όχι σε αυτό το καγκελωτό σύνορο; Τρέλα και σωφροσύνη, αρτιμέλεια και αναπηρία, υπακοή και αναρχία, όλες οι μάχες εδώ διεξάγονται – η μία μετά την άλλη.
Το θέμα δεν είναι να επινοηθεί μια κίνηση που θα άγγιζε απευθείας την ψυχή, αλλά μια κίνηση «που θα ήταν η κίνηση της ίδιας της ψυχής» (Ντελέζ). Η Φρέιτας δεν πέφτει ποτέ στην παγίδα της μίμησης, πλάθει το δικό της σύμπαν, τον δικό της αναγνωρίσιμο κώδικα. Στέκεται έξω από κάθε αιτιακή συνάφεια, αντικαθιστά τις δουλικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας με αμιγή σημεία, υλικά και φαντασιακά, δοκιμάζει ανορθόδοξες στροφές, συρραφές, κοπές: «Στη διάρκεια της νύχτας, αλλάζει η αντίληψή μας για τον χώρο, τον χρόνο και τις κλίμακες», λέει η ίδια, βάζοντας κάθε ερμηνευτή να απαρνηθεί το «κανονικό» μέγεθός του και να σμικρυνθεί σε «mini-me» (όπως το εξηγεί, γελώντας, στο τέλος της παράστασης). Το Εγώ δεν είναι αφεντικό στο σπιτικό του (Φρόιντ), οι τοίχοι γκρεμίζονται ανά πάσα στιγμή, ποτέ δεν ξέρουμε αν θα ξυπνήσουμε ίδιοι με χθες: θα έχουμε συρρικνωθεί; Θα έχουμε ξεχειλώσει; Θα έχουμε γίνει φεγγαροπρόσωποι με τεράστια μάτια; Ποιες δυνάμεις συνασπίστηκαν τη νύχτα, σαν τις μάγισσες του Μακμπέθ, για να μαγειρέψουν ανεξιχνίαστους ζωμούς στο καζάνι μας;
Είναι αυτή η μοναδική και τόσο σπάνια αίσθηση που αφυπνίζεται συνταρακτικά εντός μας από ένα αληθινό έργο τέχνης, όπως το «NÔT»: η αίσθηση ότι αντανακλά και ενσαρκώνει το πιο μύχιο, ανομολόγητο κομμάτι της ψυχής μας. Όχι το καλό, το ευγενές, το όμορφο, αυτό που θέλουμε οι άλλοι να βλέπουν, αλλά το άλλο, το κρυφό, το μιαρό, το ποταπό, το ντροπιαστικό, το νοσηρό, το απλησίαστο. Ελεύθερο, αφηνιασμένο, αλογόκριτο, αφήνεται να σπαταληθεί σε δρόμους βρομερούς, να ουρλιάξει δίχως περιορισμό, να εκτοξευθεί στο κενό, να χαθεί στο σκοτάδι, να βουτήξει στην άλλη Νύχτα.
Το έργο της Φρέιτας δεν αντλεί απλώς από το ασυνείδητο, είναι το ασυνείδητο: «Αυτό που μου μιλάει σε μια ξένη γλώσσα δεν είναι το θείο, αλλά αυτό που από τον εαυτό μου απορρίπτω και δεν θέλω να ξέρω, αυτό που μου μιλάει στο όνειρό μου σε μια γλώσσα που μου φαίνεται άγνωστη είναι το ασυνείδητό μου», γράφει ο Ρεκαλκάτι. Αυτή η γλώσσα, άγρια, σκοτεινή, ανεξέλεγκτη, ανερμήνευτη· αυτή η γλώσσα, που μοιάζει ξένη αλλά μπορεί να αποδειχθεί τόσο οικεία: αυτή είναι η γλώσσα της Φρέιτας.
¹ Maurice Blanchot, «Ο χώρος της λογοτεχνίας», μτφρ.: Δημ. Δημητριάδης, εκδόσεις Πλέθρον.
² Αναφορά στον στίχο «And I think my head is burning» από το «The Mercy Seat» του Νικ Κέιβ, που ακούγεται στο τέλος της παράστασης.