«Σαράντα χρόνια ήθελα να γράψω μια κωμική όπερα και πενήντα χρόνια γνώριζα τις “Εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ”… ωστόσο, τα συνηθισμένα “αλλά” που βρίσκονται παντού πάντα με εμπόδιζαν να ικανοποιήσω αυτή την επιθυμία μου. Τώρα ο Μπόιτο έχει επιλύσει όλα τα “αλλά” και μου έγραψε μια λυρική κωμωδία διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη. Απολαμβάνω τη σύνθεση της μουσικής, χωρίς σχέδια οποιουδήποτε είδους και δεν ξέρω καν αν θα την τελειώσω. Επαναλαμβάνω, το απολαμβάνω. Ο Φάλσταφ είναι ένας αδίστακτος, που διαπράττει κάθε είδους κατεργαριά… αλλά με έναν διασκεδαστικό τρόπο. Είναι τύπος. Οι τύποι είναι τόσο διαφορετικοί! Η όπερα είναι εντελώς κωμική! Αμήν».
Αυτά έγραφε ο Τζουζέπε Βέρντι το 1890, ήδη στα εβδομήντα επτά του, σχετικά με την απόφασή του να γράψει μια κωμική όπερα, έχοντας διανύσει μια τρομερά επιτυχημένη πορεία στην ιταλική όπερα με σπουδαία δράματα και την αγωνία αν θα προλάβει να την ολοκληρώσει. Τελικά, πρόλαβε όχι μόνο να την ολοκληρώσει και να τη δει να θριαμβεύει στη Σκάλα του Μιλάνου και σε αρκετές πρωτεύουσες διεθνώς αλλά και να κάνει τις αναγκαίες διορθώσεις, κι ας την έγραψε για τον εαυτό του και όχι για το κοινό, όπως έλεγε. Με τον λιμπρετίστα Αρίγκο Μπόιτο, με τον οποίο είχαν περάσει μια μακρόχρονη περίοδο άσχημων αντεγκλήσεων, τους ένωνε ο θρίαμβος του «Οθέλλου» το 1887. Ο Βέρντι επανήλθε με μια ιδέα που επίσης είχε αντλήσει από τα έργα του Σαίξπηρ, αυτήν τη φορά υιοθετώντας έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα από την περίφημη κωμωδία «Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ» αλλά και από το ιστορικό δράμα «Ερρίκος Δ’». Το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί απόπειρες με το ίδιο θέμα δεν πτοούσε κανέναν από τους δύο, καθώς ήταν σύνηθες στον χώρο της μουσικής και της όπερας. Οι απόπειρες αυτές ήταν οι ομότιτλες όπερες του Αντόνιο Σαλιέρι (1799), του Μάικλ Ουίλιαμ Μπάλφε (1838) και του Αντόλφ Αντάμ (1856), όπως και οι «Εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ» του Ότο Νικολάι το 1849.
Tα αναγνωρίσιμα στοιχεία του Βέρντι από προηγούμενες δουλειές του εδώ ακολουθούν απίστευτες ταχύτητες, προφανώς για να προλάβουν τους ρυθμούς και τις εναλλαγές του λιμπρέτου, υπηρετώντας το ιδιαίτερο είδος της κωμικής όπερας.
Η ιδιοφυής σύμπραξη Βέρντι – Μπόιτο και ο θρίαμβος της πρεμιέρας στη Σκάλα
Η διαδικασία της σύνθεσης κράτησε πάνω από μία τριετία. Ο Μπόιτο περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τους χαρακτήρες της κωμωδίας του Σαίξπηρ, αν και διατήρησε τη βασική πλοκή, δανείστηκε στοιχεία από το πρώτο και το δεύτερο μέρος του «Ερρίκου Δ'», όπου επίσης εμφανίζεται ο Φάλσταφ, και πρόσθεσε όλη τη μαγική σκηνή του δάσους από το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας». Το ποιητικό κείμενο, με ελάχιστες επεμβάσεις από την πλευρά του συνθέτη, αποδείχτηκε ιδιοφυές και η πρεμιέρα της 9ης Φεβρουαρίου 1893 δικαίωσε και τους δύο. Υπό τη διεύθυνση του Εντοάρντο Μασκερόνι και με τον Γάλλο βαρύτονο Βικτόρ Μορέλ στον κεντρικό ρόλο, η παράσταση ενθουσίασε το απαιτητικό κοινό του Μιλάνου, το χειροκρότημα και οι επευφημίες ήταν αποθεωτικά, ενώ ο ενθουσιασμός των θαυμαστών συνεχίστηκε και στους δρόμους της πόλης, καθώς, όπως λέγεται, μέρος τους ακολούθησε τους συντελεστές και τον Βέρντι μέχρι τη δεξίωση στο Grand Hôtel μετά την παράσταση.
Η πορεία από τη Βιέννη ως το Λονδίνο
Ο «Φάλσταφ» συνέχισε την καριέρα του με την ίδια διανομή στη Γένοβα, τη Ρώμη, τη Βενετία και την Τεργέστη, παίρνοντας το διαβατήριο αρχικά για τη Βιέννη, την ίδια χρονιά, και αμέσως μετά για Αγία Πετρούπολη, Αμβούργο, Παρίσι, Λονδίνο. Αυτές ήταν οι πόλεις που μουσικά είχε τη μεγαλύτερη σημασία να «κατακτηθούν». Βέβαια, δεν ήταν και τόσο δύσκολο∙ το έργο είχε όλα τα στοιχεία που θα κέρδιζαν τους μουσικόφιλους της εποχής, ιδίως τους λάτρεις της κωμικής όπερας: την πλοκή, που επικεντρώνεται στις ερωτικές περιπέτειες του ξεπεσμένου ιππότη, μέθυσου, ψεύτη και απατεωνίσκου Τζον Φάλσταφ, ο οποίος με τις πράξεις του γίνεται συνεχώς περίγελος στη μικρή κοινωνία του Ουίνδσορ, και φυσικά τη μουσική πανδαισία, με την καταιγιστική εναλλαγή ρυθμών και ηχοχρωμάτων, αλλά και τα πολλά σύντομα μελωδικά θέματα. Αυτά τα αναγνωρίσιμα στοιχεία του Βέρντι από προηγούμενες δουλειές του, που συνήθως αναπτύσσονταν στο πλαίσιο μιας άριας ή ενός ντουέτου, εδώ ακολουθούν απίστευτες ταχύτητες, προφανώς για να προλάβουν τους ρυθμούς και τις εναλλαγές του λιμπρέτου, υπηρετώντας το ιδιαίτερο είδος της κωμικής όπερας. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος στην εφημερίδα «Daily Graphic», «είναι τόσο αστεία, ώστε η μουσική με έκανε συχνά να γελώ την ώρα που την έγραφα». Πράγματι, ο «Φάλσταφ» βρίθει από αναπάντεχες κωμικές καταστάσεις, εξωφρενικές εκπλήξεις, χοντροκοπιές που ίσως οι οπαδοί της πολιτικής ορθότητας να βρίσκουν μη αποδεκτές, σλάπστικ και σωματικό θέατρο, και μοτίβα ξεσηκωμένα από την κομέντια ντελ άρτε.
Η λυτρωτική ειρωνεία του Βέρντι: Όταν το γέλιο γίνεται η πιο απελπισμένη φωνή
Χωρίς εισαγωγή και σχεδόν καθόλου ορχηστρικά μέρη, το σύνολο χαρακτηρίζεται από μουσικό πλούτο και πολλές ευρηματικές λύσεις. Το φινάλε, μάλιστα, πλαισιώνεται από ένα ιδιαίτερα αγαπημένο κομμάτι του Βέρντι, μια ανάλαφρη φούγκα που ήταν το πρώτο πράγμα που έγραψε όταν ξεκινούσε τη σύνθεση του «Φάλσταφ», πριν καλά καλά λάβει το λιμπρέτο από τον Μπόιτο, το καλοκαίρι του 1889. Εκεί που ακούγεται και το περίφημο «Tutto nel mondo è burla.Tutti gabbati! Ma ride ben chi ride la risata final» («Όλα στον κόσμο είναι αστεία… Όλοι έχουμε εξαπατηθεί… Γελάει όμως καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος»). Οι στίχοι αυτοί μοιάζουν να συμπυκνώνουν όχι μόνο τη στάση ζωής του Φάλσταφ αλλά και το απόσταγμα γνώσης του ίδιου του συνθέτη. Όπως παρατήρησε ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, «το χαρούμενο φινάλε της όπερας είναι στην πραγματικότητα η πιο απελπισμένη φωνή που έφτασε ποτέ στα αυτιά μας».
Όλοι οι χαρακτήρες περιστρέφονται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, ακόμα και η ερωτική ιστορία δύο νέων που με μαγικό τρόπο ο Μπόιτο και ο Βέρντι καταφέρνουν να εντάξουν στο έργο. Είναι σαν να θέλουν να αντιπαραθέσουν την ορμή του έρωτα και της νιότης στη ματαιοδοξία του γερασμένου, υπέρβαρου και αχαλίνωτου ιππότη (μια ωραία ενσάρκωση αποτελεί ο Όρσον Γουέλς στην ομώνυμη ταινία του 1966 που σκηνοθέτησε ο ίδιος), ο οποίος ωστόσο σε δύο μονολόγους κατακρίνει τον άδικο κόσμο και δίνει μαθήματα ηθικής. Είναι ίσως σαν να μιλάει και ο ίδιος ο συνθέτης, ο οποίος στην πρεμιέρα της όπερας είχε αισίως φτάσει το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας του και είχε ολοκληρώσει το κύκνειο άσμα του, που ήταν ένα αριστούργημα, «ένα από τα μεγαλύτερα όλων των εποχών», όπως είπε ο Ρίχαρντ Στράους.
Πότε ανέβηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα ο «Φάλσταφ» ανέβηκε πρώτη φορά από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Θέατρο Ολύμπια το 1971 σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου και υπήρξε η πρώτη όπερα η οποία παρουσιάστηκε στο πρωτότυπο, δηλαδή στα ιταλικά και όχι σε μετάφραση, με πρωταγωνιστή τον Τζουζέπε Ταντέι. Επαναλήφθηκε το 1975 με τον ίδιο πρωταγωνιστή και το 1979 με πρωταγωνιστή τον Λούη Μανίκα, ο οποίος στην αναβίωση του 1993 μοιράστηκε τον ρόλο με τους Ρολάντο Πανεράι και Ανδρέα Κουλουμπή. Η πιο πρόσφατη παρουσίαση του έργου είναι εκείνη της σεζόν 2022-23 σε σκηνοθεσία του διεθνώς καταξιωμένου Στίβεν Λάνγκριτζ, με τον Δημήτρη Πλατανιά στον ομώνυμο ρόλο. Η ίδια επιτυχημένη παράσταση επαναλαμβάνεται τώρα, ενώ την αναβίωση της σκηνοθεσίας έχει αναλάβει η Κατερίνα Πετσατώδη, με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο στον κεντρικό ρόλο. Η διεύθυνση ορχήστρας είναι του Πάολο Καρινιάνι, ο οποίος είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό από τις συνεργασίες του με την Εθνική Λυρική Σκηνή στον «Ναμπούκο», στη «Δύναμη του πεπρωμένου» και στην πρόσφατη «Τόσκα». Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι μονωδοί Διονύσης Σούρμπης, Βασίλης Καβάγιας, Ανδρέας Καραούλης, Γιάννης Καλύβας, Χάρης Ανδριανός, Τσέλια Κοστέα, Μαριλένα Στριφτόμπολα, Νεφέλη Κωτσέλη και Χρυσάνθη Σπιτάδη. Τέλος, τη χορωδία της ΕΛΣ έχει προετοιμάσει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος και την Παιδική Χορωδία η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου.
Τι είχε δηλώσει ο σκηνοθέτης Στίβεν Λάνγκριτζ στη LiFO
Ο Βρετανός σκηνοθέτης, σε συνεργασία με τον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γιώργο Σουγλίδη, τοποθέτησε τη δράση της όπερας στην Αγγλία της δεκαετίας του 1930, μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων, μια εποχή που χαρακτηρίζει η σκανδαλώδης θητεία του πρίγκιπα της Ουαλίας ως Εδουάρδου Η’. Σε συνέντευξή του στη LiFO και στον υπογράφοντα, ο Λάνγκριτζ είχε πει σχετικά:
«Όταν ασχολείσαι με ένα οικουμενικό έργο, πάντα αναζητάς μια εποχή για να το τοποθετήσεις. Βάλαμε κάτω τα δεδομένα του με τον Γιώργο και σκεφτήκαμε ότι ταίριαζε απόλυτα, καθώς ο Φάλσταφ υπήρξε στρατιώτης. H δεκαετία του ’30 υπήρξε μια εποχή ανάμεσα σε πολέμους. Επίσης, συνδέεται με την αριστοκρατία, είναι ιππότης, κι αυτό είναι κάτι που δεν αναφέρεται συχνά. Επίσης, το ’30 είχαμε τη σκανδαλώδη περίπτωση του πρίγκιπα της Ουαλίας, αντίστοιχη του Χαλ στον “Ερρίκο Δ΄”, ο οποίος έγινε ο βασιλιάς, αλλά λίγο αργότερα παραιτήθηκε. Ιστορικά, λοιπόν, λειτουργεί, καθώς πρόκειται για την εποχή πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία η αγγλική κοινωνική ιεραρχία ήταν πιο αυστηρή σε ταξικά θέματα και η κοινωνική τάξη ήταν σημαντικότερη από την οικονομική επιφάνεια κάποιου.
Η νοσταλγία αποτελεί κομμάτι του “Φάλσταφ”. Υποτίθεται ότι ο ίδιος εκπροσωπεί τη “merry old England”, αλλά αυτό είναι ένα ψέμα, δεν υπήρξε ποτέ. Ο Φάλσταφ παραμένει πάντα εκτός μόδας και ζει σε μια εποχή που έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχρονη ηθική, τον σημερινό τρόπο διεκπεραίωσης των πραγμάτων. Ανήκει σε διαφορετικούς καιρούς. Η νοσταλγία προέρχεται όχι μόνο από την αίσθηση που δημιουργεί η δεκαετία του ’30 αλλά και απ’ όσα συμβαίνουν στον ίδιο τον Φάλσταφ, που προέρχεται από μια ακόμα πιο παλιά εποχή. Αυτό που είναι εκπληκτικό είναι η λατρεία που του έχει ο κόσμος. Ποιος στο καλό είναι ο Φάλσταφ, γιατί τον αγαπάμε; Τον έχουμε ανάγκη; Στο τέλος του έργου, πάντως, αυτό ισχυρίζεται εκείνος! Γιατί μας αρέσει όμως; Λέει ψέματα, κλέβει, πίνει τα άντερά του, είναι εντελώς ανεύθυνος. Είναι ο θεότρελος θείος που λέει όλα όσα δεν μπορούμε να πούμε εμείς, και τα κάνει να ακούγονται απολύτως σωστά. Ίσως αντικατοπτρίζει όλα όσα δεν μας αρέσουν επάνω μας. Πάντως δεν είναι εύκολο να κατανοήσεις τον χαρακτήρα του ή τους λόγους για τους οποίους τον αγαπάμε. Ακόμα και γιατί τον αγάπησε ο Βέρντι. Είναι ανήθικος!
Οι “Εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ” είναι από τα λίγα έργα του Σαίξπηρ, με εξαίρεση τα ιστορικά και τον “Βασιλιά Λιρ”, που διαδραματίζονται στην Αγγλία. Από την άλλη, είναι μια κωμωδία ιταλικού στυλ, ακόμα και στην αυθεντική σαιξπηρική εκδοχή. Πολλοί λένε ότι ο Μπόιτο και ο Βέρντι αποκατέστησαν το έργο, φέρνοντάς το στο φυσικό του περιβάλλον. Λίγη σημασία έχει πόσο αγγλικό ή ιταλικό είναι. Θα έλεγα ότι είναι έργο οικουμενικό, γι’ αυτό όλοι ενθουσιάζονται με τον χαρακτήρα του Φάλσταφ.
Έχουμε ανάγκη να γελάσουμε με όλα όσα μας έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Ο Φάλσταφ συνδέεται με την ανθρωπότητα. Υπάρχει ένα γιαπωνέζικο γνωμικό που λέει “έξι φορές θα πέσεις, επτά θα σηκωθείς όρθιος”. Για μένα αυτό το γνωμικό αποκτά νόημα μέσω του Φάλσταφ. Είναι ο τύπος που του συμβαίνει το ένα κακό μετά το άλλο, πέφτει σε κατάθλιψη, ξέρει ότι γερνάει και παχαίνει, αλλά μετά έρχεται η αισιοδοξία και ξαναστέκεται στα πόδια του. Είναι υπέροχος. Μετά από τόσες κρίσεις που έχουμε περάσει, ο Φάλσταφ μπορεί να αποτελέσει και ένα είδος ήρωα για εμάς».
O «Φάλσταφ» του Βέρντι επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή
Πηγές:
Νίκος Δοντάς, «Tutto nel mondo è burla!» («Όλα στον κόσμο αστείο είναι!»)
Νόρμπερτ Άμπελς, «Tutti gabbati!» («Όλοι έχουμε εξαπατηθεί!»), «Φάλσταφ: Όψεις ενός ύστερου έργου»
Τα άρθρα προέρχονται από το πρόγραμμα της παράστασης που ανέβηκε στην ΕΛΣ την περίοδο 2022-2023