Ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο Ιβάνοφ και γιατί όλοι ασχολούνται μαζί του; (Μόλις κρύβεται ο ήλιος, μια θλίψη αρχίζει να βαραίνει την ψυχή του). Είναι πράγματι ένας «υπέροχος άνθρωπος», όπως ισχυρίζεται με πάθος η ετοιμοθάνατη σύζυγός του, Άνια; Ένας γοητευτικός άνδρας που έλκει τις νεαρές γυναίκες με τη θέρμη της μελαγχολίας του; Ένας Άμλετ με πονεμένη ψυχή που αναζητά σωτηρία σε μια στοργική αγκαλιά; Ή ένας Ταρτούφος, υποκριτής και προικοθήρας, που παντρεύτηκε την πλούσια Εβραιοπούλα για να σώσει το τομάρι του από τα χρέη; (Όποτε του μιλάνε έτσι, νιώθει σαν να έχει φάει δηλητηριασμένα μανιτάρια).
Ακόμη χειρότερα, μήπως έχουμε να κάνουμε με ένα τέρας αναισθησίας, που αφήνει τη σύζυγό του να αργοσβήνει από τη φυματίωση, αδιαφορώντας για τη δυστυχία της; «Μου φαίνεται πως είναι τυχοδιώκτης», επιμένει ένας επισκέπτης. «Ανοησίες! Άλλο είναι το πρόβλημα: εμπιστεύεται υπερβολικά τους ανθρώπους», ξεσπαθώνει η εικοσάχρονη ερωτοχτυπημένη θυγατέρα των Λέμπεντεφ, στο σπίτι των οποίων δραπετεύει κάθε βράδυ ο Ιβάνοφ. («Πού ήσουν καναρίνι, καναρίνι; Κάτω στο βουνό κει πέρα, βότκα έπινα όλη μέρα»).
Εγκλωβισμένοι όλοι μαζί, ο καθένας με το δικό του gestus, διασκορπισμένοι στα έπιπλα και στις γωνίες, οι ήρωες υφαίνουν από κοινού έναν ιστό παραίτησης, νεύρωσης και ανίας.
Ο ίδιος; Τι έχει να πει για τον εαυτό του ο Ιβάνοφ; «Έχω γίνει οξύθυμος, τιποτένιος... Το κεφάλι μου πονάει για μέρες ολόκληρες, έχω αϋπνίες, τα αυτιά μου βουίζουν... Δεν βρίσκω πουθενά ηρεμία... Πουθενά, πουθενά...» εξηγεί στον οικογενειακό γιατρό που έχει έρθει να εξετάσει τη γυναίκα του: «Εσείς τώρα μου λέτε ότι γρήγορα θα πεθάνει, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι ούτε αγάπη, ούτε οίκτο, μόνο κάποιο κενό μέσα μου, μιαν εξάντληση. Από μακριά ίσως φαίνομαι απαίσιος. Ακόμα κι εγώ ο ίδιος δεν καταλαβαίνω τι γίνεται μες στην ψυχή μου...».
Μάταια πασχίζουμε, κι εμείς, να εντοπίσουμε τη ρίζα του μαρασμού του Ιβάνοφ. Η ενημερωμένη ευαισθησία μας σπεύδει να εκπονήσει την κατάλληλη ψυχική διάγνωση, να διερευνήσει το χάσμα μεταξύ της τωρινής μισανθρωπίας του και της παλαιότερης, ενθουσιώδους φύσης του. Αναζητούμε εξηγήσεις, περιστατικά, στοιχεία αποδεικτικά: απογοήτευση ερωτική; Απαξίωση επαγγελματική; Εξουθένωση οικονομική; (Δεν έχει να πληρώσει τους εργάτες, μαθαίνουμε, ενώ έχει δανειστεί μεγάλα ποσά από τη Ζινάιντα Λέμπεντεφ). «Ξέρεις κάτι; Το περιβάλλον φταίει που κατάντησες έτσι», θα πει ο Πάβελ Λέμπεντεφ, ένας από τους λίγους που του δείχνουν συμπάθεια κι εκτίμηση αληθινή. «Αυτό είναι ανόητο, Πάσα, και χιλιοειπωμένο», θα απαντήσει ο ήρωας αφοπλιστικά.
Το υπέροχο οξύμωρο του Ιβάνοφ: μοιάζει με ανοιχτό βιβλίο, ενώ είναι επτάκλειστο. Ο Τσέχοφ αρνείται πεισματικά να προσφέρει αιτιολογήσεις: δεν μας λέει ποτέ πού οφείλεται η κατάρρευση του ήρωά του, δεν ξεριζώνει ποτέ την «καρδιά του μυστηρίου» του (όπως το θέτει ο Άμλετ, με τον οποίον ο Ιβάνοφ συγκρίνεται, αρνούμενος εμφατικά να αναλάβει τον «ρόλο»). Θα τολμούσε κανείς να πει ότι η κατάσταση του Ιβάνοφ αφορά μια συνθήκη οντολογική: η φθορά θα έρθει με τον χρόνο, όποιοι κι αν είμαστε, ό,τι κι αν κάνουμε· είναι ανίκητη (απλώς εκείνος τής παραδίδεται νωρίτερα).
Σε κάθε περίπτωση, τίθεται εδώ το φλέγον ερώτημα: πώς μπορούμε να γνωρίσουμε τους άλλους; Μπορούμε ποτέ να τους γνωρίσουμε πλήρως/αληθινά; Όλοι βιάζονται να εξαγάγουν συμπεράσματα για την κατάσταση του Ιβάνοφ, όλοι καμώνονται πως γνωρίζουν ποιος πραγματικά είναι. Όλοι αστοχούν. «Παρόλο που τα υγιή πρόσωπα επικοινωνούν και χαίρονται να επικοινωνούν, ισχύει εξίσου και το αντίθετο, ότι κάθε άτομο είναι απομονωμένο, μονίμως μη-επικοινωνούν, μονίμως άγνωστο, στην πραγματικότητα ανεύρετο», σημειώνει ο Γουίνικοτ σε μία από τις ποιητικότερες διατυπώσεις του.
«Όχι, γιατρέ, στον καθένα μας υπάρχουν πάρα πολλοί τροχοί, κοχλίες και δικλείδες, για να μπορούμε να κρίνουμε ο ένας τον άλλον από την πρώτη εντύπωση ή από ένα-δυο εξωτερικά γνωρίσματα. Εγώ δεν καταλαβαίνω εσάς, εσείς δεν καταλαβαίνετε εμένα και οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας», επιμένει ο Ιβάνοφ, όταν του επιτίθεται –για πολλοστή φορά– ο ενάρετος Λβοβ.
Ο Τσέχοφ τοποθετεί έναν ετοιμόρροπο νεαρό άνδρα –μόλις τριάντα πέντε ετών– μέσα σε μία δίνη από επικριτές, κουτσομπόληδες, ανθρώπους που τον αγαπούν, τον μισούν, τον απορρίπτουν, τον σχολιάζουν, του ορμούν, τον αγκαλιάζουν, τον απωθούν. Και το μόνο που εκείνος κάνει είναι ένα: να λέει ανυποχώρητα, αμετάβλητα, αμετανόητα, δεν είμαι καλά, απέτυχα. Τσακίστηκα. Λύγισα. Και δεν έχω επιστροφή.
Ουδέποτε τίθεται θέμα «κανονικής» πλοκής στον Τσέχοφ, κανένα άκαμπτο σχήμα δεν μας επιβάλλεται. Η δραματική δραστηριότητα είναι συνεχής και ίσης πυκνότητας, ο χρόνος στατικός αλλά με μεγάλη εσωτερική ρευστότητα: αδιάκοπα πήγαινε-έλα, μικρά περιστατικά, αφίξεις και αποχωρήσεις, διάλογοι που διακόπτονται, βλέμματα που λοξοδρομούν, απότομες αλλαγές θέματος, ξαφνικές εισβολές του φαινομενικά ασήμαντου. Άνθρωποι κλεισμένοι σ’ ένα σπίτι/έναν κήπο, απορροφημένοι σε παράλληλες δράσεις/συνομιλίες/διαφωνίες· τίποτα σπουδαίο δεν δείχνει να συμβαίνει, την ίδια στιγμή οι ζωές τους γκρεμίζονται.
Ορθώς, λοιπόν, ο Γιάννης Χουβαρδάς επέλεξε τη δημιουργία ενός δραματικού πεδίου και όχι την ψευδαίσθηση μιας γραμμικής εξέλιξης για την παράστασή του. Από αυτή τη σάλα δεξιώσεων δεν θα φύγει κανείς, είναι σαν να μας λέει. Πράγματι, έχουμε την αίσθηση ότι οι ήρωες δεν αποχωρούν ποτέ από την αίθουσα της Εύας Μανιδάκη, έναν χώρο ζεστό, ατμοσφαιρικό, δονούμενο από την αύρα παλαιότερων αισθητικών εμπειριών και εποχών, που φιλοξενεί τόσο τη δράση του σπιτιού των Ιβάνοφ όσο και των Λέμπεντεφ.
Εγκλωβισμένοι όλοι μαζί, ο καθένας με το δικό του gestus, διασκορπισμένοι στα έπιπλα και στις γωνίες, οι ήρωες υφαίνουν από κοινού έναν ιστό παραίτησης, νεύρωσης και ανίας. Η Σάσα διαβάζει στο πάτωμα, ο πατέρας της πλέκει ένα πουλόβερ, ο κόμης Σαμπέλσκι έχει κουλουριαστεί μ’ ένα ποτήρι βότκα, η Αβντότια Ναζάροβνα ρίχνει επικριτικές ματιές γραπώνοντας το τσαντάκι της, ο Ιβάνοφ μελετάει τις υποθέσεις του καθισμένος στο γραφείο του, ο Μπλέιν Ρέινινγκερ πίνει μπίρες και τραγουδά μπαλάντες φορώντας ένα καουμπόικο καπέλο, ενώ η Άννα Πέτροβνα παρακολουθεί τα πάντα από ψηλά, τρεμάμενη μες στο λευκό κομπινεζόν της.
Το σκηνικό και η διάθεση έχουν τεθεί. Λίγο αργότερα, η μετωπική παράταξη των καθισμάτων θα σημάνει την έναρξη της δεξίωσης για τα γενέθλια της Σάσας και τη συνεπακόλουθη μετατροπή του πεδίου σε πίστα «τσίρκου». Οι καλεσμένοι θυμίζουν τώρα κλόουν-διασκεδαστές, με ή χωρίς περούκα, που κάνουν ό,τι μπορούν για να πατάξουν την πλήξη και τη θλίψη τους: ένας ατέρμονος βόμβος σχολίων –κολακευτικών ή προσβλητικών–, χειρονομιών –άσεμνων ή ευγενικών–, γέλιων και κακαρισμάτων, χασμουρητών, ακκισμών και στροβιλισμών μάς καταπίνει.
Πράγματι, η ελικοειδής περιπλάνησή μας ανάμεσα στις πόζες και τις κλοουνερί που εκτυλίσσονται ενώπιόν μας σύντομα βρίσκεται αιχμαλωτισμένη σε μια ατέρμονη, εξαντλητική λούπα. Δεν είναι μόνον ο μάλλον κοινότοπος τρόπος με τον οποίο σκιαγραφούνται οι καλεσμένοι και η πλήξη τους: μεθυσμένοι που σκουντουφλάνε, φούστες που ανασηκώνονται, λόξιγκες, σουρσίματα, ψευτο-φλερτ και επιφωνήματα. Είναι και ότι αυτή η πινακοθήκη από καρικατούρες που στήνεται ενώπιόν μας δεν καταφέρνει να παρουσιάσει περσόνες ενδιαφέρουσες, ή έστω αρκούντως ερεθιστικές. Είναι όλες ασχημάτιστες ή μισοσχηματισμένες, τα «νούμερά» τους, ειδικά αυτά που εκτελούνται στο προσκήνιο, άνευρα, δίχως ταυτότητα, δίχως θεατρική γοητεία.
Περιμένουμε επί μακρόν να ανακαλύψουμε τι έχει σκεφτεί να κάνει ο Χάρης Φραγκούλης ως εκκεντρική φιγούρα με σμαραγδί ταγιέρ, μένει όμως καθ’ όλη τη διάρκεια μετέωρος, αναποφάσιστος, χαμένος (δεν τον έχω ξαναδεί τόσο αμήχανο σκηνικά). Μονότονα διαβολικός ο Λβοβ του Νικόλα Χανακούλα, κουραστικός στην κινησιολογική και ερμηνευτική υπερβολή του ο Θανάσης Δόβρης-Μπόρκιν, ενώ στη μέση της νευρωτικής διαδρομής της σταματά η Μαρία Σκουλά, καίτοι σαφώς αποδίδοντας τις μεταλλικές γωνίες και σκιές στην αρχιτσιγκούνα ψυχή της Ζινάιντα. Συμπαθής ο ελαφρώς «ξεκούρδιστος» και καλοπροαίρετος Λέμπεντεφ του Νίκου Χατζόπουλου, ενώ με θέρμη και πειστικότητα υπηρετεί τον ρόλο της αφοσιωμένης Σάσας η Πηνελόπη Τσιλίκα. Υπερβολικά επιτηδευμένη η Αλεξάνδρα Καζάζου ως φιλάσθενη οπτασία βγαλμένη από τη φαντασία των Ρομαντικών.
Αντιμέτωποι με καρικατούρες, δεν έχουμε, φυσικά, απαιτήσεις «βάθους». Τρέφουμε όμως προσδοκίες άλλου είδους και ύφους, μια ερμηνευτική πρόταση, μια θεατρική πρόκληση: αντ’ αυτού εισπράττουμε το γκροτέσκο για χάρη του γκροτέσκου, το γκροτέσκο ερωτευμένο με τον εαυτό του, σε μια ατέρμονη αναπαραγωγή του ιδίου.
Και ούτε ο Ιβάνοφ καταφέρνει να μας σώσει από αυτό το μακρόσυρτο ξεχαρβάλωμα: εις μάτην αναμένουμε να συνδεθούμε με την αγωνία του, να δονηθούμε από την απόγνωσή του, να ακούσουμε κάτι από τη δική μας ανημπόρια στη χροιά της φωνής του. Ο Αργύρης Ξάφης εμφανίζεται τόσο σβησμένος, τόσο «διακριτικός», ώστε τελικά δεν «ακούγεται». Τίποτε δεν εισπράττουμε από το αδιέξοδο του ήρωα, πέραν μιας ελαφριάς μελαγχολίας. Και μένουμε απορημένοι, αστήρικτοι, σε βαριά σύγχυση, να περιφερόμαστε σ’ αυτό το άχαρο τοπίο, μέχρις ότου φτάνουμε κάποια στιγμή, κατάκοποι, στο τέλος.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.