Στο «Βιβλίο των φανταστικών όντων», ο Μπόρχες περιγράφει τον θαυμασμό που νιώθουν τα παιδιά όταν έρχονται αντιμέτωπα με τα παράξενα όντα ενός ζωολογικού κήπου: «Σε αυτόν τον κήπο, σε αυτόν τον τρομερό κήπο, το παιδί βλέπει ζωντανά ζώα που ποτέ πριν δεν είχε αντικρίσει». Για τον Αργεντινό συγγραφέα ισοδυναμούσε με την εμπειρία του πρώτου βλέμματος, σαν αυτή που βίωσε ο ίδιος όταν πρωτοδιάβασε την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» ή τις αγαπημένες του «Χίλιες και μία νύχτες», απ' όπου αντλούσε διαρκώς έμπνευση. Σε μια παρόμοια συνθήκη αλλόκοτης έκπληξης, που οφείλεται στην παραισθητική επενέργεια των ονειρικών όντων και πλασμάτων, όταν εισβάλλουν στη ζωή μας, στηρίζεται το ανατρεπτικό έργο της χαρισματικής χορογράφου Μαρλέν Μοντέιρο Φρέιτας, γνώριμης στην Ελλάδα από τις «Βάκχες» της, που είχαμε δει στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2017.
Αυτήν τη φορά η εμβληματική καλλιτέχνις επιστρέφει στη χώρα μας με το «NÔT», το οποίο είχε δουλέψει ως Onassis AiR Fellow μέσω του Dramaturgy Fellowship. Το έργο παρουσιάστηκε στο πρόσφατο 79ο Φεστιβάλ της Αβινιόν, στο μεγαλοπρεπές Παλάτι του Πάπα και στον αχανή, επιβλητικό χώρο του Coup d’Honneur, όπου ανεβαίνουν οι κεντρικές παραστάσεις. Σε αυτόν τον περίκλειστο και ταυτόχρονα ανοιχτό τόπο ενέταξε η Φρέιτας, αντλώντας έμπνευση κι αυτή από τις «Χίλιες και μία νύχτες», τα δικά της πλάσματα –αλλόκοτα, εξωτικά, γκροτέσκα, τρομαγμένα αλλά και εκδικητικά–, τα οποία φρόντιζε να «διώχνει» από τη σκηνή ενίοτε, στρέφοντάς τα προς εμάς, τους θεατές, περίεργη να δει την επενέργειά τους στο θυμικό μας.
Ξεπερνώντας οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς για το σύγχρονο θέατρο, το κέντρο αυτού του έργου διακτινίζεται προς πολλαπλές κατευθύνσεις και βγάζει με τον πιο αυθάδικο τρόπο τη γλώσσα σε οτιδήποτε εξωραϊσμένο σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, επιβεβλημένο απ’ έξω με σκοπό να συνετίσει, να ορίσει και να κανονικοποιήσει, τις περισσότερες φορές με τη βία.
Θυμός και συμπόνια, τρόμος, θαυμασμός και αγανάκτηση είναι οι ταυτόχρονες αντιδράσεις που γεννούν οι ακραίες κινήσεις των αλλόκοτων πλασμάτων, που δεν απαιτούν από το κοινό τη στατική παρακολούθηση αλλά την εγρήγορση. Όλα, άλλωστε, είναι δυνατά σε αυτό το παράξενο cabinet de curiosités, με τα απρόσμενα freaks να υπόσχονται και να απειλούν ότι θα σε αναγκάσουν, με κάθε τρόπο, να αφήσεις πίσω σου τις βεβαιότητες.
Γι’ αυτό και η εμπειρία που βιώσαμε στο Coup d’Honneur της Αβινιόν δεν μπαίνει εύκολα σε λόγια, καθώς βρεθήκαμε να είμαστε κι εμείς μέρος της μέσα σε ένα θέατρο όπου ένας τεράστιος αντεστραμμένος καθρέφτης χώριζε τη σκηνή από τους θεατές. Μέσα από αυτό το μοναδικό τεχνούργημα που είχε φτιάξει η δαιμόνια χορογράφος στήνοντας ένα τεράστιο Panoptikon, κατά τους τρόπους του Φουκό, μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει από διαφορετικές γωνίες και οπτικές τις κινήσεις των εγκλωβισμένων –σε φυλακή, σε νοσοκομείο, σε ίδρυμα, δεν έχει σημασία– πλασμάτων της, καθώς μηχανεύονταν το δικό τους τρόπο εκδίκησης και τελετουργικής αντίστασης, σε ένα καθεστώς που έχει φτιαχτεί όχι μόνο για να παρακολουθεί αλλά και για να εξοντώνει.
Στο μυαλό μας έρχονταν αυτόματα οι αιχμάλωτοι σκλάβοι στην κόψη της ζωής και του θανάτου, τα μικρά κορίτσια με τις οδυνηρές τελετές παρθενίας στην Αφρική, οι γυναίκες αρχηγοί της φυλής αλλά και οι κάθε λογής εγκλωβισμένες σε ένα καθεστώς αιώνιας αιχμαλωσίας, όπως η Σεχραζάντ στις «Χίλιες και μία νύχτες», που έπρεπε να επινοήσει τη δική της ιστορία για να κρατηθεί στη ζωή. Όπως εκείνη είχε απέναντί της τον αμείλικτο βασιλιά Σαχριάρ, που είχε ορκιστεί να σκοτώνει κάθε σύζυγό του ύστερα από την πρώτη τους νύχτα, αναγκάζοντας τη Σεχραζάντ να στήσει τον δικό της αφηγηματικό λαβύρινθο, έτσι και κάθε γυναίκα και αλλόκοτο πλάσμα στο έργο της Φρέιτας μάχεται για τη ζωή της/του στην κόψη μιας οριακής αφήγησης. Ακριβώς όπως στις «Χίλιες και μία νύχτες», όπου το χάπι εντ απουσιάζει και κάθε ψέμα είναι το αντίτιμο που πρέπει να καταβληθεί ενώπιον του μη αναστρέψιμου γεγονότος του θανάτου, έτσι και στη σκηνή τα πλάσματα της Φρέιτας μάχονται αποκλειστικά για την επιβίωσή τους. Αντιδρώντας με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο, γίνονται άλλοτε εκδικητικά, άλλοτε παράφορα, καθώς επανέρχονται με μανία σε μια ζωή που ποτέ, έτσι κι αλλιώς, δεν τους χαρίστηκε. Άλλωστε, ποτέ δεν βίωσαν στιγμές ευτυχίας, απόλαυσης ή ομορφιάς, παρά μόνο ανυπέρβλητης βίας – και το μόνο που μπορούν να διεκδικούν είναι η δυνατότητά της παράδοξης έκφρασής τους.
Ως εκ τούτου, οι κινήσεις της χορογραφίας δεν είναι εξωραϊστικά μελετημένες αλλά οριακά εκτελεσμένες, με άξονα την εκδίκηση και τον πόνο, μανιακά απελευθερωμένες ή βασισμένες στις αρχές κάποιου παράξενου τελετουργικού. Ενίοτε φέρνουν στον νου τα τελετουργικά μοτίβα από τις «Βάκχες», ενώ άλλοτε προσκαλούν με απόγνωση έναν deus ex machina, που θα διευκόλυνε την έξοδο από τον εφιάλτη.
Τα λευκά ρούχα που φορούν τα αλλόκοτα πλάσματα/χορευτές/οργανοπαίχτες/τραγουδιστές/μουσικοί είναι ματωμένα –ειδικά των γυναικών στα επίμαχα μέρη–, οι συνειδήσεις κενές, οι αντιδράσεις τους ξέφρενες, επαναλαμβανόμενες ή ντελιριακές. Στην αρχή μάς ξεγελάνε ότι θα ακολουθήσουν τις ασφαλείς αρχές της επιθυμίας, όταν ο απίστευτα ερωτικός ερμηνευτής με τη λευκή φούστα αρχίζει να κουνάει με ερωτικό τρόπο τους γοφούς του, παραπέμποντας σε έναν παράξενο εξωτισμό ή σε μια δυτική, οριενταλιστική αντίληψη που θέλει τα εξωτικά αγόρια/κορίτσια όργανα μιας κανονικοποιημένης επιθυμίας που πρέπει πάση θυσία να εκπληρώσουν. Γρήγορα, όμως, καταλαβαίνουμε ότι ο τεχνητός ερωτισμός δεν είναι παρά ένας ακόμα τρόπος επιβίωσης έναντι του θανάτου, είναι οι «Χίλιες και μία νύχτες» των απεγνωσμένων αιχμαλώτων. Άλλωστε, στα κρεολικά του Πράσινου Ακρωτηρίου, από όπου κατάγεται η Φρέιτας, nôt σημαίνει «νύχτα».
Σημαντικό, επίσης, στοιχείο είναι ότι στα κλουβιά-κελιά, όπου είναι κλεισμένα τα παράδοξα πλάσματα, προβολείς ρίχνουν ένα σκληρό φως σαν αυτό των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ενώ άλλες στιγμές η μαύρη νύχτα που πέφτει καθώς τα φώτα σβήνουν απλώς στοιχειώνει ακόμα περισσότερο τους εφιάλτες και τα αλλόκοτα όνειρα. Οι τεχνολογίες πειθαρχίας, όπως θα έλεγε ο Φουκό, εκτείνονται πέρα από τα όρια του πειθαρχημένου υποκειμένου και διακτινίζονται έξω από το πλαίσιο της φυλακής, στην καθημερινότητα, στις αντιδράσεις, σε κάθε αυθόρμητη κίνηση.
Ενίοτε μας προκαλούν κι εμάς, όταν αυτά τα πλάσματα έρχονται προς το μέρος μας αυτοσχεδιάζοντας με καρναβαλικά κόλπα και αντιδρώντας πέρα από την ανθρώπινη συνθήκη. Γνωρίζοντας σε βάθος πώς ακριβώς να χειρίζεται όλες τις περιπτώσεις των αντιδράσεων, εναλλάσσοντας το γκροτέσκο με το παράλογο, η Φρέιτας έχει κερδίσει ένα παράδοξο στοίχημα: να έχει τον έλεγχο όλου αυτού του χάους και να δημιουργεί κάτι μοναδικό. Βάζοντας, μάλιστα, τη δική της σφραγίδα στη χορογραφία οικειοποιείται ταυτόχρονα την έκφραση μιας παράδοξης όπερας και τον τρόπο των εικαστικών. Όσο για το πώς ακριβώς ορίζει αυτά τα πλάσματα, στη συνέντευξη που ακολούθησε την τελετή απονομής βραβείων στην Μπιενάλε Χορού της Βενετίας το 2018, όπου κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα, η ίδια είχε δηλώσει ότι «όλα τα όργανα των πλασμάτων, τα πρόσωπα, τα μάτια και το στόμα συμμετέχουν στη διαδικασία αποδόμησης του ανθρώπινου».
Το σημαντικότερο είναι ότι τα πλάσματά της δεν είναι πρωταγωνιστές, ούτε καν εννοιολογικοί χαρακτήρες, καθώς δεν υπακούν σε κάποιες ιδέες, μάλλον συγγενεύουν πιο πολύ με τα καρτούν. Άλλοτε κρύβονται πίσω από μάσκες, ενώ οι κινήσεις τους υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης επιδεξιότητας, γίνονται αγώνας επιβίωσης. Όπως εκείνος ο ντελιριακός χορός της Μαριάνα Τέμπε, της χορεύτριας χωρίς πόδια και εξαιρετικής τραγουδίστριας από τη Μοζαμβίκη, που κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση και αγωνίζεται να υπάρξει όχι μόνο στη σκηνή αλλά και στο θέατρο του βίου.
Ξεπερνώντας, επομένως, οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς για το σύγχρονο θέατρο, το κέντρο αυτού του έργου διακτινίζεται προς πολλαπλές κατευθύνσεις και βγάζει με τον πιο αυθάδικο τρόπο τη γλώσσα απέναντι σε οτιδήποτε εξωραϊσμένο σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, επιβεβλημένο απ’ έξω με σκοπό να συνετίσει, να ορίσει και να κανονικοποιήσει, τις περισσότερες φορές με τη βία. Πολλές φορές αναρωτιέσαι πώς μπορεί ένα καθωσπρέπει, βολεμένο στις δικές του φόρμες και νόρμες κοινό, να αντιδρά, όταν έξω από το θέατρο ξεδιπλώνεται το πιο παράλογο αλλά και ακραίο έργο, αυτό της πραγματικότητας. Και αυτό είναι που φέρνει μέσα στα όρια του θεάτρου η βραβευμένη χορογράφος.
Ειδικά τώρα, με τα νέα δεδομένα της βίας, η οποία έχει εισβάλει με τον πιο άγριο τρόπο στη ζωή μας, μετά τα πρόσφατα γεγονότα στην Αμερική, έργα σαν το «NÔT» έρχονται να κινητοποιήσουν, να προβληματίσουν και να αλλάξουν για πάντα την οπτική μας για το πώς στήνεται το σύγχρονο θέατρο. Και αυτό το πετυχαίνει με τον δικό της ιδιοσυγκρασιακό τρόπο η γεννημένη στο Πράσινο Ακρωτήρι το 1979 δημιουργός, η οποία έχει σπουδάσει χορό στο PARTS στις Βρυξέλλες και στο Ίδρυμα Calouste Gulbnkian στη Λισαβόνα, ενώ έχει συνεργαστεί με χορογράφους όπως οι Loic Touze, Emmanuelle Huynh, Tania Carvalho και Boris Charmatz κ.ά.
Μερικές από τις πιο γνωστές δημιουργίες της είναι, μεταξύ άλλων, οι εξής: «Jaguar» (2015), «De marfim e carne - Αs estátuas também sofrem» (2016), «Bacchae - Prelude to a purge», «Mal - Embriaguez divina» (2020) και «Pierrot lunaire» (2021). Εκτός από τον Αργυρό Λέοντα που έλαβε στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2018, έχει διακριθεί με το βραβείο SPA χορογραφίας για το «Jaguar» και έχει τιμηθεί με το Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Παράστασης στα Βραβεία Κριτικής Παραστατικών Τεχνών της Βαρκελώνης, ενώ το 2022 βραβεύτηκε με το Chanel Next Prize και το Events Arts Prize. Πολύ σημαντικό και το πρότζεκτ της «(un)common ground» για τις καλλιτεχνικές και πολιτιστικές επιπτώσεις της ισραηλινο-παλαιστιανιακής σύγκρουσης.
Onassis Dance Days, 5-8 Φεβρουαρίου, Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση