Το Kontakthof, ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της Πίνα Μπάους, της γυναίκας που από ένα μικρό μέρος της Γερμανίας, το Βούπερταλ, μεταμόρφωσε και διαμόρφωσε τον σύγχρονο χορό όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, ολοκλήρωσε μόλις τον πρώτο κύκλο παραστάσεών του που είδαν 13.500 θεατές – μια ξεχωριστή σκηνική αναβίωση στο Εθνικό Θέατρο, με έναν εξ ολοκλήρου ελληνικό θίασο. Πρόκειται για ένα στοίχημα που κέρδισε η πρώτη κρατική σκηνή της χώρας, με μια παράσταση που θέτει το ερώτημα τι σημαίνει «επαφή», μια παράσταση που μας συγκίνησε και μας σύστησε μια σπουδαία δημιουργία. Ο δεύτερος κύκλος παραστάσεων θα ξεκινήσει στις 17 Απριλίου, αμέσως μετά το Πάσχα. Ξεχωριστή είναι η παρουσία της Βίκυς Βολιώτη που καταθέτει μια σπαρακτική ερμηνεία, μια βαθιά εσωτερική προσέγγιση του τι σημαίνει επαφή και πώς μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, την επιθυμία, την ανασφάλεια, τη μοναξιά.
Η πενηνταπεντάχρονη ηθοποιός, που έχει διαγράψει μια σοβαρή πορεία και έχει μια αξιόλογη καριέρα στο ελληνικό θέατρο, τόλμησε να αναμετρηθεί με ένα έργο μεγάλων απαιτήσεων κάνοντάς μας όλους να αναρωτηθούμε «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;». Η ίδια, πριν από αυτή την παράσταση, αν και ήξερε την Πίνα Μπάους ως προσωπικότητα, δεν είχε δει ποτέ live παράστασή της, μόνο ό,τι υπήρχε στο YouTube. «Την Πίνα Μπάους», λέει, «την άκουγα πολύ από τη Μάγια Λυμπεροπούλου που ήταν πολύ κοντά στο ευρωπαϊκό θέατρο και θαύμαζε τον τρόπο που προσεγγίζουν την υποκριτική οι Φλαμανδοί, οι Γερμανοί – μάλιστα προς το τέλος ήταν πεπεισμένη ότι το καινούργιο το φέρνει ο χορός και όχι το θέατρο. Ήταν δηλαδή πολύ σίγουρη ότι ο χορός είναι εκείνος που θα ξεκλειδώσει, και ξεκλειδώνει, τη σκηνική τέχνη σήμερα».
Το πιο σημαντικό, μέχρι τώρα, είναι ότι ήρθα πάλι σε επαφή με το σώμα μου. Αυτό είναι μια τεράστια προίκα που θα κουβαλάω για πάντα μαζί μου, όπως και ότι το να επαναπαύεσαι σημαίνει ότι πεθαίνεις.
Το πώς βρέθηκε η Βίκυ Βολιώτη στον θίασο του «Kontakthof» είναι μια ιστορία τύχης και τολμηρής απόφασης. «Όταν διάβασα ότι θα κάνει η Κέιτ Μίτσελ παράσταση του Εθνικού, επειδή μου αρέσει πάρα πολύ η δουλειά της, πήρα το θάρρος και έστειλα ένα μήνυμα στην Αργυρώ Χιώτη, την οποία γνώριζα από τη Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, λέγοντάς της ότι σε περίπτωση που η Μίτσελ κάνει οντισιόν, θα ήθελα πάρα πολύ να πάρω μέρος. Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνό μου και μου είπε ότι η Μίτσελ μάλλον θα έπαιρνε μόνο χορευτές, αλλά θα έκαναν μια οντισιόν οι άνθρωποι από το χοροθέατρο του Βούπερταλ για την παράσταση της Πίνα Μπάους, και αν ήθελα να λάβω μέρος. Εγώ δεν το είχα σκεφτεί αυτό ως πιθανότητα, γιατί δεν είμαι χορεύτρια, είμαι ηθοποιός. Και όσο και αν ήξερα ότι η Πίνα Μπάους χρησιμοποιεί το σώμα με έναν τρόπο συγκεκριμένο και σκηνικά πιο θεατρικό, δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι θα μπορούσα να είμαι σε αυτό το σχήμα».
Η Βίκυ έχει ένα ασκημένο σώμα, μικρή έκανε χορό, αλλά μέχρι εκεί. Ωστόσο, με το που δέχτηκε την πρόταση, είπε αμέσως «ναι», αποφάσισε να παίξει με την τύχη της.
«Θεώρησα ότι είναι μια ωραία εμπειρία να είμαι σε μια τέτοια οντισιόν. Έχω προ πολλού ξεπεράσει αυτό που συχνά σκέφτονται οι ηθοποιοί “γιατί να περάσω από οντισιόν;”. Όντως η οντισιόν μπροστά σε ανθρώπους που δεν με ήξεραν ήταν μια πολύ σπουδαία εμπειρία. Καταρχάς είναι δώρο το να δουλεύεις με ανθρώπους που κατάγονται από μια τέτοια καλλιτεχνική οικογένεια, αντιλαμβάνονται την τέχνη και έχουν τρομερή ευγένεια και σεβασμό στον άνθρωπο-σώμα. Η οντισιόν έγινε πάνω στις χορογραφίες του έργου, δεν ήταν γενική, και νομίζω ήμουν η μεγαλύτερη σε ηλικία».
Η Βίκυ κατάλαβε πως αυτό που τους ενδιέφερε ήταν μια ερμηνεία των πραγμάτων, η προσωπική εμπλοκή, δεν τους ενδιέφερε απλώς ένα σώμα τεχνικά άρτιο. «Επειδή δεν πίστευα κιόλας ότι θα με πάρουν, ήμουνα χαρούμενη που το έκανα, δεν είχα αγωνία ή προσδοκία, κι αυτό είναι πολύ απελευθερωτικό, το να μπορώ να εκφράζομαι θεατρικά μόνο μέσα από το σώμα, κάτι που δεν σου δίνεται συχνά ευκαιρία να κάνεις στο ελληνικό θέατρο», λέει. «Καθένας μας έκανε τρεις οντισιόν –κάπως έτσι φτιάχτηκε το ανσάμπλ– και μου ανακοίνωσαν ότι με θέλουν».
Αυτή είναι μια στιγμή στην καριέρα της Βίκυς πραγματικά ευτυχής, με όλη τη σημασία της λέξης. Όταν μιλά για την παράσταση ακτινοβολεί. «Το θεωρώ μεγάλη τύχη και ένα μεγάλο παράθυρο στον καλλιτεχνικό μου κόσμο. Κάναμε δυο μήνες πρόβες, ρίξαμε εντατική δουλειά, δεν υπήρχε λεπτό χαμένου χρόνου, αλλά την ίδια στιγμή ήταν πολύ εντυπωσιακός ο τρόπος που μας φρόντιζαν. Μας ρωτούσαν διαρκώς αν είμαστε καλά, αν νιώθουμε καλά, αν έχουμε οποιαδήποτε δυσκολία σε κάτι, να το μοιραζόμαστε αμέσως. Νοιάζονταν επί της ουσίας, ήταν και σε συνεργασία πολύ στενή με το Εθνικό και θαύμασα το ότι πήραν αυτό το ρίσκο – δεν είναι εύκολο και δεν το είχαν ξανακάνει. Για παράδειγμα, οι stagers ζήτησαν να κάνουμε τέσσερις παραστάσεις, όχι πέντε, γιατί σωματικά δεν θα αντέχαμε, και το Εθνικό το δέχτηκε».
Οι πρόβες αρχικά ήταν πολύ πρακτικές. Έπρεπε να κάνουν συγκεκριμένες κινήσεις ξανά και ξανά. Λίγο αργότερα προστέθηκε η προσωπική εμπλοκή, γι’ αυτό που ζητούσε η Πίνα Μπάους, που δεν την ενδιέφερε ποτέ η τεχνική αποστήθιση της χορογραφίας, η ψυχρή αναπαραγωγή της, αλλά ζητούσε αυτό που φέρουν τα διαφορετικά σώματα και οι διαφορετικοί κόσμοι κάθε σώματος. «Μας έλεγαν ιστορίες από το πώς έκαναν εκείνοι πρόβες και αυτοσχεδιασμούς με την Πίνα Μπάους, πράγματα τα οποία μας βοηθούσαν να μπούμε λίγο στον κόσμο της, γιατί συχνά αναρωτιόμασταν “τι είναι αυτό που κάνουμε;”, μέχρι να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό που ζητούσαν, την καθημερινή κίνηση και πώς μεταφράζεται αυτή πάνω στη σκηνή, η σχέση δυο ανθρώπων, τι σημαίνει αγαπάω κάποιον και την ίδια στιγμή θέλω να τον σκοτώσω. Το ζητούμενο ήταν να υπάρχει το συναισθηματικό βάρος του μοναδικού κόσμου που φέρει κάθε ερμηνευτής. Αυτό έπρεπε να το βρει καθένας μόνος του ποιο είναι».
Η Βίκυ φέρει επί σκηνής ένα πολύ προσωπικό κομμάτι, μια σπαρακτική απόδοση μιας ερωτικής σχέσης, μιας γνωριμίας, την προσδοκία της αγάπης και της οικειότητας. «Έφερα πάρα πολύ τη μητέρα μου σε αυτό το κομμάτι», λέει. «Η μητέρα μου ήταν Γερμανίδα και στις πρόβες, όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον πυρήνα του έργου, συναντήθηκα πολύ μαζί της. Γιατί υπάρχει κάτι πολύ γερμανικό σε αυτή την παράσταση, αν και είναι οικουμενική και μας συγκινεί όλους.
Η αφετηρία της, η ρίζα της, το πόσο εκφράζουμε αυτά που νιώθουμε, ο τρόπος που θέλουμε να εκφράσουμε κάτι και δεν ξέρουμε πώς. Το “θέλω να σου δείξω ότι σ’ αγαπώ και ότι είμαι εδώ για σένα αλλά δεν ξέρω πώς γίνεται” έχει κάτι βαθιά γερμανικό, το να μην ξέρεις τον τρόπο. Αυτό ήταν για μένα το σημείο σύνδεσης, αυτό προσπαθώ να μεταφράσω στη σκηνή, αυτό που έζησα ως παιδί με τη μητέρα μου, που ήταν ένας καλός άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν μπορούσε να εκφραστεί, δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να μου πει “σ’ αγαπώ”. Το στερήθηκα αυτό και αυτό συναντώ, αυτός είναι για μένα ο πυρήνας του έργου. Ποιος είναι ο τρόπος; Πώς μπορώ να έρθω σε επαφή με τον άλλον; Πώς μπορούμε να υπάρξουμε μαζί, κυρίως στις πολύπλοκες ερωτικές σχέσεις που δεν ξέρεις πού βαδίζεις;».
Η δυσκολία της παράστασης ήταν το ζητούμενο του poker face, του ανέκφραστου προσώπου, το να φαίνονται όλα ήρεμα ενώ από κάτω βράζει το σύμπαν. Είναι αυτό που θαυμάζουμε συχνά στη γερμανική υποκριτική και εδώ δεν το πλησιάζουμε καν. Σε όλη τη διάρκεια των παραστάσεων οι περφόρμερ είχαν να παλέψουν με αυτήν τη συνθήκη και αυτήν τη μέθοδο, να μη γλιστρήσουν στην υπερβολή και στον συναισθηματισμό και κάθε βράδυ μετά την παράσταση αφιέρωναν ώρα στις παρατηρήσεις. «Είναι μια σπουδαία περιπέτεια», λέει η Βίκυ, «η πιο σοβαρή εμπειρία της ζωής μου, γιατί έρχεσαι σε επαφή με μια καλλιτεχνική διάνοια που δεν συναντάς κάθε μέρα, προσπαθείς να αποκωδικοποιήσεις έναν ολόκληρο κόσμο. Μελετώντας θαυμάζεις και τον κόσμο που δημιούργησαν, έναν θύλακα μέσα στον οποίο ζούσαν και πάλευαν όλοι μαζί για κάτι που πίστευαν σε μια εποχή που τους λοιδορούσαν, γιατί έτσι ήταν τα πράγματα στην αρχή».
Η ζωή, η καθημερινότητα της Βίκυς άλλαξε με αυτή την παράσταση, όπως άλλαξε και η σχέση με το σώμα της. «Είναι μήνες υπερεντατικής άσκησης και θέλησα να κάνω πάρα πολλή γυμναστική, πάρα πολύ χορό, πιλάτες, γιόγκα για να μπορέσω να ανταποκριθώ, γιατί είναι μια εξοντωτική παράσταση που δεν σου επιτρέπει να ασχοληθείς με τίποτε άλλο – ενεργειακά και μόνο πρέπει να ασχολείσαι μόνο με αυτό. Δεν βγαίνω, κοιμάμαι όσο περισσότερο μπορώ, σκέφτομαι μόνο την παράσταση. Στο θέατρο φτάνω τρεις ώρες νωρίτερα, όπως όλοι, για να ασκηθούμε, να κάνουμε ζέσταμα‧ ο καθένας χρειάζεται έναν χρόνο προσαρμογής. Το πιο σημαντικό –μέχρι τώρα, γιατί δεν μπορώ ακόμα να πω τι σημαίνει καλλιτεχνικά αυτή η εμπειρία για τη συνέχεια, είμαι ακόμα μέσα σε αυτή– είναι ότι ήρθα πάλι σε επαφή με το σώμα μου. Αυτό είναι μια τεράστια προίκα που θα κουβαλάω για πάντα μαζί μου. Είναι ένα μάθημα, σε συνέχεια αυτών που έμαθα από τη Μάγια Λυμπεροπούλου, ότι δεν είναι μόνο το θέατρο στη ζωή μας, πρέπει να ασχολούμαστε με όλα, με τον χορό, τα εικαστικά, να ανοίγει το μάτι μας προς κάθε κατεύθυνση ασταμάτητα. Το πιστεύω κι εγώ τώρα πια ότι το να επαναπαύεσαι σε οτιδήποτε σημαίνει ότι πεθαίνεις».
Η Βίκυ, όταν τελείωσε το γερμανικό σχολείο, φοίτησε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εδώ και πολλά χρόνια είναι ενεργή στο ελληνικό θέατρο και μιλώντας για τη γενιά της λέει ότι ξεκίνησαν σε ένα θέατρο που βρισκόταν στο μεταίχμιο.
«Ήμασταν με το ένα πόδι σε μια παλιότερη κατάσταση, όπου η Ελλάδα ήταν ακόμα ένα πολύ κλειστό κύκλωμα. Δεν υπήρχε επαφή με το έξω, όπως τώρα. Δεν υπήρχε ούτε το ίντερνετ φυσικά, το οποίο μας φέρνει σε μια επαφή, έστω και ψευδή, με το έξω, ούτε η έννοια του ταξιδιού όπως υπάρχει σήμερα. Δεν ταξίδευαν τόσο οι άνθρωποι. Μεγαλώσαμε θεατρικά σε μια απομόνωση, η οποία δεν μας επέτρεψε να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας γρήγορα. Με αυτή την έννοια στενοχωριέμαι λίγο. Εδώ αρχίσαμε να βλέπουμε πράγματα με τον ερχομό του Λούκου».
Η Βίκυ εξομολογείται ότι είναι ένας άνθρωπος που ωρίμασε αργά. «Μικρότερη ήμουν πάρα πολύ φοβισμένη, πάρα πολύ ανασφαλής και πάρα πολύ κρατημένη», λέει. «Είμαι από τους ανθρώπους που άργησα πολύ να σταθώ στα πόδια μου, να βρω τις δυνάμεις μου, παρόλο που ήμουν ένα δυνατό παιδί μικρή. Νομίζω ότι η αρρώστια και ο θάνατος του μπαμπά μου κάπως με αποσταθεροποίησαν για αρκετά χρόνια. Ας πούμε ότι αυτή η εμπειρία και η επόμενη μέρα τότε με τρόμαζε. Σήμερα, συνειδητοποιώντας πόσο μεγάλο είναι αυτό στο οποίο συμμετέχω, νιώθω ότι δεν έχω φόβο. Πρέπει να δίνεις τη μάχη μέρα με τη μέρα, γιατί έπειτα από μια εμπειρία όπως το “Kontakthof” δεν είσαι ποτέ πια ο ίδιος».
«Kontakthof» της Πίνα Μπάους
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Kontakthof εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.