Η κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1861 στη Ρωσική Αυτοκρατορία μπορεί να απελευθέρωσε τους μουζίκους, δεν τους δόθηκε όμως γη. Για να μπορέσει να συμβεί αυτό, έπρεπε ο πρώην δουλοπάροικος να εξαγοράσει από τον γαιοκτήμονα το αγροτεμάχιο μαζί με τα χρέη που του αναλογούσαν. Οι περισσότεροι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αρκεστούν σε μικρά κτήματα, ελάχιστα μέτρα γης, ίσα για να θρέψουν τις οικογένειές τους. Όχι όμως ο δουλοπάροικος παππούς του Αντόν Τσέχοφ, που είχε καταφέρει, κάνοντας αιματηρές οικονομίες, να εξαγοράσει την δική του ελευθερία και της οικογένειάς του. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεννήθηκε ο σπουδαίος Ρώσος συγγραφέας, στις 17 Ιανουαρίου του 1860, στο Ταγκανρόγκ, το ελληνικό Ταϊγάνι, ένα λιμάνι 600 μίλια νότια της Μόσχας και ξεπεσμένο –στα μέσα του 19ου αιώνα– εμπορικό κέντρο της Αζοφικής Θάλασσας, που είχε όμως σημαντική ελληνική παροικία.
Ο Αντόν ήταν το τρίτο αγόρι της οικογένειας, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν άλλα δύο και ένα κορίτσι. Ο πατέρας του Πάβελ Γεγκόροβιτς Τσέχοφ διατηρούσε μπακάλικο, ήταν δεσποτικός, βαθιά θρησκευόμενος και τρομερά βάναυσος, σε σημείο να είναι ο φόβος ολόκληρης της οικογένειάς του. Εξαιτίας του, τα παιδικά χρόνια του Αντόν τα χαρακτήριζε η απόγνωση και ο τρόμος. Η μητέρα του Ευγενία Γιακόβλεβνα Μορόζοβα, ουκρανικής καταγωγής, είχε ταλέντο να λέει ιστορίες και με αυτόν τον τρόπο ψυχαγωγούσε τα έξι της παιδιά, διηγούμενη αναμνήσεις από τα ταξίδια που έκανε με τον έμπορο πατέρα της.
Σχολιάζοντας απολαυστικά την καθημερινότητα της ρωσικής ζωής, κέρδισε τη φήμη του έξοχου χρονικογράφου και εξασφάλισε τα αναγκαία για τους γονείς και τα αδέλφια του, οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες.
Για σύντομο χρονικό διάστημα, ο Τσέχοφ παρακολούθησε μαθήματα στο ελληνικό σχολείο του Νικόλαου Βουτσινά (επίσης αυταρχικού εκπαιδευτικού), αλλά λίγο αργότερα συνέχισε στο ρωσικό γυμνάσιο. Στα 13 του ανακάλυψε το θέατρο παρακολουθώντας τυχαία μια παράσταση της κωμικής όπερας «Ωραία Ελένη» του Όφενμπαχ. Έκτοτε δεν έπαψε να παρακολουθεί κρυφά ό,τι ανέβαινε στο μικρό δημοτικό θέατρο της πόλης, επινοώντας διάφορους τρόπους για να τα καταφέρνει, καθώς το θέατρο θεωρούνταν ακατάλληλο για ανηλίκους.
Παράλληλα έστηνε με τα αδέλφια του και τους φίλους του αυτοσχέδιες παραστάσεις όπου σατίριζε διάφορους τύπους καθημερινών ανθρώπων, με αποτέλεσμα σύντομα να αρχίσει να γράφει και τα πρώτα του σκετσάκια, διακωμωδώντας μέλη της μικρής τους κοινωνίας. Στα 16 του ο πατέρας του χρεοκοπεί και αναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι τους και να μετακομίσει με την οικογένειά του στη Μόσχα, αφήνοντας ωστόσο πίσω τον έφηβο Αντόν και τον μικρότερο Ιβάν να τελειώσουν το γυμνάσιο στο Ταγκανρόγκ. Η επιβίωση των δύο παιδιών αποδείχτηκε αφόρητα δύσκολη και για να τα βγάλει πέρα ο Αντόν μαζί με τον αδελφό του, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα. Με τα χρήματα που κέρδιζε όχι μόνο κάλυπτε τις βασικές τους ανάγκες, αλλά κατάφερνε να στέλνει και ένα ποσό στους γονείς του, με τους οποίους ξαναέσμιξε στα 19 του, όταν πήγε στη Μόσχα να σπουδάσει Ιατρική.
Προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για τη διαβίωσή τους, ξεκινάει να γράφει χρονογραφήματα και ευθυμογραφήματα για τα δημοφιλέστερα σατιρικά έντυπα, αλλά και τα περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα όπως Αντόσα, Τσεχοντέ, Ρούβερ. Σχολιάζοντας απολαυστικά την καθημερινότητα της ρωσικής ζωής, κέρδισε τη φήμη του έξοχου χρονικογράφου και εξασφάλισε τα αναγκαία για τους γονείς και τα αδέλφια του, οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Κι όσο μεγαλύτερη ήταν η επιτυχία του, τόσο περισσότερο ενέδιδε στα γούστα του αναγνωστικού κοινού και τις απαιτήσεις των εργοδοτών αφού, όπως έλεγε, έγραφε με απίστευτη ευκολία, σχεδόν μηχανικά.
Οι ερευνητές του πιθανολογούν ότι την ίδια περίοδο έγραψε και το πρώτο του τετράπρακτο θεατρικό έργο (είχε προηγηθεί το πρωτόλειο και χαμένο σήμερα «Χωρίς πατέρα», που έγραψε στα εφηβικά του χρόνια), το οποίο βρέθηκε πολύ αργότερα στα κιτάπια του άτιτλο και ημιτελές και παίζεται συνήθως με τον τίτλο «Πλατόνοφ».
Το 1884 αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή και ξεκίνησε αμέσως να ασκεί το επάγγελμα του γιατρού σε νοσοκομεία της Μόσχας. Ακριβώς τότε κυκλοφόρησε και η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, «Τα παραμύθια της Μελπομένης». Παράλληλα γράφει και ένα θεατρικό μονόπρακτο με τίτλο «Στη δημοσιά» κι ενώ η αναγνώριση των λογοτεχνικών του ικανοτήτων έρχεται από κάθε πλευρά, ο ίδιος αρνιόταν να εγκαταλείψει την επιστήμη του, την οποία αντιμετώπιζε ιεραποστολικά, και να πάρει την απόφαση να στραφεί αποκλειστικά στη συγγραφή. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα φυματίωσης με αιμοπτύσεις.
Όταν το 1886 ο εκατομμυριούχος Αλεξέι Σουβόριν, εκδότης της εφημερίδας «Νόβαε Βρέμια» («Νέος Καιρός») της Αγίας Πετρούπολης, του πρότεινε διπλή αμοιβή από όλους τους υπόλοιπους, έγινε τακτικός συνεργάτης της παντοδύναμης εφημερίδας του και μεταξύ των δύο αντρών αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερα στενή φιλία. Από αυτό το νέο βήμα δημοσίευσε το διήγημα «Παννυχίδα», υπογράφοντας για πρώτη φορά με το πραγματικό του όνομα, κι ακολούθησαν και άλλα. Παράλληλα, κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή του «Ποικιλόχρωμες αφηγήσεις», όπου περιλαμβάνεται ο σατιρικός μονόλογος «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού».
Το 1888, το διήγημά του «Το σούρουπο» κέρδισε το Βραβείο Πούσκιν, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα είχε ανέβει στο θέατρο Κορς της Μόσχας το πρώτο του θεατρικό έργο «Ιβάνoφ». Η πρώτη εκείνη θεατρική εμπειρία τον ενόχλησε σφόδρα, αλλά σημείωσε επιτυχία. Από τον ίδιο θίασο, πάντως, το 1888 παρουσιάστηκε και το μονόπρακτο «Η αρκούδα» με ακόμα μεγαλύτερη αποδοχή, όπως και το «Κύκνειο άσμα», που είχε γραφτεί λίγο νωρίτερα. Εν τω μεταξύ, ένα ταξίδι στην Ουκρανία, στον Καύκασο και στην Κριμαία τού αναπτέρωσε το ηθικό, βελτιώνοντας την κατάσταση της υγείας του. Επιστρέφοντας στη Μόσχα, δημοσίευσε στο περιοδικό «Σεβέρνι Βέστνικ» («Κήρυκας του Βορρά») τη νουβέλα «Η στέπα», έργο τόσο ώριμο και λυρικό που ξεκλειδώνει ολόκληρη την τσεχοφική εργογραφία. Το 1889 παίζεται στο Αυτοκρατορικό Θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Πετρούπολης μια νέα βελτιωμένη εκδοχή του «Ιβάνοφ», σημειώνοντας θριαμβευτική επιτυχία, η οποία ωστόσο επισκιάστηκε από τον θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του Νικόλα από φυματίωση.
Δεκέμβριο του ίδιου έτους ανέβηκε στη Μόσχα «Το στοιχειό του δάσους», μια πρώτη εκδοχή του «Θείου Βάνια», κι αμέσως μετά η μονόπρακτη κωμωδία «Ο γάμος». Τον Απρίλιο του 1890 διέσχισε τη Σιβηρία με τρένο, αλλά και ποταμόπλοιο κι όπου χρειάστηκε και με κάρο, για να φτάσει τον Ιούλιο στη νήσο Σαχαλίνη, τόπο εξορίας-κάτεργο της τσαρικής Ρωσίας. Εκεί έμεινε δυόμισι μήνες κάνοντας έρευνα και καταγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων. Συνάντησε κυριολεκτικά τους πάντες και μίλησε με κάθε κρατούμενο ξεχωριστά, συγκεντρώνοντας εξωφρενικά στοιχεία για την απάνθρωπη μεταχείρισή τους και για το μέγεθος της βαρβαρότητας του σωφρονιστικού συστήματος συνολικά. Οι επιστολές που έστελνε σε φίλους και στην αδελφή του αποτελούν μέχρι σήμερα συγκλονιστικές μαρτυρίες. Επέστρεψε κάνοντας τον γύρο της ηπείρου μέσω Ινδικού Ωκεανού και περνώντας από την Κεϋλάνη. Τρία χρόνια αργότερα παρουσίασε την εξαιρετική κοινωνιολογική του μελέτη στο περιοδικό «Ρούσκαγια Μισλ» («Ρωσική σκέψη»), η οποία το 1895 κυκλοφόρησε και ως βιβλίο με τον τίτλο «Νήσος Σαχαλίνη». Η οδυνηρή αυτή εμπειρία πέρασε και σε διηγήματα όπως η «Μονομαχία» (1891) και ο «Θάλαμος Νο 6» (1892).
Μάρτιο του 1892 αγόρασε κτήμα στο Μελίχοβο, νότια της Μόσχας, μετακόμισε εκεί και έστησε ένα ιατρικό κέντρο. Ως γιατρός εργάστηκε ακαταπόνητα για την επιδημία χολέρας που μάστιζε την κεντρική Ρωσία, συνέβαλε στη φροντίδα εγκαταλελειμμένων ανθρώπων με δωρεάν επισκέψεις και στήριξε οικονομικά την ανέγερση σχολείων και νοσοκομείων. Ξεπέρασε τόσο τις οικονομικές όσο και τις φυσικές του δυνάμεις, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Έκανε δημόσιες εκκλήσεις, ενώ συνέδραμε ακόμα και ως μέλος του επαρχιακού συμβουλίου της περιοχής, συμβάλλοντας σε αποφάσεις που αφορούσαν ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας, καθώς πίστευε ακράδαντα ότι καθετί που διευκόλυνε και ωφελούσε τη ζωή των ανήμπορων έχει ανεκτίμητη αξία.
Οκτώβριο του 1896 ο «Γλάρος» έκανε πρεμιέρα στο Αλεξαντρίνσκι της Πετρούπολης και σημείωσε παταγώδη αποτυχία. Συντετριμμένος δήλωσε ότι δεν θα ξαναγράψει θέατρο ποτέ πια. Όταν όμως δύο χρόνια αργότερα ο «Γλάρος» ανέβηκε εκ νέου από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας σε σκηνοθεσία Στανισλάβσκι και Νεμιρόβιτς-Ντάντσενκο, αναδείχθηκε σε θρίαμβο. Στις πρόβες γνώρισε την ηθοποιό Όλγα Λεονάρντοβα Κνίπερ, την οποία ερωτεύτηκε. Στο μεταξύ, οι δύο συνιδρυτές του Θεάτρου Τέχνης ανεβάζουν το 1899 τον «Θείο Βάνια», με τον ίδιο τον Στανισλάβσκι στον ομώνυμο ρόλο. Το μοσχοβίτικο κοινό συγκλονίζεται, όλοι μιλάνε για ένα αριστούργημα. Η φήμη του εκτινάχθηκε καθώς οι κριτικοί τον κατέταξαν δίπλα στον Γκόγκολ, τον Τουργκένιεφ και τον Τολστόι. Τα έργα του παίζονταν πια σε όλα τα θέατρα της αυτοκρατορίας. Τι ήταν εκείνο που εντυπωσίαζε; Όλοι του οι ήρωες, τόσο στα θεατρικά του έργα όσο και στα διηγήματά του, ήταν θύματα της απολυταρχίας, της γραφειοκρατίας, της εξωφρενικής φτώχειας. Πρόκειται για μια πινακοθήκη ταλαιπωρημένων και καθημερινών ανθρώπων αλλά και φαλιριμένων μικροευγενών, ετοιμοθάνατων, φοιτητών με οράματα, τριτοκλασάτων ηθοποιών και απελπισμένων γυναικών. Φωτίζονται όμως με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, γιατί όσα λένε, αλλά κυρίως όλα όσα θα ήθελαν να πουν και δεν λένε, αναδεικνύουν μια συντριβή –όπως και μια ειρωνεία– βαθιά ανθρώπινη και οικουμενική.
Το 1898, με τη δημοσίευση της επιστολής του Ζολά –το περίφημο «Κατηγορώ»– παίρνει δημοσιότητα στη Γαλλία αλλά και σε άλλες χώρες η υπόθεση Ντρέιφους κι ο Τσέχοφ εκφράζει τον θαυμασμό του για τη στάση του Ζολά και τον αποτροπιασμό του για τη φυλάκισή του. Αυτό διατάραξε τη σχέση του με τον Σουβόριν, καθώς η εφημερίδα του πρωτοστατούσε στις αντισημιτικές τοποθετήσεις. Άλλωστε είναι η εποχή των μεγάλων πογκρόμ Εβραίων σε όλη τη ρωσική επικράτεια. Το 1899 και ενώ έχει χάσει τον πατέρα του, εγκαταλείπει, έπειτα από προτροπή των γιατρών, το Μελίχοβο και εγκαθίσταται στην Κριμαία, έξω από τη Γιάλτα, με τη μητέρα του και την αδελφή του. Στο θαυμάσιο εξοχικό που έχτισε, τη λευκή ντάτσα που σήμερα αποτελεί μουσείο στη μνήμη του συγγραφέα, δεχόταν θαυμαστές του αλλά και προσωπικότητες όπως ο Γκόρκι και ο Τολστόι. Εκεί, ανάμεσα σε πολλά, έγραψε το διασημότερο διεθνώς διήγημά του «Η κυρία με το σκυλάκι».
Το 1900 εκλέχτηκε επίτιμο μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών στην κατηγορία της Λογοτεχνίας, τιμή από την οποία παραιτήθηκε έπειτα από δύο χρόνια ως ένδειξη διαμαρτυρίας στην απόφαση της κυβέρνησης να ακυρώσει την εκλογή του Μαξίμ Γκόρκι ως επίτιμου ακαδημαϊκού. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιανουάριο του 1901 έζησε ακόμα έναν θρίαμβο με το ανέβασμα του αριστουργηματικού του έργου «Τρεις αδελφές» από το Θέατρο Τέχνης. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Όλγα Κνίπερ. Ο γάμος τους ήταν αντισυμβατικός για την εποχή, καθώς εκείνη βρισκόταν τον περισσότερο καιρό στη Μόσχα συμμετέχοντας σε παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης. Η Κνίπερ έμεινε έγκυος, αλλά τελικά απέβαλε.
Ξεκίνησε να γράφει τον «Βυσσινόκηπο» το 1902, όχι με τους ταχείς ρυθμούς που συνήθιζε, δίνοντας χρόνο στην επεξεργασία του έργου. Καθώς η υγεία του χειροτέρευε, οι γιατροί τον συμβούλευαν να προτιμάει το ξηρό κλίμα της Μόσχας αντί της Γιάλτας. Ήταν ο λόγος που περνούσε την άνοιξη και μέρος του καλοκαιριού σε ένα εξοχικό σπίτι στη μοσχοβίτικη ύπαιθρο. Παρ’ όλα αυτά, τον «Βυσσινόκηπο» τον ολοκλήρωσε τον Οκτώβριο του 1903 στη Γιάλτα και η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο Τέχνης στις 17 Ιανουαρίου 1904, ημέρα των 44ων γενεθλίων του, μαζί με μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν του, η οποία θύμιζε περισσότερο αποχαιρετιστήρια συνάθροιση. Η σκηνοθεσία ήταν των Νεμιρόβιτς-Ντάντσενκο και Στανισλάφσκι, ο οποίος ερμήνευσε και τον Γκάγιεφ, ενώ η Όλγα Κνίπερ υποδύθηκε τη Λιουμπόφ. Ο Τσέχοφ ωστόσο απογοητεύτηκε με την υπερβολική δραματική διάσταση που είχε δοθεί στο έργο. Μάλιστα, σε γράμμα του έγραψε στην Κνίπερ είπε: «Γιατί λένε το έργο μου με τόση επιμονή ‘’δράμα’’ στις αφίσες και στις δημοσιεύσεις των εφημερίδων; Ο Νεμίροβιτς και ο Στανισλάβσκι δεν κατάλαβαν καθόλου τι έγραψα και μπορώ να σου δώσω τον λόγο μου πως κανένας απ’ τους δυο τους δεν διάβασε το έργο με προσοχή. Με συγχωρείς, σε βεβαιώ ότι έτσι είναι».
Πάντως ο «Βυσσινόκηπος» αποτέλεσε ακόμα έναν θρίαμβο, αλλά τον Μάιο η επιδείνωση της υγείας του τον οδήγησε στην απόφαση να ταξιδέψει με τη σύζυγό του στο Βερολίνο. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, οι γιατροί δεν κατάφεραν να προσφέρουν κάποια βελτίωση και στις 2 Ιουλίου του 1904, τα ξημερώματα, πέθανε στο μικρό θέρετρο Μπαντενβάιλερ του Μέλανα Δρυμού. Λέγεται ότι οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Ich sterbe» (πεθαίνω). Η σορός του μεταφέρθηκε στη Μόσχα, όπου θάφτηκε στις 9 Ιουλίου στο νεκροταφείο Νοβοντέβιτσι δίπλα στον πατέρα του. Το 1905 ξέσπασε η πρώτη ρωσική επανάσταση και ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για την αυτοκρατορία. Ο «Βυσσινόκηπος» είχε προηγηθεί της Ιστορίας, περιγράφοντας μια κρατούσα τάξη που αργοπέθαινε από αδιαφορία και παραίτηση και μια νέα τάξη που της άρπαζε την περιουσία αλλά και τη θέση της στην εξουσία.
«Ο Βυσσινόκηπος»
Το έργο έχει ως κεντρικό χαρακτήρα τη Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα, μια αριστοκράτισσα που επιστρέφει στο οικογενειακό της κτήμα, το οποίο περιλαμβάνει έναν μεγάλο και ξακουστό βυσσινόκηπο. Σπατάλες ετών την οδήγησαν σε οικονομικό αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να πληρώσει την υποθήκη και να κινδυνεύει να χάσει την περιουσία της σε δημοπρασία. Αδιάφορη και ανένδοτη στις προσφορές για τη διάσωση του κτήματος, το κτήμα καταλήγει στα χέρια του Λοπάχιν, γιου ενός πρώην δουλοπάροικου του πατέρα της. Χαμένοι έρωτες και ανομολόγητα πάθη, κοινωνικά και άλλα τραύματα διαπερνούν την αφόρητη, αδιέξοδη οικογενειακή ατμόσφαιρα και την ανικανότητα να ανταποκριθούν όλοι τους στις αλλαγές των καιρών. Στην τελευταία σκηνή, κι ενώ όλοι εγκαταλείπουν το σπίτι, ακούγεται ο ήχος των τσεκουριών που πετσοκόβουν τις κερασιές. Στο κύκνειο άσμα του Τσέχοφ μοιάζει να αντανακλώνται οι μεγάλες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές στη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, η άνοδος μιας νέας τάξης και η οριστική καθίζηση της αριστοκρατίας. Αλλαγές που σύντομα θα έφερναν τις μεγάλες επαναστάσεις και την κατάλυση της τσαρικής μοναρχίας.
Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το 1904 σε σκηνοθεσία των Νεμίροβιτς και Στανισλάβσκι, ενώ η παράσταση ταξίδεψε στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη. Η αποδοχή του έργου ήταν καθολική με αποτέλεσμα να ακολουθηθεί από μεγάλες και σημαντικές παρουσιάσεις στην Ευρώπη, στην Αμερική και διεθνώς. Μερικοί από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες, ο Πίτερ Χολ, ο Ζαν-Λουί Μπαρό, ο Τζόρτζιο Στρέλερ, ο Πίτερ Μπρουκ, πιο πρόσφατα ο Σαμ Μέντες, καταπιάστηκαν με αυτό. Σημαντικές και διάσημες πρωταγωνίστριες έχουν ερμηνεύσει τσεχοφικούς χαρακτήρες σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ανάμεσά τους η Πέγκι Άσκροφτ, η Άιριν Γουόρθ, η Τζούντι Ντεντς, η Μέριλ Στριπ, η Νατάσα Πέρι, η Ανέτ Μπένινγκ, η Έλεν Μπέρστιν, η Νταϊάν Λέιν, όπως επίσης και δημοφιλείς πρωταγωνιστές όπως ο Τζον Γκίλγουντ, ο Άλμπερτ Φίνεϊ, ο Ίαν Χολμ, ο Μισέλ Πικολί, ο Άλφρεντ Μολίνα, ο Ίθαν Χοκ.
Στην Ελλάδα παίχτηκε πρώτη φορά το 1939 από τον Θεατρικό Όμιλο του Κάρολου Κουν στο Ελληνικό Ωδείο, σε μετάφραση του Λυκούργου Καλλέργη και σκηνοθεσία του Κουν. Ο ίδιος το ανέβασε με το Θέατρο Τέχνης το 1945, με μια διανομή που περιελάμβανε τους Μίμη Φωτόπουλο, Σταύρο Ξενίδη, Καίτη Λαμπροπούλου και Γιάννη Γκιωνάκη. Όταν το επανέλαβε το 1955 η διανομή αποτελούνταν από τους Νέλλη Αγγελίδου, Μηνά Χρηστίδη, Γιώργο Λαζάνη, Μαρία Κωνσταντάρου, Δημήτρη Χατζημάρκο, Κώστα Μπάκα, Θόδωρο Κατσαδράμη, Πέτρο Φυσσούν, Βέρα Ζαβιτσιάνου.
Από το Εθνικό Θέατρο παρουσιάστηκε πρώτη φορά μόλις το 1969 σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη με πρωταγωνίστρια τη Μαίρη Αρώνη, ενώ τη διανομή συμπλήρωναν ο Βασίλης Κανάκης, η Ελένη Χατζηαργύρη, η Όλγα Τουρνάκη, ο Ζώρας Τσάπελης, η Νεφέλη Ορφανού, η Μαρία Σκούντζου, πάντα στη μετάφραση του Καλλέργη. Την ίδια μετάφραση χρησιμοποίησε όταν το σκηνοθέτησε ο Μίνως Βολανάκης στο ΚΘΒΕ το 1974 με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στους κεντρικούς ρόλους. Το 1981 οι «Δεσμοί» της Ασπασίας Παπαθανασίου ανεβάζουν το έργο σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου και σκηνοθεσία του Αντώνη Βογιάζου, με την Παπαθανασίου στον κεντρικό ρόλο. Μαζί της ήταν η Μαρία Κατσανδρή, ο Δημήτρης Καμπερίδης, ο Γιάννης Ροζάκης, ο Βασίλης Ανδρεόπουλος.
Το 1985 ήταν η σειρά του σημαντικού σχήματος της εποχής, του «Θεάτρου της Άνοιξης», να το ανεβάσει σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη, με τη Μαριέττα Σγουρδαίου, τη Χρύσα Σπηλιώτη, την Αμαλία Μουτούση, τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και άλλους, ενώ την ίδια χρονιά στο Εθνικό Θέατρο το σκηνοθέτησε ο Γιώργος Μιχαηλίδης με την Αντιγόνη Βαλάκου, τον Βύρωνα Πάλλη, τον Χρήστο Καλαβρούζο, τον Νικήτα Τσακίρογλου, τον Γιώργο Παρτσαλάκη, την Αθηνά Τσιλύρα, την Πένυ Παπουτσή, τη Μιράντα Ζαφειροπούλου και την Ελένη Κισκύρα. Το 1988 το ζεύγος Καρέζη-Καζάκος έφερε στην Ελλάδα έναν διάσημο Ρώσο σκηνοθέτη, τον Ολέγκ Εφραίμοφ, για να το σκηνοθετήσει. Το ίδιο έκανε και η Κάτια Δανδουλάκη το 1995, φέρνοντας τον Γιούρι Λιουμπίμοφ, με τη δική της διανομή να απαρτίζεται από δημοφιλείς ηθοποιούς όπως ο Γιάννης Φέρτης, ο Πέτρος Φυσσούν, ο Ζαχαρίας Ρόχας, ο Γιώργος Μοσχίδης, η Μαρίνα Ψάλτη και η Δάφνη Λαμπρόγιαννη. Η απόδοση του έργου ήταν του Μάριου Πλωρίτη.
Τέλος, δύο βετεράνοι του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου ασχολήθηκαν επίσης με τον «Βυσσινόκηπο»: ο Σπύρος Ευαγγελάτος το ανέβασε με το Αμφι-θέατρο το 2007 με τους Δήμητρα Χατούπη, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιώργο Βελέντζα, Πέτρο Φυσσούν, Νίκο Χαραλάμπους, Μαρίνα Ασλάνογλου και Θανάση Κουρλουμπά, ενώ ο Μιχάλης Κακογιάννης το 1999 το μετέφερε στον κινηματογράφο στα αγγλικά με τους Σαρλότ Ράμπλινγκ, Άλαν Μπέιτς, Όουεν Τιλ, Τζέραρντ Μπάτλερ, Κατρίν Κάρλιτζ και άλλους, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Διονύση Φωτόπουλου.
Από το 2000, μια νέα γενιά αρχίζει να ασχολείται με το αριστουργηματικό έργο του Τσέχοφ, οπότε το ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη αναθέτει στον Θωμά Μοσχόπουλο να το σκηνοθετήσει, με τη Λυδία Φωτοπούλου, τον Άρη Λεμπεσόπουλο, τον Αργύρη Ξάφη, τον Δημήτρη Ναζίρη, τον Δημήτρη Κολοβό, τη Δέσποινα Κούρτη, την Άννα Μάσχα, τη Λίνα Λαμπράκη, τον Χάρη Τσιτσάκη, τον Γιάννη Χαρίση και τον Χρήστο Σουγάρη. Στη Θεσσαλονίκη ανεβαίνει και το 2013 από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης σε έναν ιδιαίτερο χώρο, στη Βίλα Καπαντζή, στη νέα μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, σε σκηνοθεσία της Χριστίνας Χατζηβασιλείου, με την Έφη Σταμούλη στον ρόλο της Λιουμπόφ. Δύο χρόνια αργότερα ο Νίκος Καραθάνος παρουσιάζει τη δική του εκδοχή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση με την ομάδα του, που περιελάβανε τους Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Έλενα Τοπαλίδου, Θανάση Αλευρά, Λένα Κιτσοπούλου, Μιχάλη Σαράντη, Χρήστο Λούλη, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννη Κότσιφα, Άγγελο Τριανταφύλλου, Δάφνη Πατακιά, Άγγελο Παπαδημητρίου, Γιώργο Μπινιάρη, Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη.
Το 2018 ανεβαίνει στο Θέατρο Χορν σε μετάφραση της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, με τους Θέμιδα Μπαζάκα, Δημήτρη Λιγνάδη, Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννη Κότσιφα, Αλέξανδρο Μαυρόπουλο, Γεωργιάννα Νταλάρα, Γιώργο Μπινιάρη, Γιάννη Γιαννούλη, Σίσσυ Τουμάση.
Επίσης, το 2023 η Δέσποινα-Ντορίνα Ρεμεδιάκη το ανέβασε στο πλαίσιο του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» του υπουργείου Πολιτισμού και λίγο αργότερα το μετέφερε στο θέατρο Θησείον.
Σύντομα, δύο νέες παραγωγές πρόκειται να κάνουν πρεμιέρα, στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου και μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη και στο ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη σε μετάφραση Δαυίδ Μαλτέζε και σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου. Συγχρόνως, ο Δημήτρης Τάρλοου έχει ανακοινώσει επίσης την πρεμιέρα της δικής του εκδοχής για τον Νοέμβριο του 2026.