Να ζεις περισσότερο ή καλύτερα, αναρωτιέται ο ήρωας μίας από τις ιστορίες της «Ιεροτελεστίας», του έργου που έγραψε ο Γκιγιόμ Πουά παίρνοντας τριακόσιες συνεντεύξεις από ανθρώπους που μοιράζονται τις εμπειρίες τους σε σχέση με τη ζωή και την απώλεια, τις πολύτιμες ψηφίδες που συγκροτούν τη μεγάλη ιστορία της ανθρωπότητας. Στις έντεκα ιστορίες που παρακολουθούμε –τρεις από αυτές εμβόλιμες στο αρχικό κείμενο του έργου, που γράφτηκαν από την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου ειδικά για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου και έχουν ως πηγή έμπνευσης την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων–, τα πρόσωπα, Ρανάτα, Κάλι, Τομά, Ασμά, Ζορζ, Ιμπραήμ, Πάνος, Ματιάς, Ζαΐα, Λεό, Σάββας, μιλούν για τον θάνατο όχι μόνο των οικείων τους αλλά και της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων, της ενσυναίσθησης, της δικαιοσύνης.
«Το κείμενο αποτελείται από αφηγήσεις διαφόρων προσώπων που μας μιλάνε για ένα τραύμα, μια εμπειρία που τους έχει στιγματίσει, και αφορά έναν θάνατο, μια απώλεια. Μας διηγούνται στην ουσία το πώς αυτή η απώλεια τούς έχει στην πραγματικότητα αλλάξει και το πώς συνέχισαν έπειτα από αυτήν. Η Ρενάτα, μια πρώην επαγγελματίας μοιρολογίστρα, το πρώτο πρόσωπο που ξεκινάει αυτήν την παράδοξη παρέλαση αφηγήσεων, μας μιλάει για την τελετουργία που ακολουθούσε στις κηδείες στις οποίες τη φώναζαν», λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης. «Ο τίτλος του έργου στα γαλλικά είναι “Un sacre”, δηλαδή κάτι το ιερό. Κοιτώντας το πιο ανοιχτά λοιπόν, πρόκειται και για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε έναν θάνατο, ως κάτι το ιερό, ως κάτι που χρειάζεται το άπλωμα του χρόνου για να μπορέσεις να το χωνέψεις και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Πρόκειται γι' αυτήν τη σειρά δράσεων, σκέψεων και συναισθημάτων που κάνει ο καθένας μας όταν βρίσκεται μπροστά σε μια ουσιαστική απώλεια, για μια δικιά μας προσωπική λοιπόν ιεροτελεστία. Και δεν μιλάω για τελετουργία, γιατί η τελετουργία στήνεται από κάτι εθιμοτυπικό, από άλλους και απαιτεί κοινό, ενώ η ιεροτελεστία είναι κάτι που μπορείς να κάνεις και μόνος σου, και σ’ αυτό το “προσωπικό” και “μοναδικό” επιδίδονται τα πρόσωπα του έργου».
Από τη μικροϊστορία γεννιέται μια μεγάλη ιστορία των ανθρώπων, οι σχέσεις τους που είναι πάντα απρόβλεπτες, υπάρχει η μεγάλη ιστορία της ζωής και οι ανατροπές της. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη, η πορεία από το μικρό στο μεγάλο, ο σύνδεσμος μεταξύ του προσωπικού δράματος και της κοινωνικής τραγωδίας.
Για τον σκηνοθέτη είναι προαπαιτούμενο να ασχολείται με ιστορίες που τον συγκινούν. Τη συγκίνηση τη βρίσκει πάντα στην απλότητα, στη μικρή δράση, σε μια απλή ανθρώπινη σκέψη. Κάνοντας τους δικούς του συνειρμούς σε αυτή την απλότητα, βλέποντας ή ακούγοντάς την, οδηγείται σε μια κρυμμένη σημαντικότητα. Στο επικό που κρύβεται πίσω από το φαινομενικό «τίποτα». «Αυτήν ακριβώς την ποιότητα έχει και το έργο του Πουά, όπως έχουν πολλοί σύγχρονοι Γάλλοι συγγραφείς. Ένας λόγος απαλλαγμένος από λογοτεχνικές φιοριτούρες, ένας λόγος απλός και γι’ αυτό ακριβώς σκληρός, ουσιώδης, ανοιχτός σε ερμηνείες, φιλόξενος ως προς τον αναγνώστη/θεατή. Και αναγκαστικά, γιατί δεν μπορώ ποτέ να κάνω διαφορετικά, βασίζω όλη μου τη δουλειά στο σύμπαν που θα προκύψει από τον λόγο. Θα έλεγα ότι αυτός ο λόγος μού δίνει το ελεύθερο να συμπληρώσω τα κενά του. Δεν μου εξηγείται τίποτα και δεν θέλω να μου εξηγηθεί τίποτα στο θέατρο. Γι’ αυτό έχω τη μουσική και την κίνηση που χρησιμοποιώ συνέχεια, για να υπηρετήσουν το άνοιγμα του νοήματος και να προσκαλέσουν τον θεατή να συμμετάσχει με τον δικό του τρόπο στην παράσταση. Θα έλεγα ότι και εδώ επιδιώκω τη δημιουργία μιας κοινότητας που θα δημιουργηθεί την ώρα της παράστασης, από τους ηθοποιούς και τους θεατές. Μια κοινότητα που χαρακτηριστικό της θα έχει το πάρε-δώσε των νοημάτων, των σκέψεων, των αισθήσεων και των συναισθημάτων, χωρίς όμως αυτά να ορίζονται εξαρχής από εμένα σε μια αδιέξοδη κλειστότητα. Εδώ, επιπλέον, χρησιμοποιώ αρκετά το στοιχείο του θεάτρου με τη λειτουργία που πραγματικά έχει ως ένας προσωρινός τόπος μνήμης που μας προσκαλεί όλους, ηθοποιούς και θεατές, να θυμηθούμε τις δικές μας εμπειρίες, τις δικές μας απώλειες», λέει.
Ο Πουά σε κάθε σκηνή χρησιμοποιεί ως άξονα έναν θάνατο, μια απώλεια και με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να συνδεθούν οι διαφορετικές ιστορίες που συναντάμε. Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά που υπάρχουν ώστε να συνεχίσουν οι αφηγητές και πόσο μοναδικός είναι κάθε θάνατος; Πόσο καθορίζει τη συνέχεια; Ο Πουά ακολουθεί σε όλες τις αφηγήσεις ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Χρησιμοποιώντας την ποιότητα μιας εξομολόγησης μπροστά σε αγνώστους, οι αφηγητές πάντα εκθέτουν όχι ολόκληρη τη ζωή τους αλλά κάποια στοιχεία αυτής, όπως θα έκανες απαντώντας σε συγκεκριμένες ερωτήσεις. Πάντα μια ερώτηση αιωρείται πάνω από τα κείμενα.
«Λογικό, καθότι προέκυψαν από μια διαδικασία συνεντεύξεων πραγματικών ανθρώπων», λέει ο σκηνοθέτης. «Αφού πάρουμε λοιπόν μια γεύση του ποιος είναι ο καθένας, φτάνουμε πάντα στον θάνατο που τους σημάδεψε και στο τέλος στο πώς αυτός ο θάνατος τους άλλαξε. Δηλαδή έχουμε έκθεση, συμβάν, αλλαγή. Πάντα όμως παίζει με αυτήν τη σειρά, ποτέ δεν είναι η ίδια, γι’ αυτό κάθε ιστορία είναι μοναδική. Μπαίνοντας στις πρόβες, συνειδητοποίησα ότι ενώ φαινομενικά οι ιστορίες είναι ασύνδετες μεταξύ τους, τις ενώνει ένα υπόγειο νήμα που από τη μία έχει να κάνει με τη σειρά αυτών των δομικών χαρακτηριστικών και από την άλλη με τη μοναδικότητα κάθε θανάτου. Και ενώ ξεκινάμε με απώλειες που τις διαχειρίζονται οι αφηγητές μέσα σε μια μοναξιά, σε ένα σαλόνι, σε ένα χολ, σιγά σιγά οι αφηγητές ανοίγουν τα νοήματά τους και βάζουν μέσα στο παιχνίδι τις μεγαλύτερες απώλειες, όχι πια τις προσωπικές, αλλά αυτές που αφορούν το κοινωνικό σύνολο, την πολιτική, την εξουσία. Την απώλεια της ίσης μεταχείρισης των τάξεων, της δημοκρατίας, της ενσυναίσθησης, την απώλεια των κοινωνικών δομών με αφορμή τον θάνατο ενός φτωχού και ανήμπορου ανθρώπου, το νοιάξιμο για τη διατήρηση μιας εξουσίας με αφορμή τον χαμό ενός αυταρχικού πατέρα. Έτσι θα έλεγα ότι ξεκινάμε από το προσωπικό για να καταλήξουμε στο κοινωνικό, στην ίδια την ανθρωπότητα».
Από τη μικροϊστορία γεννιέται μια μεγάλη ιστορία των ανθρώπων, οι σχέσεις τους που είναι πάντα απρόβλεπτες – υπάρχει η μεγάλη ιστορία της ζωής και οι ανατροπές της. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμη, η πορεία από το μικρό στο μεγάλο, ο σύνδεσμος μεταξύ του προσωπικού δράματος και της κοινωνικής τραγωδίας. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα που να μη συνδέει την μικρή «μοναδική» μας ιστορία με τη μεγαλύτερη Ιστορία της ανθρωπότητας.
«Δεν υπάρχει τίποτα στις επιλογές μας που να γίνεται ανεξάρτητα από το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζούμε. Αυτήν τη στιγμή, ας πούμε, ζούμε στην εποχή της αγριότητας. Το νεκρό πια καπιταλιστικό σύστημα προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατηθεί στην εξουσία, μετατρεπόμενο σε ένα τέρας που ζει με τα πόδια του φασισμού, του ρατσισμού, της ομοφοβίας, της μη ανοχής σε οτιδήποτε διαφορετικό. Αυτή η πρωτοφανής λοιπόν αγριότητα αντικατοπτρίζεται καθημερινά και στις ανθρώπινες σχέσεις. Μεγαλώνουμε δυστυχώς σε ένα σκοτάδι που σιγά σιγά μας διαμορφώνει», λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης.
Μπαίνει επιτακτικά το ζήτημα του χρόνου, μάλλον της έλλειψής του στον σύγχρονο βίο μας. Και μαζί η ανάγκη που υπαγορεύουν οι σύγχρονες κοινωνίες να απωθούμε το δυσάρεστο, την απώλεια, να συντομεύουμε τις διαδικασίες, να μη στεκόμαστε ώστε να θρηνήσουμε, να αναστοχαστούμε, να πενθήσουμε.
«Η ταχύτητα αποτελεί πια κοινωνική επιταγή. Από το άνιωθο σκρολάρισμα στο TikTok μέχρι τη μηδενική ανοχή στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, από τη μανιασμένη παραγωγή δήθεν καλλιτεχνημάτων μέχρι τη συσκευασμένη κομμένη και πλυμένη σαλάτα στα σούπερ μάρκετ, οφείλεις να είσαι γρήγορος: γρήγορος στη σκέψη, στην κατανάλωση, στον χρόνο που διαθέτεις για τους άλλους. Κι αυτό γιατί υπεραξία είναι το λεγόμενο be yourself. Το οποίο είναι συγκλονιστικά παράδοξο», λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης. «Όσο πιο πολύ ανακαλύπτεις και προασπίζεσαι τον εαυτό σου, τόσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από τους άλλους και από τα πραγματικά σου συναισθήματα. Αντί να κοιτάς βαθιά μέσα σου και να ανακαλύπτεις όλους τους άλλους που συνυπάρχουν στα έγκατα του εαυτού σου, κάθεσαι βασιλιάς στη μοναξιά της ψεύτικης μοναδικότητάς σου. Απομακρύνονται οι άνθρωποι από τους άλλους ανθρώπους τόσο στη ζωή όσο και τη στιγμή του θανάτου τους.
Ο θάνατος πια πρέπει να γίνεται γρήγορα και να κουκουλώνεται μέσα σε ένα απόγευμα γιατί δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, γιατί ο χρόνος είναι χρήμα. Και δεν μπορούμε πια να διαχειριστούμε την απώλεια, γιατί το δυσάρεστο, η λύπη, το πένθος θα λερώσουν τη λαμπερή εικόνα της ευτυχίας μας. Παλιότερα –και όχι πολύ παλιότερα– το πένθος κρατούσε μέρες. Θυμάμαι τα τριήμερα και τις ολονυχτίες που έτυχε να ζήσω σε χαμούς δικών μου ανθρώπων. Αυτά πια δεν υπάρχουν, κυρίως στις δυτικές κοινωνίες και πρωτίστως στα αστικά κέντρα. Και ένα από τα πράγματα που προτείνει το έργο είναι να δώσεις χρόνο στην απώλεια. Γιατί μόνο έτσι μπορείς πραγματικά να προσφέρεις στον εαυτό σου ένα σκαλοπάτι στη δύσκολη σκάλα της αποδοχής, μια γέφυρα για να περπατήσεις και να καταλάβεις τον χαμό, τον θάνατο του αγαπημένου σου. Ούτως ή άλλως, θα σε συντροφεύει για πάντα. Αυτά που χάνουμε μας ορίζουν πιο γερά από αυτά που κερδίζουμε. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό όρισε πολύ τον τρόπο με τον οποίο είδα το έργο. Ο χρόνος που δίνουν οι αφηγητές στη δική τους απώλεια προσφέρεται και σε μένα, ως θεατή, για να σκεφτώ τη δική μου απώλεια».
Με αφορμή αυτές τις ιστορίες, ανοίγουν ζητήματα κοινωνικά και πολιτικά και κάποιες φορές συνδέονται με πράξεις σχεδόν επαναστατικές. Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα αποτελεί η Ζαΐα, το πρόσωπο του έργου που, παίρνοντας αφορμή από τον θάνατο του κακοποιητικού και καταπιεστικού της πατέρα, διατυπώνει σθεναρά την άποψη ότι χρειάζεται μια γερή επανάσταση.
«Όλα τα πρόσωπα του έργου ανήκουν σε μειονότητες εθνικές, ταξικές, σεξουαλικές και χρησιμοποιώ επίτηδες τον όρο αυτόν, παρότι δεν συμφωνώ φιλοσοφικά. Είναι όμως η λέξη που χρησιμοποιεί η κοινωνία για να περιγράψει τη διαφορετικότητα, μη αποδεχόμενη την αυτονόητη μοναδικότητα κάθε ανθρώπου. Έχω να πω ότι δεν κάνω καμία παραπάνω απόπειρα να συνδέσω αυτές τις ιστορίες, λοιπόν, με την πραγματικότητα σήμερα, γιατί η σύνδεσή τους γίνεται αυτόματα και χωρίς κόπο. Οι άγριες κοινωνίες σήμερα πασχίζουν να ορίσουν κοινωνικές νόρμες και να προσδιορίσουν εκ νέου τη φυσιολογικότητα με εργαλεία που τους δίνει η πολιτική εξουσία, η οποία με τη σειρά της ορίζεται από τις πολυεθνικές και τους οικονομικούς κολοσσούς. Οπότε, έχουμε μπροστά στα μάτια μας τη διαδοχή “χρήμα, πολιτική εξουσία, εκφασισμός κοινωνιών”. Το μόνο που μπορώ να προτείνω ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης σήμερα είναι η άρνηση των “διαφορετικών” να υποταχθούν σε οτιδήποτε τους σερβίρεται ως φυσιολογικό. Μόνο από κάτω και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πραγματικές κοινότητες ανθρώπων που θα αντιστέκονται. Είναι επιταγή πια η δημιουργία κοινότητας. Γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο θα καταλάβουμε ότι το ζήτημα ήταν, είναι και θα είναι πάντα ταξικό. Τίποτα δεν μας χωρίζει. Απλώς πρέπει να καταλάβουμε ότι οι οποιουδήποτε τύπου διακρίσεις, από τις φυλετικές μέχρι τον πόλεμο που δέχεται παγκοσμίως τώρα η τρανς κοινότητα, είναι παιχνίδια που μας έχουν δώσει οι πλούσιοι για να παίζουμε την ώρα που αποφασίζουν ανενόχλητοι για τις τύχες μας μέσα στο σαλόνι», λέει ο Χρήστος Θεοδωρίδης.