«Ο μίμος των φωνών»: Ο Τόμας Μπέρνχαρντ γράφει για τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχής

Το πίσω ράφι/ Τόμας Μπέρνχαρντ «Ο μίμος των φωνών» Facebook Twitter
Το πιο αξιοπερίεργο γεγονός στη δημοσιογραφική καριέρα του Μπέρνχαρντ δίνει υλικό σε μια από τις εκατόν τέσσερις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Ο μίμος των φωνών». Φωτ.: Getty Images/ Ideal Images
0

«Ο ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗΣ μιας εφημερίδας βρίσκεται πολύ κοντά στην ανθρώπινη αθλιότητα και στον ανθρώπινο παραλογισμό και μπορεί ν’ αντέξει αυτήν την εμπειρία για μικρό χρονικό διάστημα και όχι για όλη του τη ζωή, γιατί αλλιώς θα τρελαθεί. Παρακολουθώντας καθημερινά στα δικαστήρια τόσα πιθανά, απίστευτα, εξωφρενικά πράγματα και γράφοντας για πραγματικές ή φανταστικές, όμως πάντοτε χυδαίες, εγκληματικές πράξεις για να κερδίσει το ψωμί του, τίποτε πλέον δεν μπορεί να τον αιφνιδιάσει».

Ο διάσημος Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ (1931-1989) ήξερε πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάει. Στα νιάτα του, κι αφού είχε διακόψει τις μουσικές σπουδές του για λόγους υγείας –βαριά πλευρίτιδα και φυματίωση–, εργάστηκε κι ο ίδιος για αρκετά μεγάλο διάστημα ως δικαστικός ανταποκριτής μιας μικρής σοσιαλιστικής εφημερίδας του Σάλτσμπουργκ.

Από τις σελίδες του «Μίμου των φωνών» παρελαύνουν φιλόσοφοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες, υπάλληλοι, εργάτες και μαθητές, δήμαρχοι, δικαστές, ως και πρόεδροι κρατών.

Το πιο αξιοπερίεργο γεγονός στη δημοσιογραφική καριέρα του Μπέρνχαρντ δίνει υλικό σε μια από τις εκατόν τέσσερις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Ο μίμος των φωνών» (μετ. Α. Ίσαρης, Άγρα 2000): ένας ευυπόληπτος τοπικός δικαστής, μόλις ανακοίνωσε την καταδικαστική του απόφαση για έναν «αχρείο» εκβιαστή, προειδοποίησε το ακροατήριο ότι θα προβεί σε μια παραδειγματική πράξη. Έβγαλε ένα πιστόλι από την τήβεννο, το ακούμπησε στον δικό του κρόταφο και τράβηξε την σκανδάλη. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος.

cover
Το βιβλίο του Τόμας Μπέρνχαρντ, Ο μίμος των φωνών, Μτφρ.: Α. Ίσαρης είναι εξαντλημένο από τις Εκδόσεις Άγρα 

Υπάρχουν άφθονες αυτοκτονίες στον «Μίμο των φωνών». Για την ακρίβεια δεκαοχτώ! Όπως υπάρχουν και δολοφονίες, ληστείες, απάτες, οδυνηροί θάνατοι, ατυχήματα, εξαφανίσεις, περιπτώσεις τρέλας. Μια γριά λωποδύτισσα εξοργίζεται με την καταδίκη της σε τρεις μονάχα μήνες φυλάκιση – είχε βαρεθεί, λέει, να είναι ελεύθερη. Ένας καθηγητής χαστουκίζει μαθητή του, στερώντας του για πάντα την ακοή. Κι ενώ ο πατέρας του παιδιού ετοιμάζεται να διεκδικήσει μιαν ιλιγγιώδη αποζημίωση, τα σχέδιά του ματαιώνονται από τον αιφνίδιο θάνατο του γιου του. Ένας διάσημος συγγραφέας επισκέπτεται την πόλη. Τι δυσάρεστες εκπλήξεις επιφυλάσσει η γνωριμία μαζί του! Πόσο εύκολα μπορεί ν’ απομυθοποιηθεί κανείς…

Περιστατικά σαν τα παραπάνω –τα οποία δεν αντλούνται, φυσικά, μόνο από την δημοσιογραφική του εμπειρία– λειτουργούν για να ξεδιπλώσει ο Μπέρνχαρντ τις έμμονες ιδέες του γύρω από τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχής και την αδυναμία της γλώσσας να συλλάβει το παράλογο της ζωής. Μέσα από τις σύντομες ιστορίες του βιβλίου που δημοσίευσε το 1978 –ιστορίες που διαβάζονται είτε σαν ανέκδοτα, είτε σαν παραβολές, είτε απλώς σαν παιχνίδια της μοίρας– αναδύεται ο γνώριμος κυνισμός και το μαύρο χιούμορ του, ενώ ούτε κι εδώ κρύβεται η μνημειώδης απέχθεια προς την πατρίδα του. Πολυγραφότατος και ταλαντούχος, ο συγγραφέας των «Μπετόν», «Ο ανιψιός του Βίτγκενστάιν», «Ρίτερ, Ντένε, Φος», δεν κουράστηκε ποτέ να στηλιτεύει τους «ψευτοσοσιαλιστές και υποκριτές καθολικούς» συμπατριώτες του.

Η διαθήκη του ήταν μια πρόκληση απέναντι στις επίσημες αυστριακές αρχές. Σύμφωνα με αυτήν, κανένα έργο του δεν επιτρεπόταν να τυπωθεί ή ν’ ανεβεί σε θεατρική σκηνή της χώρας, μέχρις ότου περάσει στον δημόσιο τομέα. Τελικά, η επιθυμία του δεν εισακούστηκε. Το Ίδρυμα Μπέρνχαρντ, που συστήθηκε με πρωτοβουλία του ετεροθαλούς αδελφού του, αγνόησε την διαθήκη του. Οι καταγγελίες του, ωστόσο, παραμένουν μέσα στο –ανθεκτικό στον χρόνο– έργο του.

«Η πόλη της Βιέννης», γράφει ένας ήρωας του «Μίμου των φωνών» λίγο πριν δώσει τέλος στη ζωή του, «ζει από τα έργα των ιδιοφυών αυτοχείρων της». Ο Μπέρνχαρντ προσυπογράφει. Η αδυσώπητη αδιαφορία και αναισχυντία της Βιέννης απέναντι στους στοχαστές και τους καλλιτέχνες, ήταν κατά τη γνώμη του, πάντοτε τόσο μεγάλη ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί με βεβαιότητα το μεγαλύτερο νεκροταφείο της φαντασίας και των ιδεών!

Από τις σελίδες του «Μίμου των φωνών» παρελαύνουν φιλόσοφοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες, υπάλληλοι, εργάτες και μαθητές, δήμαρχοι, δικαστές, ως και πρόεδροι κρατών. Ανάμεσά τους κυκλοφορούν, κι ας μην κατονομάζονται, και υπαρκτά πρόσωπα όπως για παράδειγμα η Ίνγκεμπορ Μπάχμαν, «η ευφυέστερη και σημαντικότερη ποιήτρια που γέννησε η χώρα μας». Οι απόπειρες της ίδιας, όμως, να επιστρέψει στην Αυστρία, κατέληγαν πάντα σε αποτυχία, «εξαιτίας της ξεδιαντροπιάς των αντιπάλων της και της αντιπνευματικότητας των βιεννέζικων υπηρεσιών».

Να 'ναι άραγε τυχαίο που η τελευταία ιστορία του βιβλίου μιλάει για κάποιον σπουδαίο επιστήμονα, φίλο του συγγραφέα, που έπειτα από χρόνια ξενιτιάς στην Αυστραλία, επέστρεψε από νοσταλγία στην πατρίδα του για να καταλήξει σ’ ένα φρενοκομείο του Στάινχοφ; Από την μεριά του, ο Μπέρνχαρντ τον είχε προειδοποιήσει να μη γυρίσει. Η Αυστρία, του είχε γράψει, έχει μετατραπεί «σε μια χυδαία κόλαση, όπου το πνεύμα διαρκώς δυσφημείται και η επιστήμη και η τέχνη διώκονται»…

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ