«Υπάρχουν ερωτήσεις που προκαλούν αμηχανία. "Ποιο ήταν το έναυσμα που σας ώθησε στη συγγραφή του βιβλίου σας;" είναι μια κλασική του είδους. Γυροφέρνοντάς την ολημερίς στο μυαλό μου συνειδητοποίησα την αιτία της αμηχανίας μου. Το γεγονός ότι το έναυσμα δεν είναι ποτέ ένα. Δεν είναι περιστατικό που αναβιώνει στη μνήμη με τη βοήθεια κάποιας μαντλέν. Είναι μάλλον μια ανάγκη που ποτίζεται από άγνωστα υπόγεια νερά και θεριεύει στα σκοτεινά μέχρι που εμφανίζεται πλέρια μπροστά σου, σαν τετελεσμένο γεγονός. Αυτό που θέλω να πω είναι πως αντιλαμβάνομαι τη ζωή μου ως άθροισμα διαδοχικών αλμάτων. Ή για να επανέλθω στον Προυστ, ως σύνολο διαφορετικών, σχεδόν ξένων μεταξύ τους «εγώ», που διασώζουν μολαταύτα έναν κοινό συναισθηματικό πυρήνα. Οι μεταβάσεις από το ένα στο άλλο «εγώ» βιώνονται με το συγκλονιστικό τρόπο των ιερών ή θείων αποκαλύψεων.

Κάποια, λοιπόν, στιγμή συνειδητοποίησα ότι τα βιβλία θα με συντροφεύουν μέχρι το τέλος. Κάποια άλλη, εξίσου συντριπτικά βίαιη, ότι από δω και στο εξής θα γράφω. Τα τρία διηγήματα του Λοξία τα έγραφα αργά και με μεγάλες διακοπές για πάνω από πέντε χρόνια. Όσο τα έγραφα και όταν μοίραζα σελίδες Α4 σε φίλους, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θα γίνει βιβλίο. Ούτε όταν τα πήγα στον Παπαγιώργη για να περάσω το μεγάλο crush test. Αυτό που ζητούσα να μάθω ήταν αν αξίζει τον κόπο να συνεχίζω να γράφω. Την ίδια στιγμή ήξερα πως θα συνέχιζα, όποια κι αν είναι η ετυμηγορία.

Ο Μαξ Φρις είχε πει πως «ο άνθρωπος εφευρίσκει μια ιστορία που, αργότερα, συχνά με φοβερές θυσίες, πιστεύει πως είναι η ζωή του». Νομίζω ότι οι ερωτήσεις για το έναυσμα ή το γιατί της γραφής σε ρίχνουν σε αυτήν ακριβώς τη λούμπα. Τα δικά μου εναύσματα είναι γνήσια παιδιά της εποχής τους, διότι είναι θραύσματα. Μια μεγάλη κατηγορία είναι τα διαβάσματα. Ο μονόχνοτος καθηγητής του Λοξία έχει κάτι από το σινολόγο της Τύφλωσης του Κανέτι, που τόσο με συγκλόνισε. Έχει αντλήσει από τελευταία συνέντευξη του Ντεριντά, όπου εξομολογείται το φόβο του για το θάνατο. Έχει και κάτι από το φιλοσοφικό δοκίμιο του Ηλία Παπαγιαννόπουλου Έξοδος Θεάτρου, μια ανατομία της δυτικής μεταφυσικής με οδηγό τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ. Από εκεί ψάρεψα τη φράση που προσδιορίζει λίγο πολύ όλους μου τους ήρωες: "Το εγώ ως απόλυτος πόθος". "Ο Φατσέας" βουτάει τις ρίζες της στον Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, όπως και στους βίους των αγίων του Συναξαριστή. Πολλά είναι ωστόσο τα βιβλία και οι συγγραφείς που κουβαλώ μαζί μου όταν γράφω και με επηρεάζουν δίχως να το συνειδητοποιώ. Άλλη κατηγορία είναι τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η Φυγή γεννήθηκε από μια φράση του αείμνηστου φίλου, ζωγράφου Πέρη Ιερεμιάδη, στον οποίο και την αφιερώνω. Όπως και στην εκπληκτική συγγένεια, σαν ετεροζυγωτικά δίδυμα, μ' ένα διήγημα του Χόθορν και ένα του Αλεξάντερ Γκριν. Το έναυσμά μου είναι ότι έψαχνα έναν τρόπο να ζήσω τη ζωή. Και τον βρήκα στο σχολιασμό της.»