O ταχύς βηματισμός του Κωστή, σαν κάποιον να κυνηγούσε με την σκέψη του ή κάποιος να τον κυνηγούσε, συνήθως με απέτρεπε, αν πήγαινα από πίσω, να τον ακολουθήσω για πολλή ώρα... Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
O ταχύς βηματισμός του Κωστή, σαν κάποιον να κυνηγούσε με την σκέψη του ή κάποιος να τον κυνηγούσε, συνήθως με απέτρεπε, αν πήγαινα από πίσω, να τον ακολουθήσω για πολλή ώρα... Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

Συχνά ανταμώναμε κατά τύχη στους δρόμους, συμπίπταμε σε γωνίες και πεζοδρόμια, εφ' όσον και οι δύο «του πεζικού». Μια φορά με πλεύρισε αθόρυβα από πίσω για να ζητήσει τάχα ένα αυτόγραφο, μιαν άλλη αναφώνησε, αθέατος πάλι, «Τι ωραία αυτά τα κοκκαλάκια, κυρία Ζατέλη!» και προς στιγμήν τα έχασα, μπερδεύτηκα. «Ποια κοκκαλάκια;» γυρνώ και του λέω. «Που φοράς πίσω στα μαλλιά... καιρό τα έχεις;» «Έλα, ρε Κωστή, με τρόμαξες», του λέω, «ο νους μου πήγε σ' άλλα κοκκαλάκια!» «Τι; Μη σ' έπιασα πρωί-πρωί παρέα με τους νεκρούς σου σε δημόσιο χώρο; Χα χα...» Θυμάμαι αυτό το περιστατικό, την λεπτομέρεια με τα κοκκαλάκια, όχι για το προς στιγμήν δικό μου ξάφνιασμα (που δεν ήταν κι απόλυτο) ή για την μεταξύ μας φροντισμένη ασυνεννοησία, όσο γιατί είχα πάντα την αίσθηση ότι σπανίως ο Κωστής «ξεθάρρευε» με τις γυναίκες φίλες του, ως το σημείο δηλαδή να προσέξει –ή να δείξει ότι έχει προσέξει– την αμφίεση ή την κόμη τους και να εκφέρει γνώμη. Σε άλλη υπόληψη είχα έκτοτε αυτά τα κοκκαλάκια – αφού άρεσαν, έλεγα, και στον Κωστή...

 

Και εκτιμώ όσο τίποτα την πένα αυτού του ανθρώπου που τρεις λεξούλες χάραζε και σε βαρούσε στην καρδιά. Ή στο κούτελο, αν κάνει διαφορά.


Άλλοτε τύχαινε να τον πάρω εγώ στο κατόπι παρατηρώντας εκ του ασφαλούς εκείνο το αδιόρατο μα άκρως ιδιάζον στραβοπόδισμα στο βάδην του, που το πρόσεχα και σε κάτι λυγερά αδέσποτα σκυλιά, απ' αυτά που παν ντογρού θαρρείς για κάποια αποστολή, δεν έχουν νου για άλλα, και παν λοξοποδίζοντας ανάλαφρα κι αλάνθαστα και σβέλτα, να τα φυσάει δικός τους άνεμος από την μια ή την άλλη μπάντα. Κι άλλοτε τον προλάβαινα για να του πω ένα αστείο να γελάσουμε –τα σοβαρά δεν ήταν της παρούσης–, να του ζητήσω εν ανάγκη κι εγώ ένα αυτόγραφο, ή μια φορά που είχα δει λίγη ώρα πριν τον Ηλία Λάγιο να κατεβαίνει την Αδριανού με βήμα βαρύ, ανόρεχτο κι ένα πλατύ χαμόγελο στο στόμα που δεν απευθυνόταν σε κανέναν, κι όταν τον ρώτησα τι κάνει, για πού το 'βαλε, μου είπε με έμφαση ό,τι είχε πει κι ο Διογένης ο κυνικός στον καιρό του και στις ίδιες περιοχές: «Έχασα τον εαυτό μου και τον ψάχνω!» Το ανέφερα στον Κωστή· «Α, ωραία», έκανε, «άμα τον ξαναδείς μάθε αν βρήκε τον Λιάκο, και με τι τρόπο, να ξέρουμε κι εμείς!» Μα άλλα μάθαμε για τον Λιάκο κάνα δίμηνο μετά... Μια φορά πάλι, καθώς παραλίγο να τρακάρουμε σε μια γωνία, φάτσα με φάτσα εφτά η ώρα το πρωί, θυμήθηκα και του θύμισα εκείνο που έλεγε ο Καμύ για το παράλογο: ότι μας περιμένει στην γωνία... «Κι εμείς όμως Εγγλέζοι, ε;» δήλωσε ο Κωστής με ανάλογο φλέγμα και ετοιμότητα. Το κρατήσαμε αυτό, προσφερόταν για διάφορες περιστάσεις, και χαρακτηριστικά θυμάμαι ένα βράδυ στο σπίτι του, από κείνα της μεγάλης ευωχίας, γιορτή της Ράνιας ήταν ή δική του, ή κάτι ανεξάρτητο· μια καραβιά κόσμος λοιπόν, φίλοι παλιοί και νέοι, καθιστοί και όρθιοι εκ περιτροπής, και με ξετρυπώνει ο οικοδεσπότης που είχα τραβηχτεί σε μιαν άκρη και τσιμπούσα τα δικά μου «επί μονίμου βάσεως σαρακοστιανά» (έτσι τα 'λεγε επειδή δεν τρώω κρέας)· «Ζυράννα», σκύβει στο αυτί μου, «τι είπαμε ότι μας περιμένει στην γωνία;» «Το παράλογο», του απαντώ σαν καλή μαθήτρια. «Α, γιατί υπάρχει κι αυγοτάραχο εκεί σε μια γωνία!» μου λέει δείχνοντας την έμπλεα εδεσμάτων τράπεζα στο βάθος. Μου την είχε στημένη το παλιόπαιδο, του άρεσαν τα παιχνιδάκια –ούου!...–, αρκεί να μην ήταν στις μαύρες του.


Επιστρέφοντας στην ακάματη πεζοπορία που πολύ συχνά την έτρωγε το αγιάζι, να πω ακόμη ότι ο ταχύς βηματισμός του Κωστή, σαν κάποιον να κυνηγούσε με την σκέψη του ή κάποιος να τον κυνηγούσε, συνήθως με απέτρεπε, αν πήγαινα από πίσω, να τον ακολουθήσω για πολλή ώρα· και ή του φώναζα ένα γεια από μακρυά –τ' άκουγε δεν τ' άκουγε– και συνέχιζα την δικιά μου αποστολή ως πεζικάριος ή ούτε αυτό· περίμενα όταν θα συναντηθούμε πιο κανονικά να του πω ότι τον είδα ένα μεσημέρι στην οδό Βύρωνος ή ένα βραδάκι στην Τριπόδων ή δεν ξέρω πού. Μου είχε εξηγήσει στο μεταξύ ότι περπατάει έτσι γρήγορα γιατί του το ζητάνε οι γιατροί, λόγω σακχάρου, έχει και «κρυφό ρολογάκι» μάλιστα επάνω του, κάτω απ' τα ρούχα, ένα ειδικό χρονόμετρο, που έβγαλε και μου το 'δειξε μια μέρα, με κατατόπισε τραβώντας με πιο στην άκρη για να μην κοιτούν άλλοι περαστικοί: αυτό το βέλος είναι για τις αναπνοές, αυτό για τους παλμούς της καρδιάς, τόσα τα μεν ανά λεπτό, τόσα τα δε... «Κατάλαβες; Το κάνω για γυμναστική ο φουκαράς, αλλά σιγά-σιγά το γουστάρω κιόλας. Το άλλο βάδισμα, της περιπατητικής σχολής, είναι σαν καθισιό για τον προχωρημένο διαβήτη». Μου έδειξε εκείνο το χρονόμετρο όπως αν ήταν ένα περίεργο νόμισμα, ένα απόκτημα αμφίσημης αξίας. Δεν πρόλαβα να το μελετήσω καλύτερα και το 'χωσε πάλι κάτω απ' την μπλούζα του, ξαναπήρε τον δρόμο· επί της οδού Νίκης το συμβάν.

 

Δοκίμασα λίγες φορές, τότε κοντά που πέθανε αλλά και μόλις χθες μιλώντας με μια φίλη, να πω για κείνον είναι, σε χρόνο τρέχοντα, κι έμοιαζε αφύσικο... έμοιαζε «άτεχνο», εσκεμμένο –σε ποιον τα λες αυτά; Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Δοκίμασα λίγες φορές, τότε κοντά που πέθανε αλλά και μόλις χθες μιλώντας με μια φίλη, να πω για κείνον είναι, σε χρόνο τρέχοντα, κι έμοιαζε αφύσικο... έμοιαζε «άτεχνο», εσκεμμένο –σε ποιον τα λες αυτά; Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO


Και τις προάλλες ένα απόγευμα, ανεβαίνοντας την Πανεπιστημίου για να στρίψω στην Κοραή, εκεί που ήταν παλιά ο «Γαμβέττας», είδα τον Κωστή να κατεβαίνει μ' ένα κινητό στο χέρι και πατώντας με τον αντίχειρα τα μικρά πλήκτρα πολύ επιδέξια – έστελνε μήνυμα, sms, γοργός στο βάδην του κι αφηρημένος, για να μην πω αλλοπαρμένος... Δεν διακρίνω και πολύ καθαρά πλέον χωρίς γυαλιά ούτε στα πέντε μέτρα, κι ίσως χάρι σ' αυτό, στην θεία στραβομάρα, την υπερμετρωπία, μου φάνηκε τόσο πολύ να είναι ο Κωστής αυτός ο άγνωστος!... Δεν έχει σημασία· σημασία έχει που για μια στιγμή, μια ακριβή κι ανεπανάληπτη στιγμούλα, γελάστηκα θαυμάσια, την έπαθα, κι αν –ταυτοχρόνως σχεδόν– μου έγινε αντιληπτό ότι γελάστηκα και δεν μπορεί να είναι ο Κωστής αυτός που είδα, δεν ήταν παρά γιατί ο Κωστής δεν έχει κινητό... Μόνο γι' αυτό, μου διέφυγαν όλα τ' άλλα. Και χρειάστηκε να σιμώσει και η αμέσως επόμενη στιγμή, με άλλου είδους ακρίβεια (ή παραλογισμό) εκείνη, για να μου γίνει αντιληπτό ότι δεν ήταν βέβαια το κινητό που έφταιγε, που μου απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι ο Κωστής που συναπάντησα, αλλά...– πώς είναι όταν τρως μια μαστιγιά μα κάτι σε κρατάει να μην ουρλιάξεις!... Μου κόπηκε η ανάσα κι ο νους μου μαγγώθηκε σαν για πρώτη φορά στην «λεπτομέρεια» του θανάτου, στην βασική αιτία της απουσίας του: ποτέ, ποτέ ξανά δεν θα δω τον Κωστή Παπαγιώργη, τον μέχρι πρότινος ύπερθεν του εδάφους, τον συνλαλούντα μεθ' ημών και συμβαδίζοντα, όσα χιλιόμετρα κι αν μέλλεται να περπατήσω ακόμη, όσες γωνίες κι αν στρίψω, ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω. Παντοδύναμος ο νεκρός και τ' αποδέλοιπα ανίσχυρα. Ένα βαρύ βουβό πράμα, απόηχος της μαστιγιάς, με συνόδευσε σε όλο τον δρόμο μέχρι να φτάσω σπίτι, μέχρι να βγάλω τα παπούτσια και να μπορέσω να σκεφτώ «σαν άνθρωπος» –να εννοήσω;– τι έγινε τον περασμένο Μάρτιο με τον Κωστή και τι πριν από τρία τέταρτα της ώρας.


Δεν κλείσαν άλλωστε δέκα ώρες και τον είδα στον ύπνο μου. Ήμασταν κάπου κοντά σε θάλασσα, σ' ένα υπαίθριο παζάρι, αυτός με τον αδελφό του κι εγώ με τον δικό μου αδελφό και τις αδελφές μου, οι οποίοι και μας φρόντισαν, μας κέρασαν κάτι μικρά φίνα αλογάκια σε μπρελόκ, κάτι δαμάσκηνα να φάμε, και φεύγοντας μετά έσκυψα και τον ρώτησα –γιατί είχα λίγη ανησυχία μήπως κουράστηκε, έπληξε–, «Πέρασες καλά, Κωστή;». «Εντάξει, εντάξει», είπε, «μην ανησυχείς, τ' αδέλφια έχουν πάντα ενδιαφέρον».


Μυαλό δεν βάζει ο ζωντανός. Μήγαρις ούτε κι ο νεκρός;


Ήταν να συνυπάρξουμε κάποτε σ' ένα βιβλίο. Πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, που καλά-καλά δεν γνώριζα τον τίτλο του (τον πρωτάκουσα στα άγνωστά μου ισπανικά), δεν γνώριζα ούτε τον συγγραφέα του (πρωτάκουστο όνομα κι αυτό, δυο συλλαβές όλο κι όλο μαζί με το επώνυμο), ωστόσο υπήρξα σε τέτοιο βαθμό μάρτυρας του «είδους» του, του τι γέλιο προκαλεί με την μαύρη, την φονική ευφροσύνη του, που μιλώντας γι' αυτό ένα βράδυ στον Κωστή, ενθουσιάστηκε –περιέργως δεν το είχε ξανακούσει–, ενθουσιάστηκε λοιπόν και με παρότρυνε να το βρω στα γαλλικά και να το φέρω την άλλη φορά που θα γυρνούσα απ' το Παρίσι: αυτός θα μετέφραζε στα ελληνικά κι εγώ, όπως είπε, θα το περιποιόμουν, θα κεντούσα τα φονικά. Προέβλεψε μάλιστα πως θα γίνει ανάρπαστο – θα συρρέουν οι πιστοί με τέτοιο θέμα!...


Δεν ήταν όμως τελικά να γίνει και με τέτοια συνεργασία ή «συνενοχή», δεν ευνόησαν οι μετέπειτα συνθήκες. Να πω κάτι στο μεταξύ για το πώς συνέβη να μας ζεστάνει έτσι τα αίματα ένα αδιάβαστο βιβλίο... Έβαινε προς τα τέλη της η δεκαετία του '90 όταν ο Ζιοακίμ, με τον οποίο ζούσα τότε στο Παρίσι, είχε την τύχη να το διάβαζει, στο πρωτότυπο μάλιστα, στα ισπανικά –που τα κατείχε, όπως και τα γαλλικά, το ίδιο καλά με την μητρική του πορτογαλική–, και σε κάθε παράγραφο, σε κάθε γραμμή σχεδόν, να λύνεται στα γέλια· γέλια μέχρι που δάκρυζε, μέχρι που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα! Γελούσα κι εγώ χωρίς να ξέρω, ήταν αδύνατον να μείνω αμόλυντη, γελούσα περισσότερο κι απ' τον ίδιο καμμιά φορά! Βρε αμάν, βρε τι, πες μου κάτι να καταλάβω, τον παρακαλούσα, δεν γίνεται να γελάω στα τυφλά!...


Κι έτσι, μεσ' απ' τις ξεκαρδισμένες περιγραφές του, αξιώθηκα να πάρω μιαν ιδέα: επρόκειτο για σύντομες, συχνά συντομότατες, απίστευτα κυνικές όσο κι ευτράπελες ιστορίες με τους πιο εκκεντρικούς και εν τάχει φόνους.
Τον σκότωσα γιατί δεν μου άρεσε ο τρόπος που χαμογελούσε, καιρός να μην το ξανακάνει. Την σκότωσα γιατί ήθελα έναν γιο κι εκείνη για τέταρτη φορά μου κότσαρε κορίτσι, έχει και η υπομονή τα όριά της. Τον σκότωσα γιατί έκαψε με το τσιγάρο του το σακάκι μου. Την σκότωσα γιατί κρατούσα πιστόλι. Τον σκότωσα γιατί περηφανευόταν ότι αυτόν δεν τον κορόιδεψε ποτέ κανένας, ας τολμήσει να μας ξαναπεί το ίδιο. Την σκότωσα γιατί πονούσε το στομάχι μου. Τον σκότωσα γιατί είχε ένα ηλίθιο ύφος όταν του εξηγούσα πώς να βρει την οδό που έψαχνε. Την σκότωσα γιατί δεν εννούσε να πιστέψει ότι μια μέρα θα την σκότωνα. Τον σκότωσα γιατί γελούσε υπερβολικά διαβάζοντας ιστορίες με φόνους...


Παρέθεσα μερικά «δείγματα» όπως τα θυμάμαι από τότε, πάνε τρεις πενταετίες, απ' τις σπαρταριστές διηγήσεις του Ζιοακίμ, ή απ' τις δικές μου κατόπιν αναδιηγήσεις προς τον Κωστή, και δεν αποκλείεται να τις έχω μοιραία διανθίσει και λίγο ή παραλλάξει, ή κάτι τις να το 'φτιαξα και μόνη μου – μα πώς, θα βρεθείς μες στο μέλι και δεν θα γλείψεις; Θα σου προκύψει τέτοιος πειρασμός και θα κάνεις το παγώνι; Αστείο πράμα – μη σου 'ρθει κοίτα καμμιά αδέσποτη.

 

Σκέφτομαι ότι από 'να τερτίπι της τύχης, λίγο πιο δω ή λίγο πιο κει να πήγαινε η ζαριά, και θα μπορούσα να είχα πεθάνει πρώτη εγώ μένοντας στον Κ.Π. το συνάδελφον χρέος να γράψει για την περίπτωσή μου μερικές σελίδες... Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Σκέφτομαι ότι από 'να τερτίπι της τύχης, λίγο πιο δω ή λίγο πιο κει να πήγαινε η ζαριά, και θα μπορούσα να είχα πεθάνει πρώτη εγώ μένοντας στον Κ.Π. το συνάδελφον χρέος να γράψει για την περίπτωσή μου μερικές σελίδες... Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO


Ο τίτλος του βιβλίου στα ισπανικά ήταν Crimenes ejemplares (Φόνοι προς γνώσιν και συμμόρφωσιν θα λέγαμε σε κάπως ελεύθερη μεταγραφή), είχε πρωτοεκδοθεί στο Μεξικό το 1956, και δαιμόνιος συγγραφέας του ο άγνωστός μου μέχρι τα τέλη του εικοστού αιώνα –μα μόνο μέχρι τότε– Max Aub. Πρωτάκουσα δε το όνομα απ' τον Ζιοακίμ ως Ωμπ, όπως δηλαδή το προφέρουν οι Γάλλοι, ενώ είναι Άουμπ στα ισπανικά, στα πορτογαλικά, αγγλικά, γερμανικά κλπ. Μαξ Άουμπ.
Εν τούτοις –σημαδιακό να πούμε;– τα «φονικά» εκείνα γέλια με τον Ζιοακίμ μάς βγήκανε ξινά· πήρε με γοργούς ρυθμούς να φθίνει ο πολύχρονος και πολύπαθος έρως, έπεσε στα βράχια η βάρκα, κι έτσι, επιστρέφοντας την άλλη φορά απ' το Παρίσι, αντί να κουβαλώ μαζί μου το βιβλίο του Μαξ Ωμπ (Ωμπ τον έλεγα ακόμη) για να το μεταφράσουμε με τον Παπαγιώργη στα ελληνικά και να ευφραινόμαστε δίχως μεσολαβητές, κουβαλούσα γογγύζουσα τα ράκη της καρδιάς μου... «Φιλενάδα, δεν θα πεθάνουμε», μου λέει ο Κωστής μ' ένα περιπαιχτικό βλεφάρισμα· «θα συνεχίσεις να ξαποστέλνεις το ανθρωπομάνι μες στα βιβλία σου, ξέρεις εσύ, με σύνεση και τόλμη, θα συνεχίσω κι εγώ τα βιοποριστικά μου, κι έχει ο Θεός για την μετάφραση του Ωμπ!»


Όντως είχε ο Θεός, γιατί ένα-δυο χρόνια μετά κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Άγρα οι Παραδειγματικοί φόνοι του Max Aub σε μετάφραση –ομολογουμένως εξαιρετική– του Αχιλλέα Κυριακίδη.


Και να με τώρα, σαν τον ανέτοιμο φακίρη πάνω στα καρφάκια του, σε μια προσπάθεια να «συνυπάρξω» με τον Κωστή απόντα, εκλιπόντα... Άνευ προηγουμένου αυτό το ζήτημα, δεν έχει παρελθόν, δεν μαθαίνεται, όσο κι αν είναι κοινός τόπος. Κάτι παθαίνω και μόνο που ακούω, όταν μιλάμε γι' αυτόν, πως ο Κωστής ήταν έτσι, ήταν αλλιώς... Ήταν;... Κάτι δεν πάει καλά στην ακοή μου, βόμβος παράδοξος – ο Κωστής ήταν; δεν είναι πια; δεν γίνεται;... Με κάθε δικό μου άνθρωπο που κλείνει οριστικά τα μάτια και τα χείλη του περνάω αυτό το άφατο μαρτύριο του ήταν-και-δεν-είναι-πια, του να εξοικειωθεί η σκέψη με ό,τι δεν αντέχει ή δεν στέργει να παραδεχτεί, και τώρα να το πάλι με τον λιγνό και γοργοπόδαρο Κωστή, τον ανεκτίμητο φίλο μου στα μονοπάτια κυρίως της γραφής, τουτέστι στα ενδότερα του βίου και της ύπαρξης. Να το ξανά αναλλοίωτο, άνευ προηγουμένου.


Κι απ' την άλλη το πλέον παράδοξο, ίσως και το πικρότερο μ' έναν τρόπο: που δεν μοχθεί ιδιαίτερα η γλώσσα να συνηθίσει στην αλλαγή, να πάει με τα νερά μιας τέτοιας «προδοσίας» – ούτε μήνες χρειάζεται ούτε καν βδομάδες, μια-δυο ημερούλες της αρκούν. Δοκίμασα λίγες φορές, τότε κοντά που πέθανε αλλά και μόλις χθες μιλώντας με μια φίλη, να πω για κείνον είναι, σε χρόνο τρέχοντα, κι έμοιαζε αφύσικο... έμοιαζε «άτεχνο», εσκεμμένο –σε ποιον τα λες αυτά; κι ο ίδιος σαν να με κορόιδεψε, να κρυφογέλασε τινάζοντας τους ώμους, κι αυτό είναι κάτι που ανεμπόδιστα ποιεί αφ' ότου έφυγε, που συνεχίζει να ποιεί (να παρεμβαίνει, να μορφάζει, να συνηγορεί), διότι είναι μια δικιά μου ανθρώπινη ανάγκη.


Διότι, εν τέλει, αυτά τα πράγματα δεν έχουν τον Θεό τους, δεν διακρίνονται σε πιθανά και απίθανα, και η απουσία ενός ανθρώπου που αγαπήσαμε κι έπιασε τόπο μέσα μας γίνεται πια ένα καινούργιο βίωμα· αρκούντως μελαγχολικό στην βάση του, ελάχιστα παρήγορο αν θες, «αβάσταχτο» αν πεις να το καλοσκεφτείς, πάντως ένα καινούργιο βίωμα, μια ψυχική εντύπωση όχι λιγότερο ισχυρή και ακαταμάχητη απ' ό,τι άπιαστη και φευγαλέα. Και κάπως έτσι πορευόμαστε, βγαίνουμε απ' τον χορό και ξαναμπαίνουμε, ζώντες και τεθνεώτες.


Σκέφτομαι ότι από 'να τερτίπι της τύχης, λίγο πιο δω ή λίγο πιο κει να πήγαινε η ζαριά, και θα μπορούσα να είχα πεθάνει πρώτη εγώ μένοντας στον Κ.Π. το συνάδελφον χρέος να γράψει για την περίπτωσή μου μερικές σελίδες. Θα το 'παιζε στα δάχτυλα ο Κωστής, είχε αυτό το θηριώδες χάρισμα –άσε που δεν περίμενε τέτοια αφορμή για να το κάνει–, ενώ του λόγου μου... σαράντα νύχτες τριγυρνώ στου πηγαδιού τον πάτο / και κείμενο της προκοπής αμφίβολο αν βγάλω.
(Προστρέχω σε δεκαπεντασύλλαβο για ν' απαλύνω την οδύνη).


Όμως για μια φιλοσοφική ή φιλολογική προσέγγιση στο έργο ενός εξέχοντα νου όπως ο Παπαγιώργης είναι άλλοι πολύ αρμοδιότεροι, σύγχρονοι και μελλοντικοί. Προσωπικά τον πλησιάζω αλλιώς, απ' αλλού. Και εκτιμώ όσο τίποτα την πένα αυτού του ανθρώπου που τρεις λεξούλες χάραζε και σε βαρούσε στην καρδιά. Ή στο κούτελο, αν κάνει διαφορά.

Υπεραστικά
Κωστής Παπαγιώργης
Πρόλογος: Ζυράννα Ζατέλη


Στα «Υπεραστικά» συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που δημοσίευσε την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Aν» της «Απογευματινής» και στο πολιτιστικό ένθετο «Αrtion» της ίδιας εφημερίδας. Πρόκειται για κείμενα που ξεπερνούν την εποχή τους, καθώς τα μικρά και μεγάλα γεγονότα της λειτουργούν ως ερεθίσματα, αφορμές ή και προφάσεις, για να ξετυλίξουν την οξεία κριτική σκέψη ενός σπουδαίου στοχαστή.

 

To βιβλίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Καστανιώτη.