«Το ότι είμαι Έλληνας σημαίνει ότι έχω σχέση με την οπερέτα, είτε το ξέρω είτε όχι. Η οπερέτα είναι ένα είδος το οποίο σαρκάζει, γελοιογραφεί, παρωδεί και πάει παράλληλα με την αταξία του κόσμου, με καταστάσεις οι οποίες μας ξεπερνούν και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με τα μέσα που ίσχυαν μέχρι χθες. Από την άποψη αυτή, η Ελλάδα προσφέρει το ιδανικό περιβάλλον για να ασχοληθεί κανείς με την οπερέτα».

Με αυτά τα λόγια ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου, που καταπιάνεται για πρώτη φορά με το είδος, εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία που έχει για εκείνον αυτό το νέο ανέβασμα του Βαφτιστικού, του πλέον δημοφιλούς έργου του πρωτεργάτη της ελληνικής οπερέτας, Θεόφραστου Σακελλαρίδη.

Βασισμένο σε γαλλική φαρσοκωμωδία των Ενεκέν, Βεμπέρ και Ντε Γκορς, αλλά πλήρως εξελληνισμένη, αναφέρεται στις συζυγικές απιστίες που λαμβάνουν χώρα σε ένα αθηναϊκό αρχοντικό με φόντο τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913. Και προσθέτει: «Αυτή η ταπεινή πρόζα δεν θα είναι απλώς η γέφυρα ανάμεσα σε δύο τραγουδιστικά μέρη αλλά αφορμή για να συνδεθεί ένας κόσμος».

Ο διευθυντής ορχήστρας της Καμεράτας Γιώργος Πέτρου, του οποίου επιθυμία ήταν να ανέβει ο Βαφτιστικός, ευελπιστεί σε μια εντελώς νέα προσέγγιση του χιλιοπαιγμένου αυτού έργου ή, μάλλον, σε μια επιστροφή στην πρώτη του εκδοχή της πρεμιέρας της 18ης Ιουλίου του 1918 υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Εξηγεί: «Ο Βαφτιστικός είναι ένα έργο στο οποίο με τα χρόνια ακολουθήθηκε μια πρακτική ερμηνείας η οποία όλο και περισσότερο απείχε από αυτό που είχε στο μυαλό του ο Σακελλαρίδης. Από το 1918 και μετά έγιναν ενορχηστρώσεις που δεν είχαν σχέση μ’ εκείνο που ακούστηκε στην πρεμιέρα.

Είναι ενδεχομένως η πρώτη φορά από τότε που παρουσιάζεται όπως ακούστηκε σ’ εκείνη την πρώτη του παράσταση, χωρίς καμιά περικοπή, δίνοντας στο έργο διαστάσεις Στράους και Λέχαρ, δηλαδή μιας ενορχήστρωσης πολύ λαμπερής».

Η οπερέτα, είδος μουσικού θεάτρου της αστικής κυρίως τάξης αλλά όχι μόνο, άνθισε στην Αθήνα από το 1910 μέχρι λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και αντικατόπτριζε έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης έγραψε περί τις 80 οπερέτες, όλες εξίσου αγαπημένες στην εποχή τους, ενώ τραγούδια του συχνά αποτέλεσαν επιτυχίες που τραγουδούσαν οι παρέες. Όπως έλεγε και ο ίδιος για την οπερέτα: «Έδωσε στον λαό το τραγούδι του και στο σαλόνι το ταγκό του».

Η παράσταση της Καμεράτας στο Μέγαρο Μουσικής θα είναι μια απόπειρα αναβίωσης μιας πασίγνωστης οπερέτας όχι μόνο μουσικά αλλά και θεατρικά, μέσα από μια εξαιρετική διανομή (συμμετέχουν, εκτός από τους τραγουδιστές Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ειρήνη Καραγιάννη, Γιάννη Χριστόπουλο, Δημήτρη Ναλμπάντη, και οι ηθοποιοί Ταξιάρχης Χάνος και Θανάσης Τσαλταμπάσης), κι ένα «άνοιγμα» για το οποίο ο Παπαβασιλείου λέει : «Ο Βαφτιστικός -ήδη καταξιωμένο έργο, δεν περιμένει εμάς να το κάνουμε γνωστό- μέχρι τώρα κινούνταν σε ένα επίπεδο ρεαλιστικής αναπαράστασης. Επιχειρούμε τη θραύση αυτού του πλαισίου. Γίνεται ένα άνοιγμα σκηνογραφικό στον χώρο της αίθουσας Τριάντη, μια λογική ποιητικής απελευθέρωσης του χώρου». Υπάρχει κάτι που να συνδέει την εποχή που γράφτηκε με το σήμερα; «Όπως ξέρουμε, ο Βαφτιστικός είναι μια γιορτή των απόντων ενός πολέμου. Οι απόντες είναι πάντα παρόντες σε όλους τους πολέμους, ακόμα και στους σημερινούς. Όπως λέει το τραγούδι, “Αλλού ας βροντά το κανόνι κι ας αστράφτει πολέμου φωτιά, εμάς δεν μας δέρνουν οι πόνοι, δεν ταράζεται εμάς η καρδιά». Αυτό είναι ένα στοιχείο του κόσμου μας που συγκυριακά δεν αφορά μόνο τους πολέμους του ’12 αλλά και το σήμερα, που κάποιοι βγάζουν τα λεφτά τους έξω και τυπικά είναι μέσα. Πάντα υπάρχει ένα μοίρασμα του κόσμου σε απόντες και παρόντες». Ενώ ο Γιώργος Πέτρου αισιοδοξεί, συμπληρώνοντας: «Ήθελα να δούμε ένα χαμόγελο. Ο Βαφτιστικός μυρίζει τόσο Ελλάδα, που σε κάνει να την αγαπάς. Είναι τόσο δική μας μουσική, που ένιωσα ότι μας αξίζει μια απόδραση μέσα από αυτόν».