ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Άννα Κοκκίνου: «Τελικά είμαι φτιαγμένη από υλικά του Καΐρου»

Άννα Κοκκίνου: «Τελικά είμαι φτιαγμένη από υλικά του Καΐρου» Facebook Twitter
Φωτό: Πάνος Μιχαήλ
0

Γεννήθηκα στο Κάιρο. Το σπίτι ήταν πάνω σε σταυροδρόμι. Από κάτω είχε διάφορα μαγαζιά που τα παρακολουθούσα από το μπαλκόνι: υπαίθριο καφενείο, δύο μπακάλικα, ένα μανάβικο κι ένας πλανόδιος που είχε χήνες και κότες και τις έσφαζε στον δρόμο. Όποτε πηγαίνω εκεί, με το που βγαίνω από το αεροπλάνο και αναπνέω -και είναι η γνωστή αυτή μυρωδιά-, αισθάνομαι την αναπνοή μου, επιτέλους, να πηγαίνει εκεί που πρέπει. Έχω πολύ μεγάλη επαφή με τους Αιγύπτιους, τους καταλαβαίνω, έχω δεχτεί στοιχεία από αυτούς. Αυτό που διακρίνω στη συμπεριφορά μου είναι ότι τελικά είμαι φτιαγμένη από υλικά του Καΐρου.

Στην Αθήνα ήρθα στο τέλος της δεκαετίας του ’60 για να σπουδάσω. Έχω την εντύπωση ότι ο πατέρας μου, επειδή έβλεπε την έλξη που ασκούσε πάνω μου το Κάιρο, μεθόδευσε αυτή την έξοδο για να μη μείνω εκεί. Δεν μετάνιωσα που έφυγα. Το να μετανοώ για κάτι είναι ένα αίσθημα που δεν νιώθω.

Το πρώτο σπίτι, όταν ήρθα, ήταν στο Κουκάκι, στην οδό Σικελίας, πάνω από την παιδική χαρά. Πέρασα στην Ελληνική Φιλολογία την οποία δεν τελείωσα, αφού μπήκα αμέσως στη δραματική σχολή. Έπαιξαν καθοριστικό ρόλο γι’ αυτό οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, που με πήγαινε ένας φίλος μου. Η πρώτη παράσταση που είχα δει ήταν το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ, με τον Χατζημάρκου και τον Λογοθέτη. Ένιωθα τελείως ξεκρέμαστη στην Αθήνα και μέσα στο θέατρο αισθάνθηκα μια παράξενη οικειότητα.

Δεν παρελθοντολογώ ποτέ. Δεν υπάρχει το αίσθημα της νοσταλγίας. Απλώς, μερικές φορές εμφανίζονται κάποια πράγματα μπροστά σου και το πιο ισχυρό ένστικτο είναι να τα καταλάβεις, να τα δεις ξανά, από το να τα νοσταλγείς. Συμφωνώ πάρα πολύ με κάτι που έχει γράψει ο Πλάτωνας -και το κατάλαβα καλύτερα με τα χρόνια-, ότι ο άνθρωπος ζει πολλές ζωές κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Το Θέατρο Τέχνης ήταν ένα είδος άβατου. Αισθανόσουν ότι ήταν ένας χώρος ιερός. Έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα. Όταν, όμως, έχει κάτι μια παράσταση και λειτουργεί, δημιουργείται πάλι η ατμόσφαιρα του ιερού.

Δεν είχα ποτέ το άγχος της επιτυχίας. Βέβαια, με την οικογένεια δεν τα βρήκα. Ο πατέρας μου δεν ήρθε ποτέ να με δει στο θέατρο. Όταν ήμασταν στην οδό Κυκλάδων, στη Σκηνή, περνούσε κι έλεγε «γεια, τι κάνετε» κα δεν ερχόταν ποτέ να δει παράσταση. Παρόλο που ήταν πολύ κοινωνικός άνθρωπος, ήταν ταυτόχρονα και πολύ μοναχικός. Του έλεγα όταν είχε μεγαλώσει πια να έρθει να με δει και μου απαντούσε «αποκλείεται».

Πρωτόπαιξα στο παιδικό της Ξένιας Καλογεροπούλου. Αλλά ήδη, 5-6 χρόνια πριν δημιουργηθεί η Σκηνή, ο Λευτέρης Βογιατζής μου είχε πει «θέλω να κάνουμε ένα θέατρο και να είσαι κι εσύ». Στο διάστημα που προετοιμαζόταν δεν πολυέπαιζα, καθόμουνα στο σπίτι και διάβαζα. Αυτό που υπήρχε ήταν ένας κοινός στόχος να δημιουργηθεί κάτι βαθύτερο και ποιοτικότερο, όπως ήταν η Σκηνή. Εκτός από όλα τα άλλα πρόσωπα, το βασικό ήταν αυτό του Βογιατζή. Παρά τις τεράστιες διαφορές που είχαμε, με είχε επηρεάσει πάρα πολύ. Πιστεύω ότι δεν ήμασταν τόσο ώριμοι ώστε να το διατηρήσουμε και να προχωρήσουμε. Αν ήμασταν πιο δυνατοί από άποψη παιδείας, θα κρατούσαμε περισσότερο. Παρότι το ζητούμενο ήταν το υψηλό επίπεδο, οι χαρακτήρες επηρεάζονται πάρα πολύ από την παιδεία. Όταν λέω παιδεία, εννοώ την ατομική, αυτά που ήξερε ο καθένας για τον εαυτό του σε σχέση με τη δουλειά του. Αυτό που κέρδισα μετά ήταν ότι άρχισα να μαθαίνω πράγματα στον εαυτό μου. Οι Έλληνες είμαστε αυτοδίδακτοι κι εμπειρικοί ηθοποιοί.

 

Υπήρχε η αίσθηση ότι η παρέα γύρω από τη Σκηνή και το περιοδικό «Εκηβόλος» ήτανε ένα κέντρο. Δεν είμαι σε θέση να πω τι έφερε, αλλά θα πω το εξής: αν μια μέρα στην πρόβα ανακαλύψω κάτι, την επομένη νομίζω ότι το έχω χάσει, ενώ αυτό έχει διοχετευθεί μέσα μου. Έτσι έχει γίνει και με αυτή την παρέα, γιατί τίποτα που έχει δημιουργηθεί με τέτοια ένταση κι έχει δημιουργήσει μια τόσο μεγάλη αξία δεν πάει χαμένο. Εγώ δεν θα ήμουνα αυτή που είμαι, αν δεν πέρναγα από αυτή την παρέα. Εκεί χρωστάω το βλέμμα μου στα πράγματα. Έχω γαλουχηθεί από τον πολιτισμό που έφερε αυτός ο κύκλος.

Η ιστορία με τη Σφενδόνη ξεκίνησε το φθινόπωρο του ’90, γιατί μετά τη Σκηνή ήταν πολύ δύσκολο να προσαρμοστώ σε άλλα σχήματα. Με στήριξαν πολύ οι φίλοι μου. Το όνομα του θεάτρου έχει δοθεί από τον Βασίλη Διοσκουρίδη σ’ ένα καφέ στην πλατεία Βικτωρίας. Μου είχε πει τότε: «Εγώ, Αννούλα, δεν ψάχνω. Βρίσκω». Για να πω την αλήθεια, το πιο πιθανό είναι πως τώρα δεν θα έφτιαχνα δικό μου χώρο. Μετά από είκοσι χρόνια σκέφτομαι πως θα είχα προχωρήσει πιο πολύ ως ηθοποιός, αν δεν είχα όλες αυτές τις δυσκολίες. Από την άλλη, έτσι όπως ήμουνα, κλειστός άνθρωπος, όλες αυτές οι δυσκολίες με οδήγησαν έξω στον κόσμο. Γνώρισα καταστάσεις που έδωσαν τροφή στην εξέλιξή μου.

Στον «Βιζυηνό» δεν αισθανόμουνα έτοιμη να παίξω μόνη μου, αλλά έπρεπε ν’ ανοίξει το θέατρο. Νόμιζα ότι θα κρατήσει είκοσι μέρες η παράσταση και κράτησε δυόμισι χρόνια. Είναι πολύ καθαρά τα θεατρικά ζητήματα όταν παίζει κανείς μόνος του. Με τους άλλους υπάρχει η δυσκολία να έχουμε τους ίδιους στόχους και να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Έχει πάντα να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο ηθοποιός τον εαυτό του πάνω στη σκηνή. Ζήλεψα πολύ όταν είδα θέατρο στο Λονδίνο. Αυτό που μας λείπει εμάς είναι αυτό που έχουν εκείνοι: δεν μπορείς να καταλάβεις από έναν ηθοποιό ξένο πώς είναι η ζωή του. Επίσης, η χρήση του λόγου εκεί είναι κάτι το ζηλευτό. Και στον λιγότερο ταλαντούχο ηθοποιό έβλεπες αυτήν τη γνώση. Από την άλλη, υπάρχει πάρα πολύ ταλέντο εδώ και εξαιρετικοί ηθοποιοί. Απλώς χωλαίνουμε στο ζήτημα της δουλειάς πάνω στην υποκριτική.

Θα ήθελα, όταν ξεκινάω να στήσω μια παράσταση, να μην έχω κανένα άγχος. Όχι μόνο επειδή ταλαιπωρώ τους άλλους, αλλά και για μένα. Ας πούμε, τώρα τρέχω να φτιάξω τον ρόλο μου, ενώ έχει ξεκινήσει η παράσταση. Οι πρόβες μου ήταν προβληματικές σε σχέση με το οικονομικό. Με έτρωγε το πώς θα καλυφθούν αυτές οι ανάγκες. Ότι τα καταφέραμε και ανέβηκε η παράσταση είναι το θαύμα του θεάτρου. Η συνεργατικότητα υπερίσχυσε όλων των άλλων δυσκολιών.

Είμαι από τους ηθοποιούς που θέλουν να παίζουν κάθε μέρα. Με στενοχωρεί πολύ που δεν παίζουμε Τρίτη. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η επανάληψη. Η καθημερινή προετοιμασία είναι από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της δουλειάς μας. Συμβαίνει συχνά, όταν ερμηνεύω έναν ρόλο, η παρατήρησή μου να είναι οξυμένη σε σχέση με τα συστατικά του ρόλου. Τώρα, αν είμαι σε κάποιο σπίτι, βλέπω ότι έχω μια τρομακτική επιθυμία να σηκωθώ να μαζέψω το τραπέζι και να διευθετήσω τα πιάτα μέσα στην κουζίνα. Έχω ασκηθεί πολύ στο θέμα του σερβιρίσματος.

Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» μας δείχνει πως διαρκώς αυτό που γίνεται είναι να συμβαίνουν τα ίδια πράγματα άλλο τρόπο. Πάντα θα συζητάμε για το αν ο άνθρωπος θα μπορεί να ξεφύγει από την οικογένεια, τη χώρα και την επικράτηση του πιο ισχυρού. Οι αιτίες που διαμορφώνουνε πρόσωπα και καταστάσεις δεν θ’ αλλάξουν ποτέ. Δουλειά της τέχνης είναι να μιλάει γι’ αυτά.

Θα ήθελα πάρα πολύ να είναι πιο καλά ο κόσμος στην Αθήνα. Με πληγώνει πάρα πολύ που υπάρχει όλη αυτή επιθετικότητα, αν και δεν μπορώ να τους κατηγορήσω. Θα ήθελα ν’ αρχίζει στις επτά η παράσταση, γιατί πιστεύω ότι όλοι είναι κουρασμένοι και θέλουν να πάνε σπίτι τους. Την επιθετικότητα τη βρίσκεις πια στα μικροπράγματα. Έχω τσακώσει τον εαυτό μου να πράττει ανάλογα, αλλά έχω επέμβει πολύ σε αυτό.

Νομίζω ότι το πράγμα είχε παραγίνει στην Ελλάδα. Αυτό, όμως, που δεν αντέχω είναι να ξαναδημιουργηθεί σύμπλεγμα ενοχής στον κόσμο. Αυτό, επειδή έχει υπάρξει στην ελληνική ιστορία αρκετές φορές, είναι κάτι το ανυπόφορο. Θα ήθελα να μαθαίνει κανείς από τα λάθη του, αλλά όχι με ενοχή. Δεν αντέχω αυτή την ενοχή που μας φορτώνουν από τα γεννοφάσκια μας. Ελπίζω κι εύχομαι με δύναμη να βλέπει κανείς τα λάθη του, όχι όμως με ενοχή.

Δεν παρελθοντολογώ ποτέ. Δεν υπάρχει το αίσθημα της νοσταλγίας. Απλώς, μερικές φορές εμφανίζονται κάποια πράγματα μπροστά σου και το πιο ισχυρό ένστικτο είναι να τα καταλάβεις, να τα δεις ξανά, από το να τα νοσταλγείς. Συμφωνώ πάρα πολύ με κάτι που έχει γράψει ο Πλάτωνας -και το κατάλαβα καλύτερα με τα χρόνια-, ότι ο άνθρωπος ζει πολλές ζωές κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τώρα, ίσως, μπορώ να δω πιο καθαρά τον εαυτό μου από τους άλλους.

Μένω πια στη Μητρόπολη. Είμαι προνομιούχος Αθηναίος που μένω στο κέντρο και διασχίζω την Πλάκα για να έρθω σε αυτήν τη γειτονιά. Αισθάνομαι πάρα πολύ τυχερή που έρχομαι με τα πόδια στο θέατρο και αυτό δεν πρέπει να το υποτιμώ.

Οι Αθηναίοι
0

ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιώργος Κανέλλης - Discobole

Οι Αθηναίοι / Γιώργος Κανέλλης: «Το Discobole δεν ήταν ένα απλό κατάστημα»

Από τα παιδικά του χρόνια στο Παλαιό Φάληρο ως το άνοιγμα του θρυλικού «Discobole», κι απ’ τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή ως τη σημερινή αναγέννηση του βινυλίου – ο άνθρωπος πίσω από το σημαντικότερο δισκάδικο της πόλης αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
«Δίχως κα@λα δουλειά δεν γίνεται»

Οι Αθηναίοι / Κωστής Καρπόζηλος: «H επιτυχία της δεξιάς είναι μια αριστερά που φοβάται τον εαυτό της»

Από ένα παιδί που μεγάλωνε «αποκομμένο» έξω από τα Γιάννενα, βρίσκοντας καταφύγιο στα βιβλία, μέχρι τον φοιτητή που έκανε την πολιτική «διέξοδο» και τον ιστορικό που κινήθηκε ανάμεσα σε Ελλάδα, Ευρώπη και ΗΠΑ, η διαδρομή του είναι μια συνεχής αναζήτηση μέσα από εμπειρίες, ρήξεις και μετατοπίσεις. Ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO. 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan

Μόδα & Στυλ / Νικόλας Γεωργίου: «Δεν κάνει κανείς τίποτα πια χωρίς στυλίστα»

Από τη Λευκωσία της μετα-αποικιακής κανονικότητας στο Λονδίνο του St Martins και από εκεί στη Vogue και το ανεξάρτητο Dapper Dan, ο Νικόλας Γεωργίου αφηγείται μια ζωή χτισμένη πάνω στην εικόνα, τις σχέσεις και τη διαρκή ανάγκη για εξέλιξη - εξηγώντας γιατί σήμερα η μόδα έχει χάσει το ρίσκο και την ατομικότητα.
M. HULOT
Νέλλη Σεμιτέκολο, πιανίστρια

Οι Αθηναίοι / Νέλλη Σεμιτέκολο: «Όταν μεγαλώνεις και γερνάς, κάθε χρόνο κάτι χάνεις»

Χωρίζει τη ζωή της πριν και μετά τον Χρήστου και πριν και μετά τον Γρηγόρη. Την πιο συγκινητική στιγμή της καριέρας της την έζησε σε συναυλία κατά τη διάρκεια της χούντας, παίζοντας το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Η πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σύλβια Κούβαλη: «Το μόνο που φοβάμαι, το πιο επικίνδυνο, είναι ο συντηρητισμός»

Οι Αθηναίοι / Σύλβια Κούβαλη: «Το μόνο που φοβάμαι, το πιο επικίνδυνο, είναι ο συντηρητισμός»

Μεγάλωσε στην Αχαρνών, ανάμεσα σε μωσαϊκά και τσιμέντο. Η τέχνη την ενδιέφερε πάντα και τελικά βρέθηκε να στήνει γκαλερί ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη, Πειραιά και Λονδίνο. Από τότε που άνοιξε τη Rodeo, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να κάνει εκθέσεις, δεν σκεφτόταν πώς θα βγάλει χρήματα. Η γκαλερίστα, Σύλβια Κούβαλη, αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Παναγιώτης Κουνάδης

Οι Αθηναίοι / Παναγιώτης Κουνάδης: «Η Μπέλλου ήταν μάγκας. Ο Τσιτσάνης, θεός»

Από τη μεταπολεμική Νέα Φιλαδέλφεια μέχρι τις πολύτιμες παρέες των ρεμπετών, η διαδρομή του είναι ταυτισμένη με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Δημιούργησε ένα μοναδικό αρχείο 10.000 δίσκων, διασώζοντας έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν. Ο ερευνητής και μελετητής της ελληνικής μουσικής, Παναγιώτης Κουνάδης, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ