Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Η ζωή με έχει μάθει να σκέφτομαι προτού μιλήσω, να επενδύω στους ανθρώπους, να προσπαθώ να αρκούμαι σε λίγα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Νικόλας Γεωργίου: «Δεν κάνει κανείς τίποτα πια χωρίς στυλίστα»

0

Γεννήθηκα στην Κύπρο, στη Λευκωσία, σε ένα νησί, αλλά μακριά από τη θάλασσα. Η οικογένειά μου είναι μια καθωσπρέπει μικροαστική οικογένεια, και όπως κάθε κυπριακή οικογένεια που σέβεται τον εαυτό της, όλοι σπουδάσαμε στην Αγγλία. Τα σώβρακά μας ήταν από το Marks & Spencer, το αυτοκίνητο ήταν Mini, μια νοοτροπία εντελώς μετα-αποικιακή, γιατί εγώ γεννήθηκα το 1969, μόλις εννιά χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου.

• Η πρώτη μου έντονη ανάμνηση είναι το 1974, το πραξικόπημα. Ήμασταν στην Αμμόχωστο όταν έγινε η εισβολή, κάναμε διακοπές στην κολλητή της μαμάς μου που ήταν κόρη και γυναίκα ξενοδόχων, και θυμάμαι να μας αρπάζουν από το ξενοδοχείο και να μας πηγαίνουν στη Λευκωσία άρον-άρον. Μετά θυμάμαι ότι σκότωσαν τον γιο του διπλανού σπιτιού και ότι είδα μέσα από ένα παράθυρο με σιδεριά που είχε η γιαγιά μου στην τραπεζαρία ‒την οποία χρησιμοποιούσαμε σπάνια‒ τη μητέρα του παιδιού να κλαίει. Είχαν πάει όλες οι κυρίες από τη γειτονιά να της συμπαρασταθούν. Θυμάμαι τους βομβαρδισμούς και ότι φύγαμε αμέσως μόλις άνοιξε το λιμάνι. Πήραμε καράβι και ήρθαμε στην Αθήνα, όπου συναντήσαμε τον αδελφό της μητέρας μου. Αυτός μας μάζεψε και φύγαμε στο Λονδίνο όπου σπούδαζε, και η μεγάλη του αδερφή δούλευε στην Κυπριακή Πρεσβεία. Ζήσαμε έναν χρόνο εκεί, έκανα την Α’ τάξη του δημοτικού στο Λονδίνο και μετά την ξαναέκανα στην Κύπρο, στα ελληνικά.

Δηλαδή είναι τόσο δύσκολο να διαλέξεις τα ρούχα σου, να τα αγοράσεις και να ντυθείς και να τα ξαναφορέσεις; Είναι τόσο φρικτό πράγμα να δείξεις την προσωπικότητά σου;

• Η Κύπρος τη δεκαετία του ’70 ήταν σαν την Αθήνα τη δεκαετία του’ 50, δηλαδή ήταν λίγο πιο πίσω χρονικά και κοινωνικά, με μια λίγο χρυσή νοσταλγία. Οπότε έζησα τη μοδίστρα που ερχόταν δύο φορές στον χρόνο, έμενε στο σπίτι σου, έραβε τα σεντόνια και τα ασπρόρουχα και μετά πήγαινε στο διπλανό σπίτι. Ο δρόμος ήταν μόνο μονοκατοικίες που μπροστά είχαν όλες μια μεγάλη βεράντα και ένα κλειστό κομμάτι με τζάμι στο πλάι που ήταν η χειμωνιάτικη βεράντα ‒ όλες οι οικογένειες ζούσαν τη ζωή τους σε δημόσια θέα στο μπροστά μέρος του σπιτιού. Όλες οι κυρίες ήξεραν η μία την άλλη από παιδιά γιατί τα οικόπεδα στη γειτονιά ήταν προίκα από τις μαμάδες τους, οι οποίες ήταν γειτόνισσες σε μια άλλη γειτονιά, και οι γιαγιάδες σε μια άλλη γειτονιά, και αγόραζαν για τις κόρες τους στον ίδιο δρόμο. Τους άντρες δεν τους θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο τα ονόματα των κυριών γιατί αυτές ήταν οι κολλητές: πήγαιναν μαζί εκκλησία, μαζεύονταν και στήριζαν η μία την άλλη.

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Μου αρέσει να μην είμαι κουρασμένος, να νιώθω ότι έχω ακόμη μέλλον και ότι τα συναρπαστικά πράγματα δεν συνέβησαν όλα στο παρελθόν. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Τα δύο πράγματα που μου άρεσαν πάρα πολύ ήταν οι ιστορίες και οι εικόνες. Ήθελα να γίνω αρχαιολόγος και διάβαζα πάρα πολύ ‒ διάβαζα με τη γιαγιά μου. Μεγάλωσα στο σπίτι της, γιατί η μητέρα μου χώρισε πολύ νωρίς και επιστρέψαμε στο πατρικό της, έτσι τα βράδια, πριν κοιμηθώ, πήγαινα στο δωμάτιό της και διαβάζαμε διάφορα κλασικά βιβλία, τους Άθλιους ή Μπαλζάκ. Διάβαζε μια σελίδα η γιαγιά δυνατά, μια σελίδα εγώ. Έτσι έμαθα να αγαπώ τα βιβλία από νωρίς και από τότε είμαι πάντα με ένα βιβλίο. Είναι και η ασπίδα μου πολλές φορές απέναντι στην πραγματικότητα, σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου.

• Μόλις τέλειωσα το σχολείο στην Κύπρο, πήγα στο Λονδίνο για να σπουδάσω σχέδιο μόδας, ήθελα να γίνω σχεδιαστής. Κάποια στιγμή, όταν μου τελείωσε η αρχαιολογία, εκεί γύρω στα 13, άρχισα να θέλω να κάνω κάτι με ζωγραφική και στα 15 μου ξεκίνησα μαθήματα ζωγραφικής με έναν ζωγράφο γνωστό στην Κύπρο, όπου έμαθα όλα τα κλασικά. Βαριόμουν όμως και διαφωνούσα σε διάφορα, γιατί αυτός ήταν σκληροπυρηνικός κομμουνιστής, είχε σπουδάσει στη Μόσχα. Ήταν ένας πολύ εμφανίσιμος, μποέμ τύπος, που είχε το στούντιό του στην Παλιά Λευκωσία, απέναντι από το σχολείο όπου πήγαινα, το Παγκύπριο Γυμνάσιο. Μέναμε και κοντά, ακριβώς έξω από τα τείχη, και πήγαινα κάθε Τετάρτη για τρεις ώρες εκεί. Δεν μου άρεσε το περιβάλλον γιατί ήταν βρόμικο κι εγώ ήμουν ένα καλομαθημένο παιδί, με τη «σειρά» μου, το στούντιο ήταν υπερβολικά μποέμ για μένα. Ήθελα να κάνω μόδα κι αυτός μου έλεγε «τι μόδα; Θα γίνεις μοδίστρα; Και το ταλέντο σου; Είσαι τόσο ταλαντούχος…». Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτός ο τύπος και ξαφνικά έρχεται η γιαγιά μου και μου λέει «ξέρεις, η κόρη του τάδε καθηγητή φίλου μου μόλις τελείωσε στο Royal College of Art το μεταπτυχιακό της στα Printed Textiles και θα ανοίξει στούντιο όπου θα διδάσκει. Θες να πας;». Ήταν 26 χρονών κι εγώ 15, οπότε εννοείται της είπα «ναι, βέβαια». Πήγα εκεί και ξαφνικά είδα ένα άλλο είδος διδασκαλίας: δεν καθόσουν μπροστά από μια νεκρή φύση για να την αντιγράψεις ξανά και ξανά ώστε να είναι όλα ρεαλιστικά, ακολουθούσες την τεχνική του πρότζεκτ, δηλαδή «βρες την έμπνευσή σου, δούλεψε πάνω σε αυτήν και δημιούργησε κάτι εντελώς πρωτότυπο», οπότε είπα «εδώ είμαι». Την ερωτεύτηκα αυτή την καθηγήτρια, είναι ακόμα πολύ φίλη μου η Έφη. Μας έπαιρνε 6-7 παιδιά και μας πήγαινε σε όλες τις εκθέσεις, βλέπαμε ταινίες μαζί, μετά πηγαίναμε να φάμε μπέργκερ, δηλαδή γίναμε μια κοινωνία έξω από την κοινωνία του σχολείου, η οποία μπορεί να είναι και κάπως καταπιεστική με τη δεδομένη δομή της. Μια παράλληλη κοινωνία παιδιών, λοιπόν, που είχαν κοινό την τέχνη, κι αυτό σε βοηθάει πάρα πολύ όταν είσαι 15 χρονών και θέλεις να επαναστατήσεις.

• Πήγα στο Λονδίνο να κάνω προπαρασκευαστικό έτος σπουδών, γιατί ήταν το καλύτερο βήμα πριν από το BA. Γράφτηκα στο Middlesex Polytechnic, γιατί εκεί είχε σπουδάσει η δασκάλα μου, ακολούθησα τα χνάρια του μέντορα. Εκείνη την εποχή πήγαινες στο British Council και έψαχνες σε τετράδια να βρεις τι ήταν κάθε σχολή και ποια επιρροή είχε. Αγόραζα το «i-D», το «Face», το «Smash Hits» και διάφορα τέτοια περιοδικά για νέους. Είχα ακουστά το St Martins, αλλά αυτό δεν σήμαινε κάτι για ένα παιδί 15-16 χρονών στη Λευκωσία της Κύπρου. Ήξερα τον Γκαλιάνο και τη Βίβιαν Γουέστγουντ, αλλά τη σχολή όχι. Πήγα στο Middlesex και έκανα στο πρώτο τρίμηνο γενικές σπουδές για να καθοριστεί τι θα έκανα μετά, στο πτυχίο, και τέλος πάντων στο δεύτερο τρίμηνο μού είπαν όντως «ναι, εσύ κάνεις για μόδα». Μπήκα στην ομάδα μόδας και ο καθηγητής σχεδιασμού ήταν ο καθηγητής πρώτου έτους του St Martins, ο Μπράιαν Χάρις, που ήταν πολύ διάσημος σχεδιαστής καπέλων ‒είχε κάνει τα καπέλα για το «Brazil», την ταινία‒ και αγαπηθήκαμε. Πηγαίναμε για μεσημεριανό στην καφετέρια και άκουγα τις ιστορίες.

• Τελικά, μου άρεσαν οι μεγάλοι, γιατί πάντα σου έλεγαν μαγικά πράγματα, ενώ οι συνομήλικοί σου σού λέγαν πράγματα που ήδη ήξερες. Ήταν σαν να έκανες παρέα με κάποιον που ήταν σαν βιβλίο, άρα άκουγες να σου διαβάζουν το βιβλίο. Ο Μπράιαν μου είπε να πάω να δω το St Martins και πήγα. Γυρνώντας, του είπα, θεωρώντας την εντελώς φυσιολογική αντίδραση, «εγώ δεν πάω σε αυτό το βρόμικο μέρος, με αυτήν τη μικρή βιβλιοθήκη και τα πατώματα που τρίζουν». Εκείνος μου απάντησε «δεν έχεις καταλάβει, εκεί θα πας γιατί δεν θα σου υπογράψω την αίτηση».

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_

• Θύμωσα πάρα πολύ και πήγα στον κοσμήτορα να κλείσω ένα ραντεβού με τον υπεύθυνο του προγράμματος σπουδών και να πω τα παράπονά μου. Αυτός με άκουσε υπομονετικά για κάνα δεκάλεπτο και μου είπε «λυπάμαι, αλλά χωρίς την υπογραφή του Μπράιαν δεν μπορείς να κάνεις αίτηση σε κανένα πανεπιστήμιο». Οπότε πήρα μια πολύ μεγάλη ακύρωση και μπήκα στη θέση μου, γιατί νόμιζα ότι όπως στο σπίτι μού έκαναν τα χατίρια που ήμουν μοναχοπαίδι, έτσι θα μου έκαναν τα χατίρια και στη σχολή. Όντως έκανα συνέντευξη και κατάλαβα το επίπεδο, γιατί όλοι ήθελαν τελικά να πάνε στο St Martins. Ήμασταν 120 άτομα στο προπαρασκευαστικό έτος σπουδών και οι 110 έκαναν συνέντευξη για να μπουν σε κάποιο πρόγραμμα στο St Martins. Στο τέλος δέχτηκαν δύο άτομα, το ένα ήμουν εγώ.

• Έτσι μετακόμισα στο κέντρο του Λονδίνου, δεν ήμουν πια στις φοιτητικές εστίες. Μοιραζόμουν διαμέρισμα με συγκάτοικο, έγινα 19 χρονών κι ένιωθα ότι, εντάξει, είμαι πια ενήλικος, αυτό είναι ‒ ήταν μαγικά. Δεν καταλαβαίνεις ποτέ τι παίρνεις παρά χρόνια μετά, δηλαδή ακόμα και τώρα, όταν κάνω αιτήσεις για δουλειές ή μιλάω με κόσμο και λέω «ήμουν στο St Martins», εισπράττω κάτι σαν αυτόματη αποδοχή. Ήταν δώρο το να βρεθώ εκεί και να έχω γονείς που μπορούσαν να το στηρίξουν. Βεβαίως πρέπει να έχεις κι εσύ μια ελάχιστη ικανότητα, γιατί δεν είναι όλοι όσοι μπαίνουν σε αυτά τα προγράμματα διάνοιες· μπαίνουμε κι εμείς οι υπόλοιποι που δεν είμαστε Αλεξάντερ ΜακΚουίν και Τζον Γκαλιάνο, και πλαισιώνουμε την τάξη. Ένας από τη χρονιά θα κάνει τη μεγάλη καριέρα, οι υπόλοιποι θα δουλέψουμε καλά, ή έτσι ελπίζουμε. Γιατί η ικανότητα σε πάει στα πρώτα δέκα βήματα και σου προσφέρει μια ευκολία αντίληψης, από κει και πέρα το θέμα είναι τι κάνεις εσύ. Έχω φίλους που κάνουν θαυμάσια καριέρα και είναι αυτοδίδακτοι, αλλά η καλή εκπαίδευση όντως είναι μια ωραία εισαγωγή στη ζωή.

• Λοιπόν, το απωθημένο μου ήταν να γίνω couturier, έτσι πήγα στο Παρίσι για έναν χρόνο. Οι επιλογές που είχα από την οικογένειά μου ήταν ή να κάνω μεταπτυχιακό ή να πάω έναν χρόνο στο Παρίσι ‒ και πήγα στο Παρίσι όπου έκανα πρακτική. Ως Κύπριος υπήκοος δεν είχα το δικαίωμα να υπογράψω για να μείνω, έπρεπε κάποιος να μου κάνει τα χαρτιά, αλλά ποιος θα έκανε τα χαρτιά στον βοηθό του βοηθού του παραβοηθού; Οπότε μπορούσα να έχω προϋπηρεσία και έκανα διάφορες δουλειές για πρακτική στο Παρίσι και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ. Δεν μπορούσα να υπογράψω για να μείνω μόνιμα και να εργοδοτηθώ, παρά μόνο ως ασκούμενος για έναν χρόνο, λόγω του ότι ήμουν απόφοιτος πανεπιστημίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στη δημιουργία της εικόνας, αυτός που φωτογραφίζεται δεν φέρνει μόνο την εμφάνισή του, φέρνει την προσωπικότητά του, τον εγκέφαλό του, την αντίληψή του, την κουλτούρα του, την όρεξή του για δουλειά. Τι να το κάνω ένα πανέμορφο πλάσμα που βαριέται και θέλει να φύγει;

• Επέστρεψα και έκανα διάφορα σταζ, πάντα ως illustrator, ποτέ δεν μου έδιναν κάτι να σχεδιάσω, γιατί το ταλέντο μου δεν ήταν στο να παράγω ρούχα αλλά στο να κάνω την εικόνα. Σιγά-σιγά ανακάλυψα τι είναι το στυλ και είπα «εδώ είμαι, είναι σαν να κάνω εικονογράφηση, γιατί παίρνω τα ρούχα των άλλων και τα κάνω twist, και τα συνδυάζω και τα βάζω σε χαρακτήρες». Δουλεύω πάντα με μια ομάδα γιατί η δουλειά μου είναι συνάρτηση της δουλειάς πολλών ατόμων, δηλαδή δεν μπορώ να παραγάγω τίποτα μόνος μου. Μπορώ να φτιάξω το mood board για την αρχή μιας φωτογράφισης, αλλά από κει και πέρα, χωρίς τη σκληρή δουλειά, την αξιοπιστία, τη συμβολή των υπολοίπων δεν γίνεται τίποτα. Αυτό είναι και κάτι το οποίο σε αναγκάζει να είσαι ταπεινός. Γιατί όταν ήμουν μικρός ήμουν πάρα πολύ πιεστικός, δηλαδή θεωρούσα ότι μόνο η δική μου άποψη είναι έγκυρη, αλλά έτσι ακρωτηριάζεις την υπόλοιπη ομάδα. Πρώτα απ’ όλα, άμα είσαι τόσο ψώνιο και τόσο σίγουρος για όλα εμποδίζεις τον εαυτό σου να ακούει, να εξελίσσεται και να μαθαίνει πράγματα. Πέρασα την πρώτη περίοδο της ενήλικης ζωής μου με μια εμμονή ότι εγώ ξέρω καλύτερα και μετά κοίταξα γύρω και είπα «α, δουλεύω με τον Τάσο και κοίτα τι ωραίες εικόνες που κάνει με τους άλλους στυλίστες. Με ’μένα γιατί κάνει αυτές μόνο τις συγκεκριμένες;». Γιατί δεν τον αφήνεις τον άνθρωπο να κάνει αρκετή κουβέντα. Και σιγά-σιγά μαθαίνεις να κρατιέσαι, να βάζεις φρένο στον εαυτό σου και να αναγνωρίζεις την ικανότητα του άλλου. Έτσι βγαίνεις πολύ κερδισμένος, έτσι είναι που πας μπροστά και έχεις εξέλιξη και κάνεις καριέρα και, το σημαντικότερο, δημιουργείς σχέσεις, γιατί αν υπάρχει ένα πράγμα που είναι η περιουσία μας από αυτό που έχουμε ζήσει είναι οι σχέσεις. «Η περιουσία σου», έλεγε η γιαγιά μου, «είναι αυτό που έχεις μέσα στο μυαλό σου, η μόρφωσή σου και οι σχέσεις με τους ανθρώπους. Όλα τα υπόλοιπα, όπως σ’ τα έδωσε η ζωή, θα σ’ τα πάρει».

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_

• Από το Παρίσι επέστρεψα στο Λονδίνο και άρχισα να ψάχνομαι για να γίνω στυλίστας. Έγινα βοηθός εκεί μέχρι το 1996 που έληξε η νεανική βίζα εργασίας. Στο μεταξύ είχα γνωρίσει τα παιδιά από τους Deux Hommes και τον Μιχάλη Πάντο σε ένα Fashion Week στο Λονδίνο, κρατήσαμε επαφή και μου έδωσαν την ιδέα, γιατί δεν ήξερα πού να πάω. Ήρθα στην Αθήνα, έπιασα δουλειά στο «Votre Beauté» και μου άρεσε. Μου άρεσε η Αθήνα γιατί δεν είχε ένα παθητικό κοινωνικό σύστημα όπου ο καθένας ήταν στη θέση του, δεν ήταν σνομπ πόλη, είχε αναρχία και ενθουσιασμό. Έμενα στα Εξάρχεια, σε έναν φίλο μου, και μετά βρήκα ένα υπερυψωμένο ισόγειο στην Αλωπεκής στο Κολωνάκι, όπου δεν είχα κανένα έπιπλο και η ντουλάπα μου ήταν η βαλίτσα μου ανοιχτή στα δύο, αλλά γυρνούσα όλη μέρα με τα πόδια παντού και έκανα φίλους αμέσως. Ήταν πολύ καλή εποχή, πολύ ρομαντική και ήταν πολύ ωραίο το περιβάλλον στη δουλειά γιατί η διευθύντρια ήταν μια πολύ ήρεμη γυναίκα, πολύ καλλιεργημένη. Ήταν και η «χρυσή εποχή» των ελληνικών περιοδικών που είχαν budget, μας έστελναν παντού. Δηλαδή πήγα με τον Βασίλη Ζούλια, που ήταν διευθυντής μόδας, για είκοσι μέρες στο Μαϊάμι για να κάνουμε πέντε παραγωγές, στο Μαρόκο, στον Μαυρίκιο, πηγαινοερχόμουν στο Παρίσι, στα νησιά. Η υπεύθυνη παραγωγής ήταν μια υπέροχη γυναίκα κι ένιωσα ότι βρήκα τους επόμενους μέντορες, που μου έδιναν ώθηση. Μου αρέσει πολύ η δουλειά μου, την αγαπώ, περνάω φανταστικά. Όλα τα πράγματα που κάνω στη ζωή μου έχουν να κάνουν και λίγο με την εικόνα, άρα το να βρίσκεις ανθρώπους που σε αφήνουν να το κάνεις αυτό να ανθήσει είναι μαγικό.

• Κάποια στιγμή, στα 38 μου, είχα γίνει διευθυντής μόδας, και τότε ήρθε και η πρώτη κρίση ηλικίας ‒ είναι πολύ εύκολο στη δική μας τη δουλειά να μην πάρεις χαμπάρι ότι μεγαλώνεις, γιατί στα 15 αποφασίζεις ότι θα κάνεις μόδα και κάνεις ακριβώς το ίδιο πράγμα σε όλη σου τη ζωή. Και τώρα το ίδιο πράγμα κάνω. Τότε, λοιπόν, που συνειδητοποίησα ότι αυτό που κάνω, που αγαπάω και δημιουργώ, στην πραγματικότητα είναι για κάποιον άλλον, ποια ήταν η επιλογή; Αν έφευγα από την Ελλάδα και το έκανα αλλού, πάλι για κάποιον άλλον θα το έκανα, άρα έπρεπε να το κάνω για τον εαυτό μου. Είχα γνωρίσει κάποια χρόνια πριν τον Βασίλη Καρύδη ‒που μετά γνώρισε τη βοηθό μου, τα φτιάξανε και τώρα είναι ζευγάρι με παιδιά‒ και μου άρεσαν πάρα πολύ και η εικόνα του και η συμπεριφορά του, το ήθος του, το ποιόν του, η κουλτούρα του. Τον φώναξα και του είπα «Βασίλη, θέλω να κάνουμε ένα περιοδικό» και μου απάντησε «δεν είσαι με τα καλά σου, τι περιοδικό;». Και συνέχισα: «Θέλω να κάνουμε ένα περιοδικό που θα είναι φανζίν, ελληνικό περιοδικό». Ήταν εντελώς αυθόρμητες οι σκέψεις, δεν είχα καμία εικόνα ούτε των δυσκολιών ούτε των ευκαιριών, δηλαδή ήταν όλο εντελώς αθώο και αφελές. Εγώ απλώς φανταζόμουν να κάνω editorials όπως τα ήθελα και να μπαίνουν ως διά μαγείας σε αυτό το περιοδικό που θα εκδίδεται επίσης ως διά μαγείας, και είναι και όπως μου αρέσει. Είναι το θράσος του ηλίθιου. Βεβαίως ο Βασίλης μου είπε «όχι» και έφυγε. Πήγε στο σπίτι του και τον ρώτησε η γυναίκα του, που είναι η κολλητή μου «τι σε ήθελε ο Νικόλας;» Της είπε, και του απάντησε η Ζεν «και του είπες όχι; Πάρ’ τον τηλέφωνο και πες του ναι, αλλιώς χωρίζουμε». Κάπως έτσι έγινε το «Dapper Dan», μέσα από την Ζεν. Είχε ο Βασίλης μια πολύ καλή του φίλη που ήταν art director και το αρχίσαμε μαζί. Αυτή ήταν Ελληνίδα που είχε βάση στο Λονδίνο, έτσι άρχισε να δουλεύει το πρώτο team από το Λονδίνο, εξού και αποφασίσαμε να τυπώνουμε στο Bath. Όταν στείλαμε το τεύχος μηδέν στο τυπογραφείο, μας ρώτησαν αν έχουμε διανομέα. Εμείς είπαμε «τι διανομέα; Τι σημαίνει αυτό;» και μας έστειλαν σε έναν διανομέα στο Λονδίνο, οπότε αποφασίστηκε ότι το περιοδικό θα είναι στα αγγλικά και θα έχει διεθνή διανομή.

• Θυμάμαι, όταν ετοιμάζαμε το πρώτο τεύχος έπρεπε να κάνουμε συνεντεύξεις και μέσω μιας πολύ καλής φίλης κλείσαμε συνέντευξη τον τότε σχεδιαστή των ανδρικών του Lanvin επί εποχές Αλμπέρ Ελμπάζ, τον Lucas Ossendrijver. Έπρεπε να βρω κάποιον να πάει να κάνει τη συνέντευξη, και δεν ήξερα κανέναν. Είχα γνωρίσει τον Άντζελο Φλακαβέντο, και όταν τον είδα έξω από ένα show τού είπα «γεια, με θυμάσαι; Έχεις λίγο χρόνο να πιούμε έναν καφέ;». Πήγαμε την επομένη για καφέ και έβγαλα από το σακίδιο εντελώς χαζά το τεύχος μηδέν, του το έδειξα και του είπα «θες να κάνεις τον Lucas συνέντευξη;» «Πότε είναι η συνέντευξη;» «Την επόμενη Τετάρτη». «Εντάξει», λέει, «εγώ φεύγω Τετάρτη βράδυ, αν είναι το μεσημέρι προλαβαίνω, θα την κάνω». Δηλαδή μιλάμε για απίστευτα πράγματα.

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan

• Και θυμάμαι, για να βγει το πρώτο τεύχος κάναμε φωτογραφίσεις, μας άρεσαν, μετά τις βλέπαμε και λέγαμε «μοιάζει με το Arena Homme Plus, «πέταμα», και ξαναφωτογραφίζαμε. Μας πήρε έναν χρόνο να βρούμε κάτι που να μας αρέσει, να μην το έχουμε δει αλλού και να μη μοιάζει με τα πράγματα που δεν μας άρεσαν. Τελικά βγήκε το πρώτο τεύχος και μπήκε στην Colette στο Παρίσι χωρίς να κάνουμε εμείς κάτι αφού δεν είχαμε ιδέα ‒ ξαφνικά είχαμε κάτι που είναι αυθεντικό τυχαία. Είναι η τύχη του πρωτάρη. Μετά το «Dapper Dan» ήταν κάπως και η επικύρωση για τη θέση στη «Vogue», γιατί απέκτησα πολύ καλές σχέσεις με το εξωτερικό, με τα γραφεία τύπου, με τους οίκους.

• Έχουμε μια υπεύθυνη καταχωρίσεων η οποία ως επαγγελματίας χαίρει σεβασμού. Είναι ελληνικής καταγωγής, μένει στο Παρίσι πάρα πολλά χρόνια, είναι παντρεμένη εκεί. Έχει και το Self Service, διάφορα κορυφαία ανεξάρτητα περιοδικά, είμαστε πολύ τυχεροί που την έχουμε. Η σχέση μας είναι αδελφική αλλά και επαγγελματική. Δηλαδή θα με πάρει τηλέφωνο και θα μου πει «δεν έχετε βάλει Dior σε αυτό το τεύχος», «εντάξει, Ελένη μου, αμέσως θα βάλουμε», ή «έχουμε αυτή την πρόταση», ή «ξέρεις, μας έκαναν αυτή την πρόταση από αυτό το brand και σκέφτομαι να απαντήσω αρνητικά γιατί δεν θέλω να χαλάσω το DNA του περιοδικού». Η γυναίκα αυτή πληρώνεται με ποσοστό και υπό κανονικές συνθήκες θα ήθελε να πάρει το ποσοστό της, αλλά σέβεται το περιοδικό και τους ανθρώπους του, εις βάρος του κέρδους της. Σε δημιουργικό επίπεδο έχει μόνο θετικά. Το κακό είναι ότι κάθε τεύχος είναι πολύ δύσκολο, γιατί είναι το παιδί σου και ό,τι και να κερδίσεις δεν θα το βάλεις στο δικό σου στομάχι, θα ταΐσεις το παιδί. Δεν έχουμε βγάλει με τον Βασίλη καθόλου λεφτά από αυτό το περιοδικό γιατί έχουμε πάντα περισσότερες φιλοδοξίες και περισσότερα όνειρα, οπότε εάν έχουμε 50.000 στην άκρη θα σκεφτούμε «σε ποιον να τις δώσουμε για να κάνουμε και αυτό και εκείνο. Να προσπαθήσουμε να πάρουμε τον Ρόμπερτ Ραμπενστάιμερ να κάνει styling, τι budget θα θέλει;». Δεν τη χορταίνεις αυτήν την πείνα.

• Η φοβερή δυσκολία που έχει είναι ότι όταν πλήττεται η αγορά, οι πρώτοι που θα πληγούν είναι οι ανεξάρτητοι, γιατί δεν έχουν από πίσω ένα κολοσσό που να έχει καράβια και real estate και λάδια και πετρέλαια ή χρυσωρυχεία. Το περιοδικό το έχουμε για το προσωπικό πρεστίζ, για να κοιτάζομαι στον καθρέφτη το πρωί και να λέω «καλημέρα, σε συμπαθώ, σε εκτιμώ, καλά τα καταφέρνεις, δεν έχεις ξεπουληθεί».

• Έχουμε επιλέξει να είμαστε μόνο σε έντυπη μορφή γιατί είμαστε luxury project, γι’ αυτό και οι πελάτες και οι συνεργάτες είναι πραγματικά υψηλής πολυτέλειας (Loro Piana, YSL), τα brands τα οποία θεωρούν ότι για να είναι τοποθετημένα τόσο ψηλά, σε τόσο υψηλό επίπεδο, είναι υποχρεωμένα να έχουν την καμπάνια του David Sims σε ένα περιοδικό που τυπώνει σε αυτό το πανάκριβο χαρτί στο τάδε τυπογραφείο της Βαρκελώνης, flat, σε μη κωδικοποιημένο χαρτί, με LED να στεγνώνει το μελάνι από πάνω. Είναι αυτοί που θέλουν να είναι σε αυτό το επίπεδο. Από κει και πέρα όχι, δεν είμαστε μαζικής αγοράς, γι’ αυτό δεν θα γίνουμε ποτέ πλούσιοι. Εντάξει, είμαι πολύ ικανοποιημένος σε αυτό το διαμέρισμα, δεν θέλω ρετιρέ ούτε εξοχικό.

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan
Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Εξώφυλλο του περιοδικού Dapper Dan

• Η «Vogue» είναι η καλύτερη περίπτωση που θα μπορούσε να υπάρχει στην Ελλάδα. Αν είναι να δουλέψεις κάπου θα δουλέψεις στη «Vogue», και αν είναι να δουλέψεις σε έναν εκδοτικό οίκο θα δουλέψεις στην «Καθημερινή». Έχω δουλέψει και αλλού, αλλά στην «Καθημερινή» είναι καθωσπρέπει, έντιμοι, εκεί είναι ξεκάθαρα τα πράγματα. Εμείς που δουλεύουμε εκεί ξέρουμε τα όριά μας, μας στηρίζουν, κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Επίσης δεν δουλεύουμε μόνο με την «Καθημερινή», δουλεύουμε και με την Condé Nast, που είναι ένα τεράστιο σχολείο. Πριν από μερικές μέρες κάναμε ένα Zoom και έδωσαν τις καινούργιες κατευθυντήριες γραμμές για τους δημιουργικούς διευθυντές γιατί έκαναν επανασχεδιασμό σελίδων. Μας έστειλαν πράγματα που σε ένα 50% δεν μπορούν να γίνουν εδώ, γιατί εμείς δεν μιλάμε με τον Άντονι Βακαρέλο, μιλάμε με μια μπουτίκ, άρα δεν υπάρχει το ίδιο επίπεδο οραματικής συζήτησης με τα brands, αφού εδώ έχουμε εισαγωγείς που είναι έμποροι οι άνθρωποι. Ωστόσο έχουμε μια καθοδήγηση και μια πρόσβαση, γιατί και η «Καθημερινή» και η «Vogue» είναι μεγάλοι τίτλοι, ανάμεσα στους δύο κάποια πόρτα θα ανοίξει. Αν δεν ανοίξει η πόρτα, θα ανοίξει το παράθυρο.

• Είμαι πάρα πολύ τυχερός γιατί μπήκα στη «Vogue» από την αρχή, με προσέλαβαν και μου έδωσαν πράσινο φως να φτιάξω την ομάδα μου», οπότε έχω μια ομάδα που την επέλεξα ολόκληρη εγώ. Κάποιοι φύγανε, κάποιοι άλλοι ήρθαν, πάλι εγώ τους επέλεξα και είμαστε φίλοι, κάνουμε παρέα. Κι αν ένας άλλος στυλίστας χρειάζεται ένα ρούχο κι εγώ είμαι στο κέντρο δεν σκέφτομαι «είμαι διευθυντής, εγώ τα ρούχα δεν τα κουβαλάω», θα πάω να το αρπάξω. Εάν είμαι στο γραφείο και, όπως αυτή την εβδομάδα, έχω να κάνω δύο τεράστιες παραγωγές τη μία μετά την άλλη, είμαι με την υπεύθυνη του γραφείου μόδας της «Vogue», την Αθηνά, που αγωνίζεται να φέρει τα πιο φαντασμαγορικά ρούχα και δεν υπάρχουν επιβεβαιώσεις, είναι Δευτέρα και πρέπει να τα παραλάβουμε την Τετάρτη και γίνεται πανικός, και ούτε το location έχουμε κλείσει, αλλά ακόμη προσπαθούμε να τους πείσουμε να μας το νοικιάσουν και η υπεύθυνη παραγωγής ακόμη ψάχνει εισιτήρια για να φέρει κορίτσια από τη Νέα Υόρκη και είμαστε όλοι με τα μυαλά στα κάγκελα, οι άλλοι δύο στυλίστες θα παρατήσουν τη δουλειά τους και θα πουν «Νικ, τι χρειάζεσαι;». Οπότε, όταν πηγαίνει η Χρύσα να κάνει μια φωτογράφιση θα πάει μαζί της ο Γιώργος Καραπέτης (ο senior fashion editor) να τη βοηθήσει, κι ας μην είναι υποχρεωμένος, όπως και η Χρύσα, που είναι junior fashion editor, δεν έχει υποχρέωση να έρθει να με βοηθήσει όταν έχω μεγάλη παραγωγή, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μην έρθει στη δική μου φωτογράφιση και να μην αναλάβει την ευθύνη και του δικού μου κομματιού. Αυτό το πράγμα δεν το έχω δει πουθενά και είναι απίστευτο, γιατί παίρνω συγχαρητήρια από τα brands: «Η ομάδα σας είναι τόσο ταλαντούχα, είναι υπέροχοι, είναι καταπληκτικοί». Έχω ακούσει από agency στο εξωτερικό να λένε «από όλες τις ομάδες που έχω δουλέψει σε όλες τις εκδόσεις της “Vogue” τα τελευταία τριάντα χρόνια, η καλύτερη ομάδα είναι η Vogue Greece team» και είναι δική μου, οπότε καταλαβαίνεις ότι είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Editorial μόδας για το περιοδικό Vogue. Φωτ.: via instagram/nicholasgeorgiou_

• Τώρα, η δυσκολία του να θέλεις να βγάλεις ένα περιοδικό που να είναι glocal, δηλαδή global local, σε μια χώρα που δεν έχει A-list stars, όπου το star system είναι τόσο περιορισμένο και δεν έχει αμέτρητα τεράστια αστέρια ‒όσα υπάρχουν τα έχουν αξιοποιήσει‒, υπάρχει γιατί, σε αντίθεση με ένα αγγλόφωνο περιοδικό που έχει τη «δεξαμενή» ενός διεθνούς χώρου και το διαβάζει όλος αυτός ο κόσμος, εμείς κυκλοφορούμε στα ελληνικά και είναι σαν να έχουμε γεννηθεί με ένα πόδι αλλά να θέλουμε να χορέψουμε ταγκό.

• Από τη στιγμή που όλοι είναι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και βλέπουν όλα τα πράγματα από παντού, δεν υπάρχει ελληνικό κοινό, υπάρχει σημερινό κοινό. Η Ελλάδα είναι περισσότερο έντονη ως αισθητική στους ξένους, γιατί οι Έλληνες κοιτάζουν προς τα έξω. Εγώ φοράω Lemaire και θέλω να πάω διακοπές στο Άμστερνταμ, δεν θέλω να πάω στη Μύκονο ή στην Ικαρία, δεν θέλω να πάω διακοπές πουθενά στην Ελλάδα γιατί έχω πάει 500 φορές και μπορώ να πάω όποτε θέλω. Οπότε δεν μας ενδιαφέρει και τόσο πολύ η κουλτούρα της περιοχής μας, αυτό που διαφημίζει ο ΕΟΤ δεν είναι για τους Έλληνες. Το τι είναι σημαντικό για την εποχή μας έχει να κάνει με το τι είναι σημαντικό για τον καθένα που δουλεύει στη «Vogue». Εγώ και η Έλις είμαστε οι μεγαλύτεροι σε αυτή την ομάδα, οι περισσότεροι είναι κάτω των 35, άρα στις συνεδριάσεις για τη θεματολογία καταλαβαίνω το 1/10, δηλαδή είμαι με το λάπτοπ και λένε ονόματα και τα ψάχνω, δεν έχω ιδέα ειδικά τι συμβαίνει γύρω μας. Εγώ υπό κανονικές συνθήκες κατά τις 10 είμαι στο σπίτι μου, άντε δύο φορές την εβδομάδα να επιστρέψω στη 1, αντέχω μέχρι και ένα ποτό στο Galaxy. Δεν μπορώ να στηριχτώ σε μένα, αλλά υπάρχουν πράγματα που είναι «Vogue» τα οποία καθορίζω εγώ αν είναι σημαντικά, γιατί νομίζω ότι από το σύνολο των ανθρώπων αυτής της χώρας εγώ παρακολουθώ τις περισσότερες εβδομάδες μόδας. Το σπουδαστικό κομμάτι το προσπαθώ, το κομμάτι της ζωής με έχει ξεπεράσει.

Κάποτε είχαμε πολύ ψηλά τους ανθρώπους τους εκκεντρικούς, τους διαφορετικούς, εξυμνούσαμε το άτομο και όσο πιο έξυπνος, πιο περίεργος και πιο θεαματικός ήταν κάποιος, τόσο το καλύτερο. Τώρα το έχουμε χάσει αυτό το πράγμα. Δεν το βλέπουμε στο mainstream.

• Υπάρχει ένα χάος στη μόδα σήμερα, μια φοβερά μεγάλη δυσκολία να καθιερωθούν καινούργια ταλέντα, γιατί πια τα πράγματα αντιμετωπίζονται με έναν τρόπο πάρα πολύ εμπορικό. Δεν μπορείς να παράγεις τα πράγματά σου μόνος σου, δεν μπορείς να προχωρήσεις, κανένας δεν θέλει να πάρει ρίσκα και οι νέοι δημιουργοί κάνουν δέκα συλλογές που είναι τίποτα, πέντε χρόνια-έξι συλλογές, τρία χρόνια μόνοι τους και μετά θα αγοράσει κάποια μεγάλη εταιρεία το όνομά τους και θα τους κάνει υπαλλήλους ή θα τους προσλάβει να ηγηθούν ως καλλιτεχνικοί διευθυντές ενός ήδη καθιερωμένου μεγάλου οίκου.

• Στη δημιουργία της εικόνας, αυτός που φωτογραφίζεται δεν φέρνει μόνο την εμφάνισή του, φέρνει την προσωπικότητά του, τον εγκέφαλό του, την αντίληψή του, την κουλτούρα του, την όρεξή του για δουλειά. Τι να το κάνω ένα πανέμορφο πλάσμα που βαριέται και θέλει να φύγει; Γι’ αυτό μου αρέσει συνήθως πάρα πολύ να κάνω styling σε αντρικά θέματα, γιατί τα αγόρια είναι πάντα ορεξάτα, δεν έχουν καμία απαίτηση· τους λες «να σου παραγγείλω ένα ψάρι που κάνει 90 ευρώ το κιλό;» και σου λένε «θέλω McDonalds», όταν ξεφορτώνεις το βαν δεν τους νοιάζει αν έκαναν την καμπάνια του Dolce & Gabbana με τον Στίβεν Μαϊζέλ, το πρώτο πράγμα που θα σε ρωτήσουν είναι αν χρειάζεσαι βοήθεια. Τα βρίσκουν όλα αστεία, τους βάζεις να φορέσουν φουστάνι και γελάνε, τους βάζεις να γδυθούν μέσα στον χειμώνα και να βουτήξουν στη θάλασσα they go for it, μιλάνε με τους πάντες. Η θετικότητα, γενικά, είναι ωραίο πράγμα, αλλά χρειάζεται να έχεις κουλτούρα για να βρίσκεις την ομορφιά παντού. Και καθόμαστε και λέμε ότι πρέπει να έχεις τόσους από αυτήν τη φυλή και τόσους με αυτό το σώμα, ενώ πρέπει οπωσδήποτε να πούμε ότι πρέπει να διαβάσεις 100 βιβλία φέτος και να δεις πώς θα ανοίξει το «acceptance». Γιατί το acceptance έρχεται από την ανάγκη του experience.

• Δεν ξέρω πού πάει η μόδα. Νομίζω ότι το πού πάμε σε όλα τα επίπεδα σήμερα είναι απλώς εικασία και είναι και πάρα πολύ ενοχλητικές οι μεγάλες διακηρύξεις του τύπου «τώρα πάμε προς το quiet luxury». Βλέπεις κόσμο στα social media που λέει «ποιο quiet luxury, καλέ, άμα δώσω 10.000 ευρώ να πάρω κάτι, τι quiet, θα το κρύβω; Θέλω να το δείχνω» και έχει δίκιο.

Νικόλας Γεωργίου, creative director της ελληνικής «Vogue», συνεκδότης του Dapper Dan Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Κάποτε είχαμε πολύ ψηλά τους ανθρώπους τους εκκεντρικούς, τους διαφορετικούς, εξυμνούσαμε το άτομο και όσο πιο έξυπνος, πιο περίεργος και πιο θεαματικός ήταν κάποιος, τόσο το καλύτερο. Τώρα το έχουμε χάσει αυτό το πράγμα. Δεν το βλέπουμε στο mainstream. Δεν κάνει κανείς τίποτα χωρίς έναν στυλίστα. Δηλαδή είναι τόσο δύσκολο να διαλέξεις τα ρούχα σου, να τα αγοράσεις και να ντυθείς και να τα ξαναφορέσεις; Είναι τόσο φρικτό πράγμα να δείξεις την προσωπικότητά σου; Κανένας δεν έχει προσωπική άποψη, δεν φτιάχνουμε τα σπίτια μας μόνοι μας, δεν φτιάχνουμε το φαγητό μας χωρίς να ανοίξουμε το διαδίκτυο και να ψάξουμε μια συνταγή, δεν τολμάμε να αγοράσουμε τίποτα και να το φορέσουμε χωρίς να το δούμε σε κάποιον άλλον.

• Φοβάμαι μην ξεχάσω να νιώθω, μην ξεχάσω τη ζωή μου, να είμαι ευγνώμων, να αισθάνομαι, φοβάμαι μην ξεχάσω τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου, να πω ευχαριστώ. Επαγγελματικά, φοβάμαι την αδράνεια, μήπως βαρεθώ ή με βαρεθούν. Νομίζω αυτά είναι τα πράγματα που φοβάμαι στην ηλικία μου ‒ τι να φοβηθώ, ότι θα αποτύχω; Έχω αποτύχει εκατοντάδες φορές, κάποτε αποτυγχάνεις κάποτε επιτυγχάνεις, τον περισσότερο καιρό είσαι somewhere in between και, στο κάτω κάτω, τι σημαίνει επιτυχία; Όπως μου έλεγε και ο Μπράιαν Χάρις στο St Martins όποτε έκανα ένα απαίσιο πρότζεκτ: « Nicholas, this is horrible». Καταστενοχωριόμουν εγώ, τον κοίταζα και μου έλεγε «but don’t you worry, darling, you will make your pennies, people like ugly things».

Οι σχεδιαστές της Loewe το διασκεδάζουν και αυτό είναι καλό
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Μου αρέσει να βλέπω τους φίλους μου, να κάθομαι στο σπίτι μου και να έχω ησυχία, να κυκλοφορώ ξυπόλυτος με το εσώρουχο και να είναι λιακάδα όπως σήμερα και απλώς να χάνεται ο χρόνος. Μου αρέσει να κάνω ταξίδια σε μεγαλουπόλεις που έχουν πάρα πολλά πράγματα να δω και να περπατάω πολλές ώρες. Μου αρέσει να μου κάνουν δώρα, να μ’ αγαπούν και να τους αγαπώ. Μου αρέσει να πηγαίνω πιλάτες, να έχω καταφέρει όλα τα πράγματα που είχα προγραμματισμένα μέσα στην ημέρα και το βράδυ να είμαι σε κατάσταση ευφορίας. Μου αρέσει να μην είμαι κουρασμένος, να νιώθω ότι έχω ακόμη μέλλον και ότι τα συναρπαστικά πράγματα δεν συνέβησαν όλα στο παρελθόν. Μου αρέσει να τρώω ωραίο φαγητό, να φτιάχνω ομορφιά γύρω μου, μου αρέσουν και οι άνθρωποι που έχουν αυτό το ταλέντο, να διαχειρίζονται την καθημερινότητα σαν μια πλατφόρμα ευ ζην.

• Με ενοχλεί όταν θέλουμε να ζούμε σε μια κοινωνία, αλλά δεν θέλουμε απαραίτητα να συνεργαστούμε με το περιβάλλον, το διπλοπαρκάρισμα, το να σταματάς στη μέση του δρόμου να μιλήσεις ενώ υπάρχει μια ροή, να μην είσαι ευγενικός. Ένα πράγμα που δεν αντέχω στους ανθρώπους είναι η σκληρότητα, το να ξεχνάς να είσαι τρυφερός, γιατί είναι πάρα πολύ σκληρή η πραγματικότητα και η τρυφερότητα είναι βάλσαμο, τη χρειαζόμαστε όλοι. Είμαστε πρωτίστως αδύναμοι· είμαστε ανθεκτικοί, μπορούμε να επιβιώσουμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε δυνατοί, οπότε λίγη τρυφερότητα είναι μεγάλο δώρο, να τη λαμβάνεις ή να την προσφέρεις. Επίσης, με ενοχλεί η αγνωμοσύνη και η αρρώστια ‒ όταν είναι να έρθει, θα έρθει, δεν είμαστε αιώνιοι.

• Η ζωή με έχει μάθει να σκέφτομαι προτού μιλήσω, να επενδύω στους ανθρώπους, να προσπαθώ να αρκούμαι σε λίγα. Όποτε προσπαθείς να κοντρολάρεις τη ζωή σού ξεφεύγει, επομένως είναι άσκοπο να το κάνεις. Με έχει μάθει, επίσης, ότι θρηνείς με όριο, ότι το δράμα είναι ωραίο στην τέχνη αλλά όχι στη ζωή. Ότι πολύ συχνά κάνουμε λάθος, ότι το ευχαριστώ είναι δώρο και το σε αγαπώ δώρο επίσης.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Μόδα & Στυλ
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το απρόσμενο restart του Tζον Γκαλιάνο στη Zara

Μόδα & Στυλ / Το απρόσμενο restart του Tζον Γκαλιάνο στη Zara

Ο Βρετανός σχεδιαστής συμφώνησε να δουλέψει τα επόμενα δύο χρόνια πάνω σε κομμάτια αρχείου του ισπανικού ομίλου και η πρώτη συλλογή με την ενέργεια και την καλλιτεχνική του υπογραφή αναμένεται τον Σεπτέμβριο.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Οι σχεδιαστές της Loewe το διασκεδάζουν και αυτο είναι καλό

Μόδα & Στυλ / Οι σχεδιαστές της Loewe το διασκεδάζουν και αυτό είναι καλό

Στη δεύτερη συλλογή τους για τον ισπανικό οίκο, οι Αμερικανοί σχεδιαστές Τζακ ΜακΚάλοου και Λάζαρο Χερνάντες πειραματίζονται με έντονες αντιθέσεις και παίζουν με υλικά και ρομποτικά crafts.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Aπό τη «μάσκα» στη «διαύγεια»: Αυτό είναι το νέο μακιγιάζ

Μόδα & Στυλ / Aπό τη «μάσκα» στη «διαύγεια»: Αυτό είναι το νέο μακιγιάζ

Η εποχή της πούδρας και της ολικής κάλυψης δίνει τη θέση της σε μια νέα ψηφιακή ειλικρίνεια. Η ιεραρχία του νεσεσέρ ανατρέπεται, επιβάλλοντας τη λάμψη και την αληθινή υφή ως το μοναδικό μέσο επικοινωνίας με την οθόνη.
ΕΦΗ ΑΝΕΣΤΗ
Old school αρώματα: γιατί κάποιοι επιστρέφουν σε αυτά;

Μόδα & Στυλ / Old school αρώματα: Γιατί κάποιοι επιστρέφουν σε αυτά;

Είτε ως εφήμερο trend είτε ως αντίσταση στην ομογενοποίηση, η επιστροφή στις εμβληματικές δημιουργίες του παρελθόντος αποδεικνύει πως τα «θηριώδη» αρώματα των '70s και των '80s δεν έχουν ημερομηνία λήξης.
ΕΦΗ ΑΝΕΣΤΗ
Το απρόσμενο restart του Tζον Γκαλιάνο στη Zara

Μόδα & Στυλ / Το απρόσμενο restart του Tζον Γκαλιάνο στη Zara

Ο Βρετανός σχεδιαστής συμφώνησε να δουλέψει τα επόμενα δύο χρόνια πάνω σε κομμάτια αρχείου του ισπανικού ομίλου και η πρώτη συλλογή με την ενέργεια και την καλλιτεχνική του υπογραφή αναμένεται τον Σεπτέμβριο.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ